“Βρώμικος Παράδεισος”: Πώς ο Μπερτράν Μαντικό δημιούργησε ένα πανέμορφα αχαλίνωτο ενήλικο παραμύθι

“Βρώμικος Παράδεισος”: Πώς ο Μπερτράν Μαντικό δημιούργησε ένα πανέμορφα αχαλίνωτο ενήλικο παραμύθι

Ο σκηνοθέτης των πιο ονειρικών και τολμηρών εικόνων του πρόσφατου γαλλικού σινεμά, μας μιλάει για τον Μιγιαζάκι και για την ομορφιά που κρύβεται στα τριαντάφυλλα γεμάτα αγκάθια.

Σε έναν πλανήτη –που μπορεί να είναι αυτός, ή κάποιος άλλος, ή κάτι που συνέβη παλιά, ή κάτι που θα συμβεί στο μέλλον, ή τελικά κάτι που απλά ονειρευτήκαμε– όπου μόνο γυναίκες επιβιώνουν, μια από αυτές απελευθερώνει μια τρομακτική μάγισσα που καταστρέφει τα πάντα. Τότε αρχίζει και μια άλλη αναζήτηση, για την εξόντωση αυτής της μοχθηρής παρουσίας, ονόματι Κέιτ Μπους(!).

Δεν είναι το πρώτο σουρεάλ, χειροποίητο, πυρετώδες παραμύθι που μοιράζεται μαζί μας ο Γάλλος μετρ Μπερτράν Μαντικό. Πριν μερικά χρόνια τα “Άγρια Αγόρια” του βρέθηκαν στη λίστα μας με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, ένα μαγευτικό, ορμητικό παραμύθι για μια παρέα άγριων αγοριών που γκρεμοτσακίζονται σε ένα ονειρικό νησί με ασυγκράτητα σεξουαλική βλάστηση, όπου τα σύνορα θολώνονται ανάμεσα στον κίνδυνο και τον ερωτισμό, ανάμεσα στα φύλα, ανάμεσα στο συμβολισμό και την οργιαστική αυθάδεια.

Η νέα του ταινία, “After Blue” (που κυκλοφορεί στην Ελλάδα ως “Βρώμικος Παράδεισος” από την Carousel Films), παίρνει τις εικαστικές και ορμητικές διαθέσεις του σκηνοθέτει και τις μεταφέρει σε ένα πιο sci-fi, αλλά και ελαφρώς γουέστερν, σκηνικό. Αλλά πάντα με μια κυρίαρχη αίσθηση του χειροποίητου, μια αίσθηση πως παρακολουθείς κάτι που γεννήθηκε στα όνειρα ενός ανθρώπου που μόλις ξύπνησε, δεν είχε άλλη επιλογή από το να χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο με τα χέρια του.

Η ταινία παίχτηκε πρώτη φορά το περσινό καλοκαίρι στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, όπου είχαμε βρεθεί καλεσμένοι, κι εκεί είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον σκηνοθέτη. Συναντήσαμε λοιπόν τον Μπερτράν Μαντικό σε ένα μπαλκόνι με θέα τη λίμνη, όπου βρισκόταν παρέα με τη σταθερή του πρωταγωνίστρια, τη φημισμένη ηθοποιό (και αξέχαστο πρόσωπο του ανεξάρτητου ‘90s αμερικάνικου σινεμά) Ελίνα Λόουενσον.

Η Λόουενσον ανέλαβε, απίθανα, το ρόλο της μεταφράστριας για τις ανάγκες αυτής της κουβέντας, και η συζήτηση ξεκίνησε.


Πες μου για την προέλευση των ιδεών σου, τι πλαίσιο αναφοράς έχεις; Κάθε φορά δημιουργείς ένα ολόκληρο σύμπαν στις ταινίες σου, είναι κάποια ιστορία ή κάτι που ζεις που γεννά αυτές τις ταινίες μέσα σου;

Ο “Βρώμικος Παράδεισος” είναι ένα σενάριο που έγραψα πριν 20 χρόνια, ήταν ένα κλασικό γουέστερν φιλμ. Ένα σουρεάλ γουέστερν που συνέβαινε στις αρχές του 20ου αιώνα. Η πρώτη εικόνα που ήρθε τότε στο μυαλό μου ήταν 3-4 παιδιά που παίζουν σε μια παραλία και ανακαλύπτουν ένα κεφάλι στην άμμο. Αυτή ήταν η πρώτη εικόνα στο ορίτζιναλ σενάριο.

Όλο το άνοιγμα του φιλμ είναι όπως ήταν πριν 20 χρόνια, αλλά το πρώτο που έγραψα ήταν αυτό, η πρώτη εικόνα που ήρθε στο μυαλό μου. Από αυτή την πρώτη σκηνή μετά γεννήθηκαν όλα. Από την εικόνα παιδιών που έγιναν ενήλικες, να βρίσκουν ένα κεφάλι στην άμμο.

Η τοποθέτηση στον πρώιμο 20ο αιώνα έχει ενδιαφέρον, ταυτόχρονα μοιάζει να διαδραματίζεται και στο μάλλον. Υπάρχει μια ρευστότητα στον χρόνο, στα πάντα. Νιώθω πως κάθε πτυχή της ταινίας αρνείται να παραμείνει σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Και στην προηγούμενη ταινία σου έχεις αγόρια που γίνονται κορίτσια, δεν υπάρχει συγκεκριμένη αίσθηση τόπου, χρόνου. Μια διαρκής μετακίνηση.

Δεν μου αρέσουν τα σύνορα, δεν μου αρέσει τίποτα που να περικλείει πράγματα. Δεν θέλω τα φράγματα, δεν μου αρέσει να κλείνομαι γενικώς.

Προσπαθώ με τις ιστορίες μου να είμαι ανοιχτός, να είμαι ρευστός. Όταν το έγραφα δεν σκεφτόμουν έτσι, αλλά τώρα προσπαθώ να έχω αυτή τη ρευστότητα στο στήσιμο, σε όλες τις καταστάσεις, αντί τα πράγματα να μένουν στάσιμα σε ένα σημείο. Θέλω πάντα να αψηφώ τους συμβατικούς ορισμούς, την «καθαρότητα».

Όταν αναπτύσσεις ένα φιλμ, αυτή η κοσμοθεωρία εφαρμόζεται στα πάντα; Επειδή εμπλέκεσαι στο στόρι, στην καλλιτεχνική διεύθυνση, σε όλα.

Φροντίζω να επιβάλλω στον εαυτό μου ορισμένα όρια. Είτε έχει να κάνει με το σενάριο είτε με την όλη πραγμάτωση αυτού του κόσμου. Δουλεύω μέσα σε όρια, τα όρια είναι απαραίτητα! Ώστε να μπορέσω έτσι να φτάσω στην ρευστή κατάσταση που επιθυμώ. Οι ιδέες μου γίνονται πιο συγκεκριμένες έτσι, βοηθά την φαντασία μου να εκφραστεί. Αλλιώς θα είχαμε απλώς μια έκρηξη ιδεών, δε θα είχε σχήμα, δε θα έμοιαζε με τίποτα. Είναι ακριβώς μέσα στα όρια που απελευθερώνεται τελείως η φαντασία μου.

Πάντα ξεκινάω με ένα κείμενο που είναι πολύ καθαρά γραμμένο. Και μετά κατασκευάζω, χτίζω ντεκόρ, τα κουστούμια, τα σετ, όλη την καλλιτεχνική διεύθυνση του φιλμ. Αρχίζω δηλαδή να χτίζω γύρω από το τι έχω γράψει. Και δουλεύω ώστε να φτιάξω ένα συμπαγές σύμπαν γύρω από αυτές ιδέες, προσπαθώντας πάντα να εκπλήσσω τον εαυτό μου.

Ενδιαφέρον αυτό γιατί ακόμα κι αν τα φιλμ σου έχουν κάτι το ονειρικό, η ιστορία είναι συγκεκριμένη, με δομή.

Και ειδικά στα μεγάλου μήκους, όπου δουλεύω με ιστορίες πιο δομημένες. Χρειάζομαι πολύ να έχω αυτή την ευθεία γραμμή ώστε να μπορώ μετά να δημιουργήσω καμπύλες και γωνίες γύρω από αυτήν.

Πόσο καιρό σου παίρνει ένα τέτοιο πρότζεκτ ώστε να σχηματιστεί πλήρως ο κόσμους του; Στυλιστικά, αλλά και πρακτικά. Να χτιστούν τα σετ, να καταλήξεις σε χρωματικά μοτίβα…

Από τη στιγμή που αποφασίζω ότι αυτή θα είναι η εκδοχή του σεναρίου, χρειάζονται 9 μήνες προς ένα χρόνο. Λιγότερο από χρόνο πάντως, αν υπάρχουν φυσικά τα λεφτά. Το να καθορίσω ακριβώς το στυλ του φιλμ είναι ιδιαίτερα περίπλοκο γιατί δεν υπάρχουν συνήθως τα λεφτά για αυτό που θέλω να κάνω. Θέλω το φιλμ να είναι φανταχτερό, όχι φτηνό, και το σύμπαν που δημιουργείται, δηλαδή η αρχιτεκτονική συγκεκριμένων στοιχείων θέλω να είναι συμπαγής, να έχει συνοχή, και είναι συγκεκριμένη ως προς αυτό το φιλμ. Δεν θέλω δηλαδή να φτιάξω κάτι που θα σε κάνει να σκεφτείς το “Blade Runner”.

Ή το “Dune” ή το “Mad Max”.

Ακριβώς. Ήθελα κάτι συγκεκριμένο στον κόσμο που δημιουργώ. Με αυτά τα λεφτά. Ας πούμε ο Μιγιαζάκι με επηρέασε περισσότερο από όλα αυτά.

Το βλέπω! Έχει μια υφή η ταινία όπου δεν είσαι σίγουρος αν είναι κάτι που φαντάζεσαι ή που θυμάσαι ή…

Είναι πολύ ωραίο που το λες αυτό, κι είναι αλήθεια. Ήθελα το φιλμ να είναι μια ανάμνηση από το μέλλον.


Στις ταινίες σου επίσης υπάρχει μια αίσθηση παιδικότητας αλλά και κάτι το πολύ σκληρά ενήλικο, και κάτι το άφοβο. Υπάρχουν αντικείμενα που δεν ξέρεις αν πρέπει να τα φοβάσαι ή να πας να τα αγγίξεις. Ή μορφές όπως της Κέιτ Μπους. Δεν ξέρεις τι να νιώσεις απέναντί της. Σε φοβίζει; Σε ερεθίζει;

Είναι σαν τριαντάφυλλο με αγκάθια! Αυτό είναι συνήθως που ψάχνω έτσι κι αλλιώς, αυτά τα πράγματα αναζητώ με τη δουλειά μου. Αναζητώ αυτές τις δυικότητες, αυτές τις αντιθέσεις, που να μην ξέρει ο θεατής πώς… ξέρεις, να σκέφτεται πως «το θέλω αλλά και δεν το θέλω». Ζούμε σήμερα σε έναν κόσμο που κόβει διαρκώς τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα. Κι αυτό είναι πολύ λυπηρό.

[γνέφω καταφατικά]

Ξέρεις, όταν άνθρωποι έρχονται να πουλήσουν τριαντάφυλλα, τα κόβουν τα αγκάθια.

Α, μιλάς κυριολεκτικά!

Ναι! [γελάμε]

Αλλά ναι, είναι φυσικά κι εικόνα του κόσμου που ζούμε σήμερα. Μας αρέσει η ομορφιά των τριαντάφυλλων, αλλά δε θέλουμε να αποδεχτούμε και τα αγκάθια τους.

Στις ταινίες σου γενικά υπάρχει σίγουρα μια αίσθηση κινδύνου. Ακόμα και ως προς το ότι στο σινεμά σήμερα υπάρχει ένας φόβος απέναντι ας πούμε στη σεξουαλικότητα.

Βλέπω σεξ στο σινεμά σήμερα, αλλά δεν βλέπω ερωτισμό. Κι αυτό με ενδιαφέρει. Θέλω να ερωτικοποιώ τα πάντα, όχι να τα σεξουαλικοποιώ. Έχει να κάνει με τον ερωτισμό αυτό που προσπαθώ να πετύχω. Ο ερωτισμός είναι τα σώματα, αλλά μπορεί να είναι και αντικείμενα, μπορεί να είναι κι η φύση. Ο ερωτισμός είναι μια νοητική κατάσταση. Μπορεί να συνδεθεί και με τον σουρεαλισμό επίσης. Παρότι είμαστε σε μια χρονική περίοδο που δείχνουμε εύκολα το σεξ με πολύ ωμό και κακόγουστο τρόπο. Ο ερωτισμός είναι σαν ένα φως– φυσικά και θα μας φόβιζε. Ενώ το σεξ όπως παρουσιάζεται, δεν μας φοβίζει.

Τι αντιδράσεις έχεις παρατηρήσει να προκαλεί το σινεμά σου γενικά;

Ο “Βρώμικος Παράδεισος” ξεκίνησε εδώ από το Λοκάρνο, τα “Άγρια Αγόρια” ήταν στη Βενετία. Κι οι δύο ήταν ταινίες που δημιούργησαν φόβο στο Φεστιβάλ των Καννών. Όταν τα “Αγόρια” είχαν μια ας πούμε επιτυχία για πρώτη ταινία, οι Κάννες το μετάνιωσαν. Αλλά και για τον “Παράδεισο” τώρα λέγαν πως φοβούνται ότι θα διχάσει, και δεν έκαναν τίποτα.

Μάλλον δεν είμαι αρκετά Γάλλος για τους Γάλλους! Είναι αλήθεια, δεν κάνω αυτό που λέμε γαλλικές ταινίες. Αν προερχόμουν από την Αμερική ή ας πούμε από την Ελλάδα, τότε αυτό που κάνω θα ήταν… κάτι. Θα το εξέταζαν διαφορετικά. Αλλά είμαι Γάλλος. Και για τους Γάλλους είμαι παράξενος. Δεν πειράζει όμως. Δεν υπάρχει χειρότερο από το να πας σε ένα Φεστιβάλ επειδή νιώθουν πως «πρέπει» να έχουν ένα φιλμ αλλά να μην το θέλουν πραγματικά. Εδώ από τον Τζόνα [σσ. Νατσάρο, καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ] και την επιτροπή επιλογής υπήρξε τόση αγάπη και επιθυμία για το φιλμ.

Θα ήθελα τέλος να ρωτήσω κάτι και τους δυο σας. Τι είναι αυτό που κάνει τόσο δυνατή τη συνεργασία σας;

Ελίνα Λόουενσον, μιλώντας πλέον για τον εαυτό της: Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ηθοποιό, και με το πώς συνεργαζόμαστε με τον Μπερτράν δεν βλέπω ακριβώς συνεργασία, αλλά μια συνύπαρξη. Είναι σαν αυτά τα φυτά στο νότο, που δεν χρειάζονται νερό αλλά μεγαλώνουν. Τα αφήνεις, τα κοιτάς καιρό μετά, κι έχουν μεγαλώσει. Έτσι νιώθω. Θρεφόμαστε ο ένας από τον άλλο.

Και είναι σημαντικό ότι εγώ έχω το ρόλο μου, δεν είμαι σκηνοθέτης, δεν γράφω, είμαι ηθοποιός. Μπορώ να του πω πράγματα για τον χαρακτήρα μου, να τον κάνει καλύτερο, πιο δυνατό, πιο διαφορετικό από την προηγούμενη φορά… κι άλλα τέτοια. Αλλά είμαι ηθοποιός, όχι σεναριογράφος. Γι’αυτό νομίζω δουλεύει τόσο καλά.

Ξανά Ελίνα Λόουενσον, αυτή τη φορά μεταφράζοντας τον Μπερτράντ Μαντικό: Η Ελίνα είναι η ηθοποιός που θα ήθελα να είμαι. Θα ήθελα να είμαι μια ηθοποιός. Όχι ένας, μία! Η Ελίνα είναι η ηθοποιός που θα ήθελα να είμαι.

*Η ταινία “After Blue” (“Βρώμικος Παράδεισος”) κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Carousel Films. Η συνέντευξη έγινε το Φεστιβάλ Λοκάρνο το καλοκαίρι του ‘21.

*Ευχαριστούμε το Φεστιβάλ του Λοκάρνο για την φιλοξενία.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα