Γιώργος Γκικαπέππας: “Με συγκινεί η δράση, η ένταση, η αδρεναλίνη”
Διαβάζεται σε 15'
Ο δημιουργός και σκηνοθέτης του «Αύριο» που κάνει πρεμιέρα σήμερα στο Ertflix με τρία επεισόδια, της πρώτης αληθινής περιπέτειας στην ελληνική τηλεόραση, Γιώργος Γκικαπέππας μιλά για όλα.
- 06 Φεβρουαρίου 2026 06:25
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Γκικαπέππας είναι ο τέλειος συνομιλητής για τον δημοσιογράφο. Μιλά πολύ χωρίς να τον ρωτήσεις και έχει πολλή όρεξη να εξιστορεί. Ελπίζω όταν σε συμπαθήσει… Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια φθάνεις να έχεις μπροστά σου ένα τεράστιο κείμενο για να διαχειριστείς, πράγμα όχι τόσο εύκολο. Ειδικά όταν το κείμενο προέρχεται από τον χείμαρρο Γιώργο, τον άνθρωπο που υπογράφει τη σειρά «Αύριο» που κάνει πρεμιέρα σήμερα στο Εrtflix και θα συμμετέχει στη Berlinale – είμαι σίγουρη ότι θα σκίσει!
Εδώ είναι η ζωή του, σε πρώτο πρόσωπο και κυρίως η πορεία του με τις πολλές στροφές. Ο Γιώργος Γκικαπέππας, που οι περισσότεροι θαύμασαν από το αριστούργημα «Έρημη Χώρα» έχει μακρά πορεία και μάλιστα έντονα θεατρική. Και δεν διαχωρίζει απολύτως τα είδη, με την έννοια ότι χρησιμοποιεί «πολύ θέατρο» στις ταινίες και ηθοποιούς που έχουν ιδρώσει στη σκηνή.
Είναι ένας ωραίος μάγος ο Γιώργος, ευαίσθητος και ρομαντικός μα και ρεαλιστής και πολύ καλός ψυχογράφος της κοινωνίας. Δεν είναι μόνο αυτό όμως που τον καθιστά μια σπάνια περίπτωση, είναι που γράφει ο ίδιος, που καταπιάνεται με όλα τα είδη, που τολμά να μας δίνει δράση που χρειάζεται πολλή τόλμη και σκληράδα, που χρειάζεται και πολλές αντοχές, πάντα όμως με τον άνθρωπο ουσιαστικό πρωταγωνιστή. Τον αληθινό άνθρωπο, με τις αδυναμίες και τις παραξενιές του, την καλοσύνη και τα απωθημένα του, τους φόβους και τις ελπίδες.
Πάντα στις δημιουργίες του νιώθεις απ’ όλα, σε απορροφά, σε ταξιδεύει, σε αγγίζει με κάθε τρόπο. Και έχει πολύ πλάκα που αγαπάει τόσο πολύ την περιπέτεια, αυτό που οι Αμερικάνοι λένε adventure και κουβάλησε το καστ του σε βουνά και ποτάμια και τους έβαλε να κάνουν… ακροβατικά. Επίσης, μεταξύ μας, είναι και πολύ ωραίος τύπος να τον κάνεις παρέα.
Ο δρόμος προς την ενηλικίωση
Μεγάλωσα στην Αθήνα, σε μια εργατική γειτονιά στο Περιστέρι, όπου η δόμηση ήταν ακόμα χαμηλή. Υπήρχαν πολυκατοικίες αλλά ήταν μια γειτονιά στην οποία μαζευόμασταν τα παιδιά στον δρόμο και γινόταν χαμός. Δηλαδή, τα περισσότερα σπίτια είχαν αυλές, οπότε ήμαστε συνεχώς έξω για παιχνίδι. Ήμουν καλός μαθητής και πάντα είχα άγχος για τους βαθμούς, αν και αργότερα το ξεπέρασα αυτό. Γενικά ήμουν ένα πολύ ήσυχο παιδί, μέχρι την εφηβεία μου. Η μάνα μου έλεγε, «αυτό το παιδί το αφήνω να ζωγραφίζει στο τραπέζι, βγαίνω έξω για δουλειές, γυρίζω και το βρίσκω ακόμα στην ίδια θέση». Από τα 15 μου και μετά, έλεγε, «ξύπνησε ένας δαίμονας μέσα του και δεν κρατιόταν».
Όταν έχασα τον πατέρα μου, στα 9 μου, ήταν κάτι που μου έδωσε μια πρόωρη ανεξαρτησία αλλά ταυτόχρονα ήταν και μια απώλεια σημείου αναφοράς -ίσως αργείς να ανακαλύψεις πράγματα που αν είχες κάποιον να σου τα πει, θα τα είχες ανακαλύψει νωρίτερα. Θυμάμαι ότι η μάνα μου είχε τη δική της αγωνία και παρότι ποτέ δεν με πίεζε για τα εκκλησιαστικά, με πήγε σε ένα κατηχητικό νιώθοντας μάλλον ότι αυτό θα με βοηθούσε. Ήταν ιδιαίτερη εμπειρία. Μετά με πήγε σε έναν νέο κατηχητή, τον οποίο συμπαθούσε, γιατί και εκείνη από την πλευρά της, έχοντας χάσει τον άντρα της μάλλον προσπαθούσε να αναζητήσει κάτι στην εκκλησία. Με έπαιρνε μαζί της εκεί, αντί να με αφήνει να πηγαίνω στα νεκροταφεία -που ήταν για μένα ένας πολύ οικείος χώρος, λόγω των πολλών απωλειών στην οικογένεια και πήγαινα συχνά. Και τώρα που το σκέφτομαι, ναι, ο θάνατος και η απώλεια γράφτηκαν μέσα μου, παρότι είμαι πάρα πολύ ψύχραιμος σε αυτό το θέμα. Εκεί, στο κατηχητικό πήρα το πρώτο μου βραβείο για ένα διήγημα και μετά άρχισα να γράφω περισσότερο. Παράλληλα, ζωγράφιζα και έπαιζα μουσική.
Γύρω στα 16-17 μου, άρχισα να διαβάζω μανιωδώς θέατρο. Νομίζω ότι αυτό με διαμόρφωσε και καθόρισε το ποιος είμαι σήμερα. Άρχισα να κάνω παραστάσεις στο σχολείο ενώ ταυτόχρονα έγραφα κιόλας. Αυτή η αίσθηση του εγκλωβισμού, των προσώπων που αναδεικνύονται, του παρελθόντος, των ταυτοτήτων και των δυναμικών που έχει το θέατρο με επηρέασε πάρα πολύ. Διάβασα πρώτα αμερικανικό και ευρωπαϊκό θέατρο, μετά νεοελληνικό, και τελικά ανακάλυψα τη δύναμη και το μέγεθος του αρχαιοελληνικού θεάτρου.
Στα 20 μου, ένιωθα ότι μπορούσα να καταλάβω τη διαφορά του Ευγένιου Ο’ Νιλ από τον Έντουαρντ Άλμπι. Από αυτή τη βάση, κάποια στιγμή, άρχισε να σχηματίζεται μια εσωτερική βιβλιοθήκη μέσα μου. Επίσης παρακολουθούσα πολλές παραστάσεις. Σκέφτηκα να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο, πήγα μέχρι εκεί, αλλά άλλαξα γνώμη και γύρισα σπίτι. Είχα κάνει πρόβες με μονολόγους, αλλά τελικά δεν πήγα. Έπειτα, μπήκα στη Σχολή Σταυράκου για σκηνοθεσία, όπου εκεί άρχισε κάτι νέο να συμβαίνει.
Για μένα, η δημόσια τηλεόραση ήταν ένα περίεργο εκπαιδευτήριο – εκεί διακρίθηκα από τις δουλειές μου τα τελευταία χρόνια. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός καθόμουν με τη μάνα μου το βράδυ και βλέπαμε ταινίες. Η δημόσια τηλεόραση έγινε κομμάτι του σπιτιού και ήταν ένα «παράθυρο» με σοβαρές προτάσεις, που μπορεί σήμερα να μην υπάρχουν. Η τηλεόραση και ο κινηματογράφος έχουν αλλάξει πολύ.
Το θέατρο, οδηγός του για τον κινηματογράφο
Το θέατρο είχε για μένα μια ξεχωριστή θέση στη ζωή μου και στην καρδιά μου. Άρχισα να συνδέω αυτή την εμπειρία με το σινεμά και μου άρεσε πολύ, γιατί πιστεύω ότι το σινεμά δεν είναι απλά εικόνες. Η κινηματογράφηση δεν είναι μόνο εικαστικός τρόπος, πρέπει να ξέρεις πώς να στήσεις μια σκηνή και να την αφηγηθείς.
Στη Σχολή Σταυράκου, αυτό με έβαζε σε δύσκολη θέση, γιατί οι συμφοιτητές μου με δούλευαν λίγο για τη σύνδεση που έβλεπα μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου. Εγώ πάντα επέμενα στο σενάριο και στους ηθοποιούς, γιατί για μένα είναι η βάση του κινηματογράφου. Υπάρχουν άλλοι που επικεντρώνονται στην εικόνα, αλλά εγώ πιστεύω ότι χωρίς καλό σενάριο και χαρακτήρες, το φιλμ δεν έχει ουσία.
Πιστεύω ότι κάποια στιγμή, γύρω στο 2000-2001, κάτι άλλαξε στον κινηματογράφο στην Ελλάδα, αλλά εξακολουθούσε να υπάρχει αυτή η άγονη κινηματογραφική γλώσσα.
Οι ηθοποιοί έπαιζαν λίγο αμήχανα και διδακτικά, χωρίς να γίνονται πρόβες, και ο σκηνοθέτης ήταν ο μεγάλος μαέστρος τον οποίο οι ηθοποιοί ακολουθούσαν χωρίς να υπάρχει ουσιαστική σύνδεση. Αυτή η ανάγκη, όμως, για επαφή με τους ηθοποιούς και το θέατρο ήταν που με οδήγησε στο να κάνω παραστάσεις -και αν δεν το έκανα, θα ’σκαγα.
Η πρώτη μου παράσταση λεγόταν «Παιχνίδι της Μέρας». Ήταν μια διασκευή από το έργο «Δακτυλογράφοι» του Μάρεϊ Σίσγκαλ. Ένα κλειστοφοβικό έργο στο οποίο δύο υπάλληλοι, ένας άντρας και μία γυναίκα, με δύο γραφομηχανές συνυπάρχουν όλη τους τη ζωή σε ένα γραφείο.
Οι δεκαετίες περνάνε και αυτοί παραμένουν εκεί. Είναι δυο άνθρωποι που ποτέ δεν έγιναν ζευγάρι, παρόλο που το ήθελαν, σε ένα πολύ σπαρακτικό, εγκλωβισμένο σκηνικό. Η επόμενή μου παράσταση ήταν το «Θαλασσινό τοπίο» του Έντουαρντ Άλμπι . Στο ίδιο μοτίβο με τα έργα του Άλμπι, έχει επίσης ένα κεντρικό ζευγάρι που βγάζει τα προβλήματά του σε ένα άλλο, νεότερο ζευγάρι, μόνο που το ζευγάρι αυτό δεν είναι ακριβώς αληθινό, αφού είναι δύο πλάσματα που βγήκαν από το νερό.
Ο Άλμπι δημιουργεί μια τρομερή συγκρουσιακή σχέση ανάμεσα σε ένα μορφωμένο ζευγάρι στα όρια της σύνταξης που προσπαθεί να εκπαιδεύσει ένα ζευγάρι που μόλις βγήκε από το νερό και στην εξέλιξη το βασανίζει. Αυτό το δραματουργικό μοντέλο όπου ένα ζευγάρι που ενώ τρώει τις σάρκες του θέλει να φάει και τις σάρκες των άλλων, επειδή δεν ικανοποιείται με το να καταβροχθίσει μόνο τις δικές του, μού άρεσε πολύ τότε. Αυτήν την παράσταση την είχα κάνει στο Θέατρο Ροές με τη Σμαράγδα Σμυρναίου και τον Γιάννη Ροζάκη. Μετά έκανα ένα επίσης αγγλόφωνο έργο, το «Ξένοι Τόποι» του Φίλιπ Γκούλντινγκ, που είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου. Και εκεί μπήκα στα βαθιά, κάνοντας μια παράσταση με δέκα ηθοποιούς στο θέατρο Εμπρός. Ήταν το 2004.
Το έργο μιλούσε για την προσφυγιά πολύ πριν την ευρύτερη αναγνώριση του ζητήματος. Το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που άκουσα για αυτή την παράσταση ήταν από τη Λίλο Μπάουρ, που μου είπε ότι ο τρόπος που δούλευα συγχρονιζόταν πολύ με τις τάσεις που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη. Η ατάκα αυτή με συγκίνησε πολύ και με βοήθησε να πιστέψω περισσότερο σε αυτό που κάνω.
Μετά, δέχτηκα μια πρόταση από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, να «ξυπνήσουμε» το Θέατρο της Δευτέρας στην ΕΡΤ. Είχαμε σκοπό να ανεβάσουμε γνωστά και άγνωστα στο ευρύ κοινό ελληνικά μονόπρακτα (Κεχαΐδη, Σκούρτη, Ευθυμιάδη, Ποντίκα, κ.α.) και να τους δώσουμε μια νέα πνοή -όχι μόνο ως ανεβάσματα αλλά και με την κινηματογράφηση. Δεν ήθελα να γίνει απλά μια τηλεοπτική κάλυψη, αλλά να δουλέψω με τους θεατρικούς σκηνοθέτες και να δημιουργήσουμε μαζί μια οργανική και λειτουργική κινηματογράφηση. Αυτό ήταν μια πρωτότυπη ιδέα και η ΕΡΤ την πίστεψε.
Η σχέση θεάτρου και κινηματογράφου με απασχολούσε πάντα, και όταν μελέτησα τον Ηλία Καζάν, κατάλαβα κάτι πολύ σημαντικό για αυτή τη σύνδεση. Ο Καζάν, όπως και λίγο μετά οι μεγάλοι του νέου αμερικανικού σινεμά, ο Σκορσέζε, ο Κασσαβέτης, ο Κόπολα, δημιούργησαν κάτι που ήταν πολύ «βρώμικο» και ανεξάρτητο, βασισμένο στην ελευθερία της κάμερας και των ηθοποιών στις λήψεις, αλλά και στην αίσθηση μιας live και ζωντανής αποκάλυψης. Αυτό με επηρέασε βαθιά και κατάλαβα γιατί η αμερικανική σχολή ηθοποιών και σκηνοθετών είχε και έχει πάντα στενή σχέση με το θέατρο.
Από τη μεγάλη οθόνη στις επιτυχίες της μικρής
Αργότερα, δέχτηκα μια πρόταση από τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη να συνεργαστούμε στη σκηνοθεσία της σειράς «4» για το ΜEGA. Ήταν μια πολύ μεγάλη παραγωγή, μια από τις τελευταίες πριν την οικονομική κρίση. Τότε, μετά από όλη αυτή την εμπειρία, είπα ότι ήρθε η ώρα να κάνω την πρώτη μου ταινία. Έτσι, ξεκίνησα να γράφω την «Πόλη των Παιδιών», η οποία στην ουσία είναι τέσσερις ιστορίες εγκυμοσύνης μέσα στην οικονομική κρίση. Αυτή η ταινία πήρε δύο βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Παρόλο που δεν ήταν στο Διεθνές Διαγωνιστικό, η ταινία πήρε το βραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών και το βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών. Η «Πόλη των Παιδιών» άνοιξε ένα μονοπάτι που με φώτισε και μου έδειξε τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τέσσερα χρόνια μετά έκανα τη δεύτερη ταινία μου, το «Silent», μετά από μεγάλες δυσκολίες και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με επέλεξε για το Διεθνές Διαγωνιστικό, όπου κέρδισα πάλι το βραβείο καλύτερης ταινίας της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών. Έχω πάρει και για τις δύο μου ταινίες αυτό το βραβείο και είναι μια καταξίωση για μένα, γιατί τις έκανα με πολύ δύσκολες συνθήκες.
Μετά ήρθε η τηλεόραση, με τις σειρές. Ένας κόσμος που μου έδινε τη δυνατότητα να κάνω ό,τι δεν έκανα στο σινεμά. Έκανα τις πρώτες δραματοποιημένες σειρές ντοκιμαντέρ για το Cosmote History και ήθελα διακαώς να ξαναγυρίσω στη μυθοπλασία. Με κράτησαν για λίγο με μια πρόταση που τους έκανα για τη «Γενιά του ’30», που είναι μια πολύ αγαπημένη δουλειά για μένα αλλά και για την Cosmote, που τη θεωρεί μία από τις καλύτερες δραματοποιημένες σειρές που έχει. Ήταν μεγάλη άσκηση για μένα, γιατί δούλευα συνέχεια με ηθοποιούς και μου έλεγαν, «πώς είναι δυνατόν να κάνεις δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ και να έχεις όλο το θέατρο στα πόδια σου;»
Από εκεί και μετά, μου έγινε μια πρόταση να κάνω μια μίνι σειρά -όχι σε δικό μου σενάριο. Ήταν ένα adaptation της αγγλικής σειράς “Liar”, μιας ιστορίας ενός βιασμού με νάρκωση, όπου για τους βασικούς ήρωες επέλεξα τον Χρήστο Λούλη και την Αλεξάνδρα Αϊδίνη. Ήταν μια σειρά που πραγματικά έδειχνε το αληθινό πρόβλημα και ήταν το ψυχογράφημα όχι μόνο της ηρωίδας που υπέστη όλο αυτό αλλά και του γιατρού που ήταν υπαίτιος για το βιασμό. Για μένα, αυτή η σειρά ήταν ένα εγχειρίδιο για να καταλάβουμε την ψυχολογία των αρνητικών χαρακτήρων. Τότε δέχτηκα την πρόταση για «Το Βραχιόλι της Φωτιάς», που έγινε μια τεράστια επιτυχία και ένα κερδισμένο στοίχημα, αφού ήταν η πρώτη απόπειρα ελληνικής σειράς πλατφόρμας για το Ertflix.
Όταν μου ζήτησαν κάτι δικό μου, τους πήγα την «Έρημη Χώρα», που ήταν πάλι ένα σενάριο για ταινία -έχω στο συρτάρι μου αρκετά σενάρια από ταινίες που δεν έκανα αυτά τα χρόνια, είναι το αντίδοτο δηλαδή. Η «Έρημη Χώρα» ήταν μια πολύ ευτυχισμένη συγκυρία για δύο χρόνια και αγαπήθηκε πάρα πολύ. Μπορεί ίσως επειδή ήταν ένα πιο ολοκληρωμένο έργο και δικό μου. Γιατί αυτό ήθελα πάντα να κάνω. Στην ουσία, με την «Έρημη Χώρα» είναι σα να ξανασυναντώ τον κινηματογραφικό εαυτό μου, το ότι ήθελα δηλαδή να γράφω και να σκηνοθετώ καθολικά.
Οι δύο κύκλοι της «Έρημης Χώρας» είχαν μεγάλη επιτυχία στο Ertflix και απέδειξαν ότι το πρωτότυπο περιεχόμενο, και όχι μόνο οι διασκευές μυθιστορημάτων ή τα adaptations ξένων σειρών που κάνουν κατά κόρον στην ιδιωτική τηλεόραση, μπορεί να είναι ένα περιεχόμενο εξίσου ανταγωνιστικό και επιτυ-χημένο.
«ΑΥΡΙΟ», περιπέτεια, διάσωση και οι άνθρωποι που παλεύουν
Το «Αύριο», επίσης, το έχω γράψει εγώ. Συνέλαβα και έγραψα την ιστορία και τους χαρακτήρες της και στο επόμενο στάδιο, αυτό του σεναρίου, συνεργάστηκα με την εξαιρετική σεναριογράφο Κατερίνα Γιαννάκου για να στήσουμε τα σενάρια των επεισοδίων.
Στην ιστορία, έχουμε ένα ζευγάρι που φαίνεται ιδανικό μεν, αλλά έχει πολλά προβλήματα λόγω της διαφορετικής αντίληψης του γάμου αλλά και του παιδιού που έχουν. Το «Αύριο» έχει κυρίως σκηνές περιπέτειας και δράσης, γιατί στην αφηγηματική φόρμα μού αρέσει πολύ η δράση, το μυστήριο, η αστυνομική έρευνα και η σύγκρουση των ανθρώπων. Μ’ αρέσει γιατί έχει ζωή -οτιδήποτε έχει ζωή. Μ’ αρέσει, δηλαδή, γιατί νιώθω κατ’ αρχάς ότι είναι αληθινό, ότι συμβαίνει.
Συντονίζομαι με την αδρεναλίνη της αφήγησης που μεταφέρεται σε μένα την ώρα που γράφω ή την ώρα που τη μεταφέρω στους ηθοποι-ούς και στο συνεργείο. Με συγκινεί αυτό. Η δράση, η δύναμη, η ένταση, η αδρεναλίνη, η αγωνία -τα θεωρώ πυρηνικά στοιχεία της ύπαρξής μας, δημιουργούν ζωή.
Στη σειρά, η αφήγηση είναι παράλληλη. Έχουμε ένα ζευγάρι που μεγαλώνει ένα κορίτσι 7 χρονών και βλέπουμε τι συμβαίνει μέσα σε μια «ωραία» σύγχρονη ελληνική οικογένεια. Επίσης τι σημαίνει για μια γυναίκα που κουβαλά τραύματα από το οικογενειακό της παρελθόν και είναι φωτογράφος και ανεξάρτητη, να πρέπει να διεκπεραιώσει και το ρόλο της μητέρας, και τι για έναν άντρα που πρέπει να ισορροπήσει το ρόλο του συζύγου και του πατέρα.
Αυτό το ζευγάρι συναντά μια αναπάντεχη δοκιμασία και έρχεται αντιμέτωπο με τη φύση σε πολύ αντίξοες συνθήκες και μια ομάδα διασωστών προσπαθεί να τους βρει. Μέσα από φλασμπάκ, εμείς μαθαίνουμε πώς ήταν αυτοί οι ήρωες πριν χαθούν στο ποτάμι και εξηγούνται πολλά στοιχεία και εκδοχές των χαρακτήρων τους.
Στα γυρίσματα της σειράς, η Πυροσβεστική και η ΕΜΑΚ δυσκολεύτηκαν να μας βοηθήσουν, αλλά τους δικαιολογώ διότι είναι ένα πρωτοφανές πρότζεκτ για τα χρονικά, δεν τους είχε ξανατύχει κάτι τέτοιο. Επίσης τα γυρίσματα έγιναν τέλη Αυγούστου, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, εποχή που οι άνθρωποι αυτοί ήταν φοβερά πιεσμένοι, αγχωμένοι, πάρα πολύ επιφυλακτικοί και προσεκτικοί.
Η τοπική κοινωνία, όμως, ο Δήμος Μεγαλόπολης, οι άνθρωποι της Trekking Hellas και οι ομάδα των Εθελοντών Αρκαδίας, μας έδωσαν εξαιρετική βοήθεια. Κατεβήκαμε σε σημεία που το φαράγγι είναι απροσπέ-λαστο, μας άνοιξαν δρόμους -γιατί στα πιο ωραία σημεία του ποταμού φτάνεις μόνο μέσα από άγριους χωματόδρομους- και μας έδωσαν πολλή πληροφορία και πολλά μυστικά για το ποτάμι. Γενικά υπήρχε μεγάλος βαθμός επικινδυνότητας στα γυρίσματα.
Καθώς προχωράνε τα χρόνια, νιώθω πως εξελίσσομαι -όπως κάθε άνθρωπος. Με τον καιρό, βρίσκεις σιγά σιγά τα κομμάτια του παζλ που αποτελούν τον εαυτό σου, τα μαζεύεις ή μαζεύονται χωρίς να το περιμένεις και εκεί κάπου ξέρεις τι νιώθεις και πώς αποφασίζεις να διαχειριστείς μια ιδέα και να γεννήσεις ένα έργο. Για να αγαπήσει το κοινό κάτι που κάνεις, πρέπει να είναι μια συγκροτημένη πρόταση, που έχει ταυτότητα. Και αυτό προσπαθώ να πετύχω πάντα – να μη δημιουργώ αυθαίρετα χωρίς ουσία και πλοκή.