Αγαθή Δημητρούκα: “Την ημέρα της ποίησης, το αρχείο του Γκάτσου έφυγε για το Χάρβαρντ”
Διαβάζεται σε 16'
Η Αγαθή Δημητρούκα κουβαλά μια εμπειρία ζωής άρρηκτα δεμένη με τον Νίκο Γκάτσο. Με αφορμή τις δύο συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής, με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά σταθήκαμε στην κοινή τους πορεία, στο αρχείο που έφτασε στο Χάρβαρντ και τη διαχρονικότητα του έργου του.
- 05 Φεβρουαρίου 2026 06:26
Η διαδρομή της Αγαθής Δημητρούκα ξεκινά από ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας και διασχίζει ολόκληρη τη νεότερη πνευματική ιστορία του τόπου. Παιδικά και εφηβικά χρόνια σημαδεμένα από φτώχεια, σκληρότητα και όνειρο, μια φυγή προς την Αθήνα και μια ζωή που ξεδιπλώθηκε στο πλευρό του Νίκου Γκάτσου, μέσα σε κύκλους σπουδαίων ανθρώπων που καθόρισαν τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη σκέψη της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Σήμερα, ως στιχουργός, συγγραφέας, μεταφράστρια και κληρονόμος του έργου του Γκάτσου, η Αγαθή Δημητρούκα κουβαλά μια ολόκληρη εποχή, τους ήχους της οποίας θα ψηλαφίσουμε στις δύο συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής (5/2 και 7/2), με τη στιβαρή φωνή του Μανώλη Μητσιά.
Με αφορμή αυτές τις δύο συναυλίες, το πρόγραμμα των οποίων επιμελήθηκε, σταθήκαμε διακριτικά σε λίγα μόνο από τα πολλά που θα μπορούσε κανείς να τη ρωτήσει: τη σχέση ζωής με τον Νίκο Γκάτσο, το ταξίδι του αρχείου του στο Χάρβαρντ και τον τρόπο με τον οποίο ένα έργο συνεχίζει να αναπνέει στο παρόν.
– Ξεκινάμε από τα πρακτικά – αλλά πολύ ουσιαστικά – που αφορούν στην επιμέλεια ενός μουσικού αφιερώματος στον Νίκο Γκάτσο και τι σημαίνει αυτό. Είναι η επιλογή των τραγουδιών, η δραματουργία και ο ρυθμός της βραδιάς ή κάτι πιο αδιόρατο που αφορά το πώς ακούγεται σήμερα ο λόγος του;
Συνήθως είναι όλα αυτά και επιπλέον η εύρεση του τίτλου και, αν χρειαστεί, η συγγραφή σύντομων κειμένων εισαγωγικών ή συνδετικών των τραγουδιών, πράγμα εύκολο για μένα μιας και είμαι συγγραφέας. Αναλαμβάνω η ίδια την επιμέλεια προγράμματος συναυλιών αφιερωμένων στον Νίκο Γκάτσο γιατί, ως διαχειρίστρια του έργου του, έχω υπόψη μου το σύνολο των τραγουδιών του και κύριο μέλημά μου την ανάδειξή τους. Έτσι, μαζί με τους πολύ γνωστούς στίχους του, ακούγονται κάθε φορά και κάποιοι λιγότερο γνωστοί αλλά εξίσου αντιπροσωπευτικοί της γραφής του. Βεβαίως, καθοριστικοί παράγοντες στη διαμόρφωση ενός προγράμματος είναι οι ερμηνευτές -συμπεριλαμβανομένων ενίοτε των μουσικών-, ο χώρος και ως έναν βαθμό η κοινωνικοπολιτική συγκυρία. Για τον ρυθμό της βραδιάς, σέβομαι τη γνώμη του μουσικού υπεύθυνου. Θυμάμαι τον Μάνο Χατζιδάκι, όταν με τον Γκάτσο έψαχναν την ιδανική σειρά των τραγουδιών τους σ’ έναν υπό έκδοση δίσκο, να προτάσσει την ανάγκη να ταιριάζει η πρώτη νότα ενός τραγουδιού με την τελευταία του προηγούμενου. Φυσικά, σε μια συναυλία, όπου μεσολαβεί λόγος ή και χειροκρότημα, αυτό δεν είναι απαραίτητο αλλά το προσπαθούμε.
– Πώς ζήσατε τη σχέση του Γκάτσου με τον Μανώλη Μητσιά, που είναι και ο κεντρικός ερμηνευτής στις δύο συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής;
Επιτρέψτε μου μια διευκρίνηση: Ο Μητσιάς δεν είναι ο κεντρικός ερμηνευτής στις δύο συναυλίες, είναι ο μοναδικός ερμηνευτής. Κάτι σαν one man show, για να θυμηθώ έναν αμερικάνικο όρο σ’ αυτή την άσχημη πολιτική συγκυρία για την Αμερική και κατά συνέπεια για όλη την υφήλιο. Ερχόμενη στην ερώτησή σας, τον Μητσιά τον γνώρισα το καλοκαίρι του 1975 που άρχισαν να ολοκληρώνονται οι στίχοι στις προϋπάρχουσες μελωδίες και παράλληλα να ηχογραφούνται τα πρώτα τραγούδια του δίσκου ΑΘΑΝΑΣΙΑ. Ο Γκάτσος, ίσως τον βοηθούσε και το ανάστημά του σ’ αυτό, φερόταν σαν ένας σοφός πατέρας προς τους νεότερους από εκείνον συνεργάτες του. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τον Μητσιά τον θεωρούσε «καλό παιδί», κάτι που το έλεγε συχνά. Μεταξύ τους υπήρχε αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Ο Γκάτσος έγραφε στίχους καθαρά για τη φωνή του Μητσιά, ο οποίος κοίταζε πώς θα τους ερμηνεύσει καλύτερα, επιδεικνύοντας φιλομάθεια και προσαρμοστικότητα. Επίσης, ο Γκάτσος εμπιστευόταν τον Μητσιά ως οδηγό, τον θεωρούσε εξαιρετικό. Γι’ αυτό, όταν ο Μανώλης του είπε «Κύριε Γκάτσο, τραγουδάω σε μια συναυλία στο Αγρίνιο. Θα θέλατε να πάμε παρέα, έτσι, για μια βόλτα; Θα γυρίσουμε αμέσως μετά;», εκείνος δέχτηκε με την προϋπόθεση να περάσουν από το χωριό μου για να δει τη γάτα του (την είχα μεταφέρει στη μάνα μου γιατί ο Νίκος θα έφευγε από τη μονοκατοικία που έμενε) και να πάρουν κι εμένα για την Αθήνα. Ήταν 20 Ιουνίου 1976 κι από τότε ήμουν παρούσα στο καθημερινό τηλεφώνημα του Μανώλη: «Καλημέρα, κύριε Γκάτσο, τι κάνετε;», «Καλά, Μανώλη, εσύ;»…
– Έχετε πει ότι στις πρώτες σας συζητήσεις με τον Γκάτσο νιώθατε «σαν να ήσασταν συνομήλικοι στην παιδική σας ηλικία». Ποιες αποχρώσεις ήταν αυτές που σας έφεραν κοντά;
Στην παιδική μας ηλικία, παρόλο που απείχε σχεδόν μισό αιώνα, βιώσαμε ίδια συναισθήματα και παρόμοιες καταστάσεις: μοναχικότητα, ερημιά, φόβο και συστολή, έλλειψη πατρικής προστασίας, φτώχεια, σκληρότητα, ζωή σε μικρό χωριό. Αλλά ήταν ίδιες και οι αντιδράσεις μας, οι αντιστάσεις μας σε αυτά: φιλομάθεια, καταφυγή στα γράμματα και στο όνειρο, ενσυναίσθηση και ευσυνειδησία, και διασκέδαση του φόβου με τον ίδιο τρόπο. Όταν έπεφτε ο ήλιος, ο Νίκος, ορφανός από πατέρα, έβγαινε στο παράθυρο κι έλεγε δυνατά τα μαθήματά του, κανένα ποίημα ή κανένα τραγούδι περιμένοντας να δει τη μητέρα του να γυρνάει απ’ τα χωράφια καβάλα στον γαϊδαράκο της, για να αναφωνήσει στην αδερφή του «η μάνα μας, η μάνα μας» και να τρέξουν και οι δυο μαζί να την προϋπαντήσουν. Εγώ, έκανα το ίδιο στο κατώφλι του σπιτιού μου, κι όταν άκουγα από μακριά τη μάνα μου, που γυρνούσε απ’ τα χωράφια καβάλα στη γαϊδουρίτσα της, να χαιρετάει την πιο καλή της φίλη, φώναζα προς τα μέσα στον ανάπηρο πατέρα μου «η μάνα, ήρθε η μάνα» κι έτρεχα επίσης να την προϋπαντήσω.
– Έχετε μιλήσει για το πώς είναι να ζεις «στη σκιά» ενός τόσο μεγάλου δημιουργού, λέγοντας πως για εσάς ήταν μια προστατευτική αύρα. Πώς διαμορφωνόταν αυτή η ισορροπία, με δεδομένο ότι είχατε και εσείς μια πολύ ενεργή, αυτόνομη δημιουργική πορεία;
Ήταν, είναι και θα είναι μια παντοτινή προστατευτική αύρα. Αν δεν τον αισθανόμουν έτσι, σίγουρα δεν θα μπορούσα ν’ αντέξω τα μεγάλα προβλήματα που μου έφερε αργότερα η ζωή. Λοιπόν, η δική μου δημιουργική πορεία τότε ‒ως έναν βαθμό από επιλογή‒ δεν ήταν ούτε πολύ ενεργή ούτε πολύ αυτόνομη. Αυτό ήρθε μετά, δουλεύοντας ασταμάτητα και καταβάλλοντας τρομερό κόπο. Επειδή, όμως, η κοινή μας ζωή ξεκίνησε από τον δικό μου θαυμασμό στο έργο του Γκάτσου (τα περιγράφω όλα στο αυτοβιογραφικό βιβλίο μου) και βασίστηκε στον αμοιβαίο σεβασμό, η ισορροπία αυτού του είδους ήταν δεδομένη. Επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι ο αρχικός θαυμασμός μου για το έργο του, αντί να μειωθεί με τα χρόνια και τη συνάφεια, αυξάνεται διαρκώς, αφού όλο και κάτι καινούργιο ανακαλύπτω στο ήδη πολυδιαβασμένο.
– Οι (μυθικές) καλλιτεχνικές και πνευματικές παρέες εκείνης της γενιάς γιατί είναι δύσκολο να υπάρξουν σήμερα; Τι έχει αλλάξει στον τρόπο που συναντιόμαστε και βλέπουμε τον κόσμο;
Οι άνθρωποι που συνιστούσαν εκείνες τις παρέες, θαύμαζαν το έργο ή τις πνευματικές αναζητήσεις ο ένας του άλλου, πίστευαν στην πολυφωνία και αλληλοϋποστηρίζονταν ακόμα κι αν διαφωνούσαν. Δεν κυριαρχούσε ο ισοπεδωτικός ναρκισσισμός του τύπου «Εγώ είμαι ο ανώτερος, το δικό μου έργο είναι το σημαντικότερο, όλοι οι άλλοι πρέπει να διαγραφούν, να εξαφανιστούν απ’ τον ορίζοντα». Σήμερα είναι δύσκολο να υπάρξουν ανάλογες παρέες, γιατί έχει χαθεί η δυνατότητα θαυμασμού, η απόσταση θέασης που χρειάζεται το μάτι για να διακρίνει και το μυαλό για να κρίνει τι είναι αξιοθαύμαστο. Είμαστε στριμωγμένοι μέσα σ’ ένα συνονθύλευμα εικόνων και πληροφοριών, ο χρόνος λειτουργεί ως στιγμή που διαρκώς συρρικνούται, ασφυκτιούμε και καταλήγουμε στο δίπολο θύτης-θύμα. Η έννοια του χρόνου έχει αλλάξει οριστικά. Τίποτα πια δεν μπορεί να περιβληθεί την αίγλη ή την αχλή του μυθικού.
Με τον τρόπο που λειτουργεί το διαδίκτυο, τα πάντα μπορούν να εκληφθούν ως ταυτόχρονα στο σήμερα. Και με τη μανία που έχουν πολλοί να παίζουν με την Τεχνητή Νοημοσύνη, όλα θα γίνουν «του βοριά κλωτσοσκούφι». Τις προάλλες, κάποιος μου έδειξε, πιστεύοντας πως ήταν αληθινό βίντεο, «βιντεοποιημένη» τη γνωστή φωτογραφία που δείχνει τον Ελύτη, τον Καραντώνη και τον Γκάτσο να περπατάνε στη Σταδίου: Η ανοησία στο πολλαπλάσιο. Ούτε βίντεο υπήρχε τη δεκαετία του ’50, ούτε οι άνθρωποι αυτοί ‒ιδίως ο Γκάτσος‒ περπατούσαν τόσο γρήγορα σαν να τρέχουν, κουνώντας χέρια και γυρνώντας το κεφάλι από δω και από κει σαν ελατήρια. Ειλικρινά, παρά την οικονομική μου στενότητα και τα προβλήματα της ζωής, αισθάνομαι πολύ πλούσια και ευτυχής που πρόλαβα να καλλιεργήσω την παρατηρητικότητά μου, να αισθανθώ και να θαυμάσω.
– Μιλήστε μας για το αρχείο του Γκάτσου και τη διαδρομή του μέχρι το Χάρβαρντ και γιατί επιλέξατε τελικά να το εμπιστευτείτε στο Χάρβαρντ;
Δεν πρόκειται για ογκώδες αρχείο. Ο Γκάτσος δεν ενδιαφερόταν για την υστεροφημία του. Τα λίγα χειρόγραφα που είχε φυλάξει είτε είχαν κάποιες σημειώσεις στην πίσω σελίδα είτε κάποιες ιδέες που ήλπιζε ότι κάποτε θα τις ολοκλήρωνε. Το 1994, ο Ευγένιος Αρανίτσης επιμελήθηκε μια επιλογή αυτών με τον τίτλο Δάνεισε τα μετάξια στον άνεμο, (Ίκαρος). Το 2006 η Ιταλίδα ελληνίστρια Μαρία Καρακάουζι (Πανεπιστήμιο του Παλέρμο) ανέλαβε τον σχολιασμό όλων των ποιητικών καταλοίπων (υπό έκδοση) και το 2009, η καθηγήτρια Ελένα Κουτριάνου, τον σχολιασμό της αλληλογραφίας (υπό έκδοση).
Το 2016, όταν διαπίστωσα ότι το σχέδιό μου να μετατρέψω το διαμέρισμά μου σε μελετητήριο ήταν ανέφικτο, θυμήθηκα μια σχετική πρόταση που είχε κάνει στον Γκάτσο ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, οπότε τον ρώτησα και με συμβούλεψε να απευθυνθώ σε αμερικανικά πανεπιστήμια. Συνέπεσε ν’ ακούω στο ραδιόφωνο, φιλοξενούμενο στην τότε εκπομπή του φίλου Μάκη Προβατά, τον καθηγητή Παναγιώτη Ροϊλό, κάτοχο της Έδρας Σεφέρη στο Χάρβαρντ. Ο Προβατάς με έφερε σε επαφή με τον Ροϊλό κι εκείνος με τη βιβλιοθηκονόμο Ρέα Λεσάζ, υπεύθυνη για την ελληνική γλώσσα, η οποία ενθουσιάστηκε και μου ζήτησε έναν κατάλογο του αρχείου. Μπήκα σε αρχεία διαφόρων βιβλιοθηκών, έμαθα τη σχετική ορολογία κι έστειλα μια ακριβέστατη καταγραφή.
Στη συνέχεια, σκανάρισα όλα τα χειρόγραφα, τα γράμματα και τις φωτογραφίες για το δικό μου αρχείο, τα πρωτότυπά τους τα έβαλα σε πιθανή χρονολογική σειρά και χώρισα τα δακτυλόγραφα των τραγουδιών με τις παραλλαγές τους σε ενότητες δίσκων για διευκόλυνση των μελλοντικών μελετητών, συγκέντρωσα τους δίσκους και τα βιβλία κι έπειτα από ενάμισι χρόνο δουλειά, στις 21 Μαρτίου 2018, ημέρα της ποίησης, το αρχείο έφυγε για τη Βιβλιοθήκη Χότον του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, στην οποία στεγάζεται και το αρχείο της Έμιλι Ντίκινσον που ως γνωστόν ο Γκάτσος υπεραγαπούσε.
Το γιορτάσαμε με τη συναυλία «Ο Γκάτσος που αγάπησα» με τον Μανώλη Μητσιά και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στο θέατρο του πανεπιστημίου τον Οκτώβριο του 2018 και με την έκθεση στη Χότον και την ημερίδα που επιμελήθηκε ο καθηγητής Ροϊλός τον Μάιο του 2019. Πλέον, το αρχείο Γκάτσου είναι ψηφιοποιημένο και ελεύθερα προσβάσιμο για ερευνητές απ’ όλο τον κόσμο, με μόνη εξαίρεση κάποια ντοκουμέντα που υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Παράλληλα, στην ιστοσελίδα gatsosarchive.org υπάρχει η πλατφόρμα songs, με τους στίχους του Γκάτσου όπως απαντώνται στη νέα, αναθεωρημένη έκδοση Όλα τα τραγούδια (Πατάκης, 2018), στην οποία αναρτώνται προτεινόμενες μεταφράσεις σε διάφορες γλώσσες. Η πλατφόρμα εγκαινιάστηκε το 2022 με μια παγκόσμια τηλεδιάσκεψη, στην οποία συμμετείχε η Νάνα Μούσχουρη, πρέσβειρα σε όλο τον κόσμο των στίχων του Γκάτσου και της ελληνικής γλώσσας.
– Πώς ξεκίνησε ο έρωτάς σας με την ισπανική γλώσσα και την ποίηση της Λατινικής Αμερικής και τι σημαίνει για εσάς η έκδοση της “Αμοργού” στα ισπανικά· ένα όνειρο που τελικά πραγματοποιήθηκε;
Με είχε εντυπωσιάσει ο Ματωμένος γάμος του Λόρκα στη μετάφραση του Γκάτσου. Τον είχα παρακολουθήσει στο ραδιοφωνάκι μου στο χωριό μου πριν τελειώσω το δημοτικό και στην πρώτη γυμνασίου αγόρασα και διάβασα το βιβλίο. Όταν αργότερα, στην Αθήνα πια, ο Νίκος μου διάβασε στα ισπανικά το μέρος της Νύφης που λέει στη Μάνα «Γιατί έφυγα με τον άλλο, ναι, έφυγα! Και συ το ίδιο θα ’κανες» και παρακάτω «Αλλά ο άλλος ήταν ένα ποτάμι σκοτεινό γιομάτο κλαριά, που ερχόταν κοντά μου βουίζοντας και τραγουδώντας μουρμουριστά ανάμεσα στα καλάμια» μαγεύτηκα τόσο που, ώσπου να φτάσει στο τέλος, είχα κιόλας αποφασίσει να μάθω ισπανικά.
Έκτοτε, μετέφρασα τραγούδια και ποιήματα του Λόρκα, έκανα την πρωτότυπη ανθολογία Χίλιες ερωτικές στιγμές στο έργο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα (Πατάκης, 2016) και το μουσικοθεατρικό Φεδερίκο, σε μουσική Αντώνη Κυζούλη, όπου ελληνικοί στίχοι συνδιαλέγονται με ισπανικούς. Ο έρωτάς μου για την ποίηση της Λατινικής Αμερικής, παρόλο που έχω μεταφράσει δύο βιβλία ου Νερούδα, είναι σχετικά πρόσφατος. Ξεκίνησε το 2021, χάρη στη σελίδα που διατηρούσα στο περιοδικό Χάρτης και στην υπό έκδοση ανθολογία Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας (Πατάκης), στην οποία συμμετέχουν ενενήντα ποιητές.
Ναι, η Αμοργός στα ισπανικά ήταν ένα όνειρό μου που πραγματοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο το 2021: σπουδαία μετάφραση, σχολιασμένη έκδοση (Βιθέντε Φερνάντεθ, Αρμάντο Ρομέρο), κορυφαίος πανεπιστημιακός εκδοτικός οίκος και ταυτόχρονα εμπορικός (Cátedra).
– Με αφορμή τη συζήτηση που άνοιξε γύρω την απόφαση να μη δοθεί άδεια για σειρά συναυλιών με τραγούδια του Χατζιδάκι στο εξωτερικό: ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος των κληρονόμων, ώστε ένα έργο να προστατεύεται αλλά και να παραμένει ζωντανό στον σύγχρονο δημόσιο χώρο;
Πρώτα πρώτα να ξεκαθαρίσω τη θέση μου: Ακόμα κι αν είχε άδικο σε όλες τις προηγούμενες απαγορεύσεις του, αυτή τη φορά ο Γιώργος Χατζιδάκις είχε απόλυτο δίκιο. Ο ρόλος του κληρονόμου πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ακριβώς αυτός: να προστατεύει το έργο που διαχειρίζεται και να φροντίζει, στο μέτρο ου δυνατού, να παραμένει ζωντανό. Από ποιους να το προστατεύει; Από άσχετους ή ανάξιους που θέλουν να το εκμεταλλευτούν είτε για οικονομικό όφελος είτε για προσωπική τους προβολή είτε και για τα δύο.
Από βλάκες σαν τον τύπο που αφαίρεσε τη μουσική του Χατζιδάκι από στίχους του Γκάτσου του 1976 (προφανώς από τους δίσκους Αθανασία ή Τα παράλογα) και την αντικατέστησε με «πολύ ωραιότερη» μουσική Τεχνητής Νοημοσύνης και μου ζητούσε την άδεια να ανεβάσει το νέο θεϊκό τραγούδι στο διαδίκτυο. Από επιτήδειους που προσπαθούν ακόμα και να οικειοποιηθούν το έργο ή και τον μύθο του έργου και του δημιουργού. Από διαφόρων ειδών απατεώνες. Πώς να φροντίζει να παραμένει ζωντανό; Αν το έργο δεν είναι προικισμένο με αντοχή στον χρόνο, ο κληρονόμος δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να το σώσει από τη λήθη. Αν, αντίθετα, το έργο αντέχει, ο κληρονόμος χρειάζεται απλώς να το υπενθυμίζει στο κοινό που ήδη το γνωρίζει και να το συστήνει σε νέο κοινό, σεβόμενος πάντα τις αρχές και τις προθέσεις του δημιουργού.
Το έργο του Γκάτσου έχει αποδείξει την αντοχή του στον χρόνο: Η Αμοργός κλείνει τα ογδόντα τρία κι εξακολουθεί να ανατυπώνεται κάθε χρόνο. Όσο για τα τραγούδια, αρκεί να αναφέρω την ηλικία μερικών: «Χάρτινο το φεγγαράκι», εξήντα οκτώ. «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», εξήντα έξι. «Η μικρή Ραλλού», πενήντα πέντε. «Ο Γιάννης ο φονιάς», πενήντα. «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης», πενήντα. «Μάνα μου Ελλάς», σαράντα τρία. Κι όχι μόνο τραγουδιούνται ακόμα, αλλά προκαλούν συζητήσεις και εμπνέουν φιλολογικές εργασίες.
– Η «Προσευχή του Ακροβάτη» ακούστηκε αντί για προσευχή σε ένα λύκειο στα Πατήσια; Τι σημαίνει για εσάς να συναντά το έργο σας -με αυτόν τον τρόπο- τις νεότερες γενιές;
Κοιτάχτε, γράφω βιβλία για παιδιά, κάνω μαθήματα στιχουργικής σε δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια, δίνω διαλέξεις σε πανεπιστήμια, σε λίγο θα κυκλοφορήσει κι ένα τραγούδι μου «προς νέους», δηλαδή, έχω επαφή με τις νεότερες γενιές, αλλά αυτό που έκανε στα Πατήσια η υπέροχη διευθύντρια Αγγελική Ηλία, μου προκάλεσε δέος. Να ενώσει εφήβους διαφορετικών εθνικοτήτων και θρησκειών, χρησιμοποιώντας την «Προσευχή του ακροβάτη» ως προσωπική προσευχή κάθε παιδιού; Είναι ένα υπαρξιακό ποίημα, γραμμένο πάνω στην υποβλητική μελωδία του Μάνου Χατζιδάκι, το οποίο, μεταφρασμένο στα ισπανικά, συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μου Laureles de silencio [Δάφνες της σιωπής], (Abisinia, Μπουένος Άιρες 2023) κι έγινε το διαβατήριό μου για τους ποιητικούς κύκλους και τα φεστιβάλ ποίησης σε χώρες της Λατινικής Αμερικής.
– Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε στίχους του Γκάτσου που μοιάζουν σήμερα ιδιαίτερα επίκαιροι και στους οποίους επιστρέφετε συχνά, ποιοι θα ήταν; Και πόσο σας συνοδεύει η παραίνεσή του ότι από τους ανθρώπους πρέπει να κρατάμε πάντα το καλό (σε μια επικαιρότητα όπου το καλό υποφωτίζεται);
Ιδιαίτερα επίκαιρους στίχους έχουν τα τραγούδια «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης» εστιάζοντας στην οικολογική καταστροφή, «Μάνα μου Ελλάς» εστιάζοντας στην κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας, «Κεμάλ» εστιάζοντας στη Μεσοποταμία και στις εξεγέρσεις που καταπνίγουν οι τύραννοι, το αντιπολεμικό «Το παιδί με το ταμπούρλο» και φυσικά το λατρεμένο μου «Τ’ αστέρι του βοριά», λυρικό τραγούδι ξενιτιάς.
Λοιπόν, όσο και να υποφωτιστεί, στο τέλος το καλό μένει. Λίγη ψυχραιμία χρειάζεται για να το βλέπουμε στους άλλους και να το κρατάμε. Προσωπικά, για να τιμήσω αυτό το «καλό παιδί», όπως χαρακτήρισε ο Γκάτσος τον Μητσιά, και νιώθοντας ευγνωμοσύνη για το καλό που γνώρισα κοντά στον Γκάτσο και τον Χατζιδάκι, στις 5 Φεβρουαρίου θα παρακολουθήσω τη συναυλία στο Μέγαρο και δεν θα πάω στην πρεμιέρα της Λοκαντιέρας του Κάρλο Γκολντόνι, που ανεβαίνει την ίδια μέρα στο Θέατρο Τέχνης σε δική μου μετάφραση.
“Μανώλης Μητσιάς:
Θαλασσινά φεγγάρια μακρινά, στους ουρανούς του Νίκου Γκάτσου”
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
5 και 7.2.2026 / Προπώληση: megaron.gr