Υιοθεσία στην Ουγκάντα – Η διαδρομή προς την πατρότητα που έγινε άλμπουμ

Διαβάζεται σε 22'
Ο Πάνος Μπίρμπας
Ο Πάνος Μπίρμπας

Η δισκογραφική δουλειά του Πάνου Μπίρμπα με τίτλο «BIG HOUSE», κινείται σε ένα πεδίο που δεν συναντάς συχνά στην ελληνική σκηνή. Ένα έργο που καταγράφει την υιοθεσία του γιου του από την Ουγκάντα και τη διαδρομή που προηγήθηκε, μεταφέροντας μια εμπειρία ζωής μέσα από τη μουσική.

Η απόφαση να γίνει πατέρας τον οδήγησε στην Ουγκάντα για 14 μήνες. Εκεί, μακριά από οτιδήποτε εύκολο και γνώριμο, ο τραγουδοποιός, ενορχηστρωτής και μουσικός παραγωγός Πάνος Μπίρμπας έστησε από την αρχή μια νέα ζωή για να συναντήσει τον μικρό Μάικλ Κωνσταντίνο και να δημιουργήσει μια οικογένεια.

Αυτή η διαδρομή δεν έμεινε μόνο ως εμπειρία. Μετατράπηκε σε ήχο. Τα έξι τραγούδια του δίσκου “BIG HOUSE” γράφτηκαν και ηχογραφήθηκαν επιτόπου, σε συνθήκες λιτές, σχεδόν πρωτόγονες, έξω από τις ανέσεις ενός σύγχρονου στούντιο.

Δίπλα σε μια κολεκτίβα ντόπιων μουσικών, τους Nile Beat Artists, ο Πάνος Μπίρμπας διαμόρφωσε ένα μουσικό πρότζεκτ που κουβαλά τον ρυθμό, την ενέργεια και την αμεσότητα ενός τόπου που συνδέθηκε οριστικά με τη ζωή του.

Η συζήτηση με τον Πάνο έχει μια αναπάντεχη καθαρότητα. Μιλά με τη σιγουριά ενός ανθρώπου που πήρε μια απόφαση, έμεινε πιστός σε αυτήν και την έφτασε μέχρι το τέλος. Μια πορεία που για εκείνον ήταν μονόδρομος παρά τις δυσκολίες. Τον συνάντησα στο home studio του, στο χώρο που δημιουργεί τη μουσική του, αλλά και τη μουσική άλλων καλλιτεχνών, με την Αθήνα “πιάτο”, και μιλήσαμε για τους μήνες που έζησε στην Ουγκάντα και για το ψυχικό τοπίο μιας υιοθεσίας που πέρασε μέσα στη μουσική.

Όνειρο ζωής

Πώς ξεκίνησε όλο αυτό; Πώς βρέθηκες στην Ουγκάντα και γιατί εκεί;

Η υιοθεσία ενός παιδιού από την Αφρική ήταν ο δικός μου τρόπος να φανταστώ τη γονεϊκότητα. Ήταν κάτι πολύ βαθύ μέσα μου, κάτι που το κουβαλούσα χρόνια. Νομίζω ότι είχε άμεση σχέση και με την προσωπική μου διαδρομή, καθώς έχω εργαστεί πολλά χρόνια στο κομμάτι της ένταξης προσφύγων και είχα μια πολύ έντονη σχέση με την Αφρική και γενικότερα με χώρες μακριά από τον δυτικό τρόπο ζωής.

Είχα από πάντα μέσα μου την αίσθηση ότι είναι πολύ πιο σημαντικό, πολύ πιο όμορφο και πολύ πιο ουσιαστικό να υιοθετήσεις ένα παιδί από εκεί. Ήταν όνειρο ζωής, με την προϋπόθεση ότι θα υπήρχαν οι σωστές, σοβαρές και καθαρές συνθήκες – ότι θα μιλάμε δηλαδή για ένα παιδί που θα ήταν διαθέσιμο προς υιοθεσία χωρίς εμπλοκές και θολά σημεία· δεν θα ήθελα ποτέ να στερήσω το παιδί καμίας οικογένειας για να πραγματοποιήσω το δικό μου όνειρο.

Στην Ουγκάντα υπάρχουν διαφορετικές περιπτώσεις παιδιών. Υπάρχουν παιδιά με υπαρκτούς συγγενείς που δεν μπόρεσαν να τα μεγαλώσουν και τα άφησαν σε ένα ίδρυμα. Υπάρχουν και παιδιά που βρέθηκαν εντελώς μόνα, χωρίς ανθρώπους να τα στηρίξουν. Το δικό μου παιδί δεν είχε κανένα προστατευτικό – υποστηρικτικό πλαίσιο. Αυτό για μένα είχε πολύ μεγάλη σημασία και σε επίπεδο στάσης ζωής και σε επίπεδο βιοηθικής.

Έπαιξε ρόλο και το θεσμικό πλαίσιο. Η Ελλάδα και η Ουγκάντα έχουν διακρατική συμφωνία υιοθεσιών, οπότε μιλάμε για μια απολύτως νόμιμη και οργανωμένη διαδικασία. Αυτό ήταν βασικό για μένα, να κινηθώ μέσα σε ένα καθαρό πλαίσιο, σύμφωνο με τις αξίες μου.

Πώς εξελίσσεται μια τέτοια διαδικασία υιοθεσίας – σκιαγράφησέ μας κάποια βασικά βήματα.

Υπάρχει μια συγκεκριμένη διαδικασία. Απευθύνεσαι στις κοινωνικές υπηρεσίες της περιφέρειας ή στη Διεθνή Κοινωνική Υπηρεσία που αναλαμβάνει τις διακρατικές υιοθεσίες. Ξεκινάς με την έγκριση από τις ελληνικές αρχές, μέσα από συνεδρίες και ελέγχους, και ακολουθεί ένα διάστημα περίπου έξι μηνών με όλα τα απαραίτητα: οικονομικά στοιχεία, ιατρικές εξετάσεις, επικυρώσεις και μεταφράσεις εγγράφων σε συνεργασία με τα αρμόδια υπουργεία. Όλα αυτά ολοκληρώνονται πριν υπάρξει οποιαδήποτε επαφή με παιδί.

Όταν πάρεις τη θετική εισήγηση, έχεις το πράσινο φως να προχωρήσεις. Από εκεί και πέρα χρειάζεσαι ανθρώπους στη χώρα όπου θα πας, κυρίως έναν δικηγόρο που γνωρίζει τη διαδικασία, μαζί με τη βοήθεια ανθρώπων που έχουν ήδη περάσει αυτόν τον δρόμο. Στη δική μου περίπτωση είχα ήδη στο μυαλό μου την Ουγκάντα και κάποια ιδρύματα που δουλεύουν σοβαρά, ενώ παράλληλα γνωρίσαμε μια δικηγόρο που τελικά βρήκε την περίπτωση του παιδιού.

Η Ουγκάντα έχει πολλά πρόσωπα

Άρα η αληθινή μετακίνηση αρχίζει όταν βρεθεί το παιδί;

Ακριβώς. Όταν τελειώνει η πρώτη διαδικασία στην Ελλάδα, δεν έχει γίνει ακόμη το “match”. Όταν βρεθεί η περίπτωση του παιδιού και σου σταλούν τα βασικά στοιχεία, τότε εσύ αποφασίζεις αν αποδέχεσαι αυτή τη σύνδεση. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει το πραγματικό ταξίδι. Πριν γνωρίσεις το παιδί από κοντά, πρέπει να έχεις φτάσει στην Ουγκάντα και να έχεις φτιάξει στην πράξη το καινούργιο σου σπίτι εκεί.

Ο νόμος της Ουγκάντα προβλέπει μια υποχρεωτική δωδεκάμηνη φιλοξενία. Πρέπει δηλαδή να μείνεις στη χώρα και να ζήσεις εκεί δώδεκα μήνες με το παιδί, περνώντας παράλληλα όλους τους ελέγχους των υπηρεσιών. Ελέγχουν αν πληροίς τις προϋποθέσεις, αν το παιδί είναι καλά, αν είναι ευτυχισμένο, αν λειτουργεί αυτή η νέα συνθήκη. Ουσιαστικά φεύγεις από την Ελλάδα, ανοίγεις κανονικά ένα σπίτι εκεί και ζεις μόνιμα μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία.

Οι πρώτες περίπου είκοσι μέρες είναι το πρώτο στάδιο του δεσίματος. Δεν μπορείς να πάρεις ένα παιδί που γνώρισες μία μέρα και να φύγεις. Ξεκινούν οι επισκέψεις στο ίδρυμα. Περνάς μαζί του πάρα πολλές ώρες κάθε μέρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ σχεδόν, μέχρι να δουν οι άνθρωποι του ιδρύματος και οι υπηρεσίες ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλά, ότι υπάρχει ανταπόκριση, ότι το παιδί θέλει να έρθει μαζί σου. Στη δική μου περίπτωση αυτό κράτησε περίπου είκοσι μέρες και μετά ήρθε το “οκ”. Τότε μπήκαμε κανονικά στο σπίτι μας μαζί.

Από εκεί και πέρα ξεκινά η δωδεκάμηνη συγκατοίκηση, με συνεχή παρακολούθηση και ελέγχους. Και όταν αυτό συμπληρωθεί, περιμένεις ακόμη τρεις με τέσσερις μήνες περίπου για να οριστεί η δικάσιμος και να εκδοθεί η απόφαση της υιοθεσίας από το δικαστήριο της Ουγκάντας.

Και πώς ήταν για σένα αυτό το πρώτο βίωμα στη χώρα; 

Δεν είχα ξαναπάει στην Ουγκάντα, οπότε ήταν ένα μεγάλο σοκ. Μετακομίζεις. Αφήνεις πίσω σου τη ζωή όπως την ξέρεις και προσπαθείς να βρεις καινούργια πατήματα σε μια χώρα που είναι πανέμορφη, αλλά λειτουργεί εντελώς διαφορετικά από ό,τι έχουμε συνηθίσει εδώ. Άλλοι χρόνοι, άλλες υπηρεσίες, άλλες διαδικασίες, άλλος τρόπος να κινούνται τα πράγματα.

Στην αρχή βρήκα σπίτι στην πρωτεύουσα την Καμπάλα, γιατί χρειαζόμουν πρόσβαση στις υπηρεσίες, σε γιατρούς, στις πρακτικές ανάγκες της καθημερινότητας. Όταν γνώρισα τον μικρό ήταν τρεισήμισι χρόνων. Κάποια στιγμή ξεκίνησε σχολείο, οπότε μπήκε και αυτό μέσα στη νέα μας πραγματικότητα.

Η Ουγκάντα έχει πολλά πρόσωπα. Η Καμπάλα είναι μια χαοτική πόλη, με πάρα πολλές αντιθέσεις. Έχει σύγχρονα σημεία, έχει πολύ φτωχές περιοχές που είναι και το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας της, έχει και κάποια μέρη που, αν τα δεις αποσπασματικά θα μπορούσες να νομίσεις ότι βρίσκεσαι ακόμη και στο Λος Άντζελες. Υπάρχουν ξενοδοχεία και περιοχές όπου ένας πλούσιος δυτικός μπορεί να ζήσει σχεδόν ονειρικές διακοπές. Αυτή όμως είναι μια εικόνα που αφορά πολύ ελάχιστους ντόπιους.

Οσο μένεις εκεί, όσο γίνεσαι κομμάτι της κοινωνίας, μετατοπίζεσαι πολύ βαθιά και ως άνθρωπος. Εγώ ήμουν ήδη ευαισθητοποιημένος λόγω της δουλειάς μου με τους πρόσφυγες. Είχα δει καταστάσεις, είχα ακούσει ιστορίες, είχα μια ιδέα για το τι σημαίνει ξεριζωμός ή δυσκολία. Βέβαια άλλο είναι να το ξέρεις όμως και άλλο να το ζεις μέσα σε μια κοινωνία ως λευκός, ως ξένος, ως κάποιος που μπαίνει σε μια άλλη πραγματικότητα και προσπαθεί να υπάρξει μέσα της.

Βλέπεις τον μόχθο, την προσπάθεια των ανθρώπων να ζήσουν με πολύ λιγότερα, σχεδόν με το τίποτα, και παίρνεις μαθήματα πολύ μεγάλα. Ταυτόχρονα βλέπεις μια συγκινητική κοινωνική συνοχή. Η αλληλεγγύη εκεί είναι κάτι πολύ απτό. Η κοινότητα μοιράζεται ό,τι έχει, όλοι δρουν ομαδικά. Θα μοιραστούν ακόμη και τα δύο φρούτα της ημέρας. Αυτό το συναντάς συνεχώς.

Ζώντας εκεί ένιωσα για πρώτη φορά τη θέση του… μετανάστη. Ένιωσα εκείνο το αίσθημα του ανθρώπου που περνά από ελέγχους, που στέκεται σε ουρές, που του λένε προχώρα, που αντιμετωπίζεται από το σύστημα σαν κάτι απρόσωπο. Βιώνεις λίγο το κομμάτι του ελαφρώς ανεπιθύμητου για την αστυνομία, για το σύστημα. Γιατί είσαι εδώ; Γιατί βρίσκεσαι στη χώρα μου; Μέσα από τη δουλειά μου το είχα δει αυτό από την άλλη πλευρά, πηγαίνοντας πχ στην Πέτρου Ράλλη και στηρίζοντας πρόσφυγες. Ξαφνικά βίωσα και το αντίστροφο.

Πότε μπαίνει η μουσική σε όλη αυτή την ιστορία;

Η μουσική δεν ήρθε από την πρώτη στιγμή γιατί ο πρώτος χρόνος ήταν μια πραγματική τρέλα. Είχες τις υπηρεσίες, τις διαδικασίες, το παιδί, το δέσιμο, τις πρακτικές δυσκολίες της ζωής εκεί. Και παράλληλα ζούσες το πιο όμορφο και το πιο απαιτητικό πράγμα μαζί. Το να συνδεθείς με ένα παιδί που έχει περάσει σκληρές καταστάσεις, που έχει αλλάξει ξανά και ξανά περιβάλλον, που χρειάζεται ασφάλεια, ενσυναίσθηση, υπομονή, αγάπη, είναι μια τεράστια δουλειά. Ο πρώτος χρόνος ήταν ολοκληρωτικά δοσμένος εκεί.

Η μουσική ήρθε μετά τους πρώτους μήνες, όταν άρχισα να χαλαρώνω, να κάνω βόλτες και να γνωρίζω καλύτερα τη χώρα. Και κυρίως όταν έμεινα στη Jinja, στις όχθες της λίμνης Βικτώρια, εκεί όπου βρίσκονται οι πηγές του Νείλου και, όπως λένε, έχει σκορπιστεί μέρος της τέφρας του Μαχάτμα Γκάντι.

Η Jinja έχει μια άλλη ατμόσφαιρα. Είναι πιο εξωτική, πιο ανοιχτή, πιο κοντά στη φύση, πιο κοντά σε καλλιτεχνικά δρώμενα. Είναι ένας τόπος με ιδιαίτερη ενέργεια, δράσεις, εκδηλώσεις, μουσική, άνθρωποι που παίζουν στον δρόμο, σε πάρκα.

Εκεί γνώρισες και τους Nile Beat Artists;

Οι Nile Beat Artists είναι μια κοινότητα μουσικών του δρόμου, άνθρωποι που παίζουν σε δρώμενα του δήμου, σε πάρκα, σε τοπικές γιορτές και πολιτιστικές δράσεις. Άρχισα να τους ακούω και εντυπωσιάστηκα πάρα πολύ από τον ήχο τους, που δεν είχε άμεση σχέση με αυτό που εμείς θα λέγαμε δυτική τραγουδοποιία. Και ακριβώς εκεί βρισκόταν η πρόκληση. Γιατί εγώ δεν ήθελα να κάνω έναν ελεύθερο αυτοσχεδιασμό χωρίς μορφή. Ήθελα να γεννηθούν τραγούδια, με δομή, με αρχή, μέση και τέλος, με έναν σκελετό πάνω στον οποίο να μπορεί να σταθεί μια αφήγηση. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν μάθει να παίζουν αλλιώς. Με διαφορετικό σύστημα, με διαφορετική αίσθηση του χρόνου, με διαφορετικό κούρδισμα. Ουσιαστικά δεν υπήρχε κοινό έδαφος στις νότες με τον τρόπο που το εννοούμε εμείς.

Τελικά επικεντρώθηκα πολύ στα κρουστά, γιατί εκεί υπήρχε δυνατότητα να γίνει ένα ουσιαστικό πάντρεμα. Τα μελωδικά όργανα ήταν πολύ πιο δύσκολο να συντονιστούν με τα δικά μας δεδομένα. Ήταν μια συνεχή άσκηση αυτοσχεδιασμού, εμπιστοσύνης και συντονισμού.

Πρακτικά τους πλησίασα λέγοντάς τους πόσο θαυμάζω αυτό που κάνουν και εξηγώντας τους ποιος είμαι, ότι είμαι ένας Έλληνας μουσικός και συνθέτης που βρίσκεται εκεί για μια πολύ συγκεκριμένη προσωπική διαδρομή. Στην αρχή χρειαζόταν χρόνος. Δεν ήταν αυτονόητο ότι κάποιοι άνθρωποι θα ήθελαν να συνεργαστούν με έναν Ευρωπαίο που έχει μια ιδέα στο μυαλό του. Όμως τελικά συνδεθήκαμε πάρα πολύ με την ίδια την ιστορία. Αυτό είναι και το πιο ωραίο από όλα. Τα κομμάτια γράφτηκαν γιατί υπήρξε αυτή η σύνδεση. Δεν είχα πάει με έτοιμο άλμπουμ στη βαλίτσα. Τα τραγούδια πήραν μορφή μέσα από τη σχέση μας.

Ένα Μεγάλο Σπίτι

Ποιες ήταν οι προκλήσεις της ηχογράφησης του “BIG HOUSE”;

Η ηχογράφηση είχε δύο μεγάλα σκέλη και το πρώτο ήταν πραγματικά πολύ ζόρικο. Στην Jinja δεν υπήρχαν κατάλληλοι χώροι, δεν υπήρχε εξοπλισμός, δεν υπήρχε σύγχρονο στούντιο. Έκανα ταξίδι Αθήνα – Ουγκάντα φέρνοντας πράγματα που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν να γράψω. Το πιο δύσκολο δεν ήταν μόνο το τεχνικό μέρος. Το πιο δύσκολο ήταν να μπουν όλοι σε μια λογική ηχογράφησης που για εκείνους ήταν ξένη. Εγώ έγραφα παράλληλα τα κομμάτια, είχα στο μυαλό μου μια δομή δυτική, με μετρονόμο, με timing, με ακουστικά, με συγκεκριμένη ροή. Οι άνθρωποι με κοιτούσαν σαν εξωγήινο όταν τους εξηγούσα ότι θα ακούνε ένα “κλικ” στο αυτί και θα πρέπει να πατάνε πάνω σε αυτό. Για εκείνους αυτή η συνθήκη ήταν εντελώς έξω από τον τρόπο που λειτουργούν μουσικά.

Το μισό άλμπουμ γράφτηκε στον δρόμο. Το άλλο μισό γράφτηκε σε ένα δωμάτιο που δεν ήταν στούντιο. Ήταν μια ηχογράφηση πραγματικά κόντρα στην εποχή. Σήμερα έχουμε συνηθίσει όλα να είναι έτοιμα, καθαρά, οργανωμένα, αποστειρωμένα. Εκεί ήταν μια συνθήκη σχεδόν πρωτόγονη. Σαν χρονοκάψουλα. Σαν να επέστρεφες εκατό χρόνια πίσω.

Κι όμως, εκεί ακριβώς γεννήθηκε η αλήθεια του δίσκου. Ένιωσα ότι αυτό το άλμπουμ γράφτηκε σχεδόν σε μιάμιση μέρα. Τα τραγούδια που ακούγονται είναι εκείνα που πρόλαβαν να πάρουν μορφή και να σταθούν μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Θα μπορούσαν να είναι λιγότερα, θα μπορούσαν να είναι και περισσότερα αν υπήρχε χρόνος, χώρος, άλλες δυνατότητες. Αυτό όμως που βγήκε είναι ίσως το πιο ειλικρινές πράγμα που έχω κάνει. Πολλοί στίχοι, πολλές βασικές φωνές γράφτηκαν εκεί, επιτόπου, με ένα μικρόφωνο που είχα μαζί μου αρχικά για οδηγό. Στο τέλος αυτές οι φωνές έμειναν, γιατί δεν μπόρεσα ποτέ να τις ξαναπώ με την ίδια αλήθεια. Το προσπάθησα αργότερα, αλλά δεν βγήκαν ποτέ καλύτερες. Είχαν κρατήσει μέσα τους το συναίσθημα της στιγμής. Μετά ήρθαν οι άνθρωποι εδώ και συμπλήρωσαν το υπόλοιπο σώμα του δίσκου.

Το project όμως δεν μένει στην Ουγκάντα. Έχει και μια δεύτερη ζωή μέσα από τους συνεργάτες που το ολοκλήρωσαν.

Ναι, και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα, γιατί οι άνθρωποι που ήρθαν μετά ήταν άνθρωποι κοντινοί, φίλοι, άνθρωποι που ήταν ουσιαστικά δίπλα σε όλη αυτή τη διαδρομή. Συμμετείχαν ο Αργύρης Βασιλείου, ο Σωτήρης Πέπελας, ο Πέτρος Κασιμάτης, ο Τάσος Κούρτης, ο Yoel Soto, η Λόλα Γιαννοπούλου στις φωνές, ο Μπάμπης Παρίτσης στα βιολιά, ο Γιάννης Χριστοδουλάτος που με στήριξε πολύ στο mix και το mastering, που ήταν πολύ δύσκολη διαδικασία ακριβώς επειδή το υλικό είχε ηχογραφηθεί τόσο ανορθόδοξα.

Τραγούδησαν η Αλεξάνδρα Σιετή και η Idra Kayne, που έχει και εκείνη μισή ρίζα από την Ουγκάντα, και αυτό έδεσε πολύ όμορφα με το κλίμα του δίσκου. Η Αλεξάνδρα ήρθε με τρομερή αγάπη και διάθεση να τραγουδήσει το “Big House”, που ήταν το πρώτο κομμάτι του πρότζεκτ. Όλοι όσοι μπήκαν στον δίσκο μπήκαν με πραγματικό συναίσθημα απέναντι σε αυτό το υλικό. Και αυτό ακούγεται.

Το “Big House” ως τίτλος πώς προέκυψε;

Από τον γιο μου. Έτσι έλεγε το ίδρυμα όπου ζούσε πριν. Για εκείνον ήταν το “the big house”, το μεγάλο σπίτι, το μέρος όπου υπήρχαν πάρα πολλά παιδιά, ένα χάος που τα χωρούσε όλα. Μου φάνηκε συγκλονιστική αυτή η φράση από την πρώτη στιγμή. Γιατί είχε μέσα της και το παλιό και το καινούργιο. Το μέρος που τον βρήκα και το επόμενο μεγάλο σπίτι που προσπαθούμε να φτιάξουμε μαζί.

Μετά ο τίτλος πήρε και μια δεύτερη ζωή. Έγινε κάτι πολύ πιο ευρύ. Η ανοιχτή οικογένεια, το ανοιχτό σπίτι, ο χώρος της μουσικής, το στούντιο, οι συνεργασίες, οι άνθρωποι που μπαίνουν και χωρούν μέσα σε μια πιο μεγάλη αγκαλιά. Ήταν για μένα ο ιδανικός τίτλος αυτού του άλμπουμ.

“Εσύ είσαι ο τυχερός άνθρωπος που θα βρεθείς με ένα παιδί και θα φτιάξεις μαζί του οικογένεια”

Επιστρέφοντας στην υιοθεσία, πώς θυμάσαι την πρώτη συνάντηση με τον γιο σου;

Η πρώτη φορά ήταν συγκλονιστική. Στην πραγματικότητα έχεις ήδη συνδεθεί από τη στιγμή που σου έρχεται η πρώτη φωτογραφία. Μπορεί να ακούγεται σαν κάτι που το λένε όλοι, αλλά είναι αληθινό. Έχεις ήδη νιώσει ότι αυτή η περίπτωση παιδιού σε αφορά πολύ βαθιά, πριν ακόμη φύγεις για να το συναντήσεις. Με έναν τρόπο το νιώθεις ήδη δικό σου.

Και μετά φτάνεις εκεί. Αρχίζεις να βλέπεις τον χώρο, τις συνθήκες, τη ζωή που έχει ζήσει αυτό το παιδί, τις δυσκολίες του. Τα συναισθήματα μπλέκονται. Αγωνία, συγκίνηση, προσμονή για τη στιγμή που θα το δεις από κοντά. Για μένα αυτή η εμπειρία έγινε και τραγούδι, το «Big House». Το πρώτο κομμάτι είναι ακριβώς αυτή η πρώτη συνάντηση.

Θυμάμαι μια καλόγρια να φέρνει το παιδί και απλώς να μου το δίνει. Η πρώτη αγκαλιά ήταν από τις πιο δυνατές στιγμές που έχω ζήσει. Και ένιωσα ότι και το ίδιο ήρθε προς εμένα με τον ίδιο τρόπο. Δεν υπήρχε κοινή γλώσσα, οπότε όλη η επικοινωνία χτίστηκε μέσα από το σώμα, το παιχνίδι, τα βλέμματα. Μου έφερε το πρώτο του μικρό δωράκι, το πρώτο παιχνίδι, βγήκαμε μαζί στον χώρο του ιδρύματος. Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας. Σιγά σιγά.

Το περιβάλλον ήταν πολύ δύσκολο. Πολλά παιδιά, περιορισμένα, μια καθημερινότητα σκληρή και φτωχική. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι εκεί προσπαθούν με τον δικό τους τρόπο να βάλουν πλάτη, να στηρίξουν όσα περισσότερα παιδιά μπορούν.

Καταλαβαίνω ότι είχες πάει αποφασισμένος γι’ αυτό το παιδί…

Ναι. Εγώ δεν πήγα για να επιλέξω. Αυτό είναι για μένα ένα πολύ σημαντικό σημείο. Υπάρχει συχνά μια κίβδηλη αίσθηση φιλανθρωπίας στην Ελλάδα γύρω από την υιοθεσία. Σου λένε “τι καλός άνθρωπος είσαι που το έκανες αυτό” και “τι τυχερό παιδάκι”. Αυτό με ενοχλεί. Εκεί πας για να κάνεις το δικό σου όνειρο πραγματικότητα και να είσαι εσύ ο τυχερός άνθρωπος που θα βρεθείς με ένα παιδί και θα φτιάξεις μαζί του οικογένεια. Δεν πας από φιλανθρωπία. Δεν πας για να διαλέξεις εσύ. Σε διαλέγει και το παιδί. Και εσύ οφείλεις έχεις οπλιστεί με όλη σου την ενσυναίσθηση, με όλη σου την ανοιχτότητα, έτσι ώστε να μπορέσεις να υποδεχτείς ένα παιδί σε μια νέα οικογένεια και να του δώσεις όλες τις συνθήκες που θα κάνουν αυτή την δύσκολη μετάβαση, εύκολη.

Ο μικρός μού έχει πει αργότερα μια φράση που τα λέει όλα: “Στην αρχή ήμουν ταραγμένος. Στην αρχή πάντα φοβάσαι, αλλά μετά είναι πολύ ωραία”. Αυτή η ατάκα κουβαλά όλη την αλήθεια της εμπειρίας. Ένα παιδί που αλλάζει έτσι περιβάλλον δεν μπορεί να εγκλιματιστεί αμέσως. Χρειάζεται πολύ ισχυρή θέληση και από τον γονιό, πολλή διαχείριση, πολλή παρουσία. Από την πρώτη μέρα αναλαμβάνεις μια δύσκολη αποστολή και πρέπει να είσαι έτοιμος γι’ αυτήν.

Όλα αυτά τα συναισθήματα πέρασαν και στη μουσική;

Ναι, απολύτως. Το μουσικό πρότζεκτ έχει εκφράσει πολλές από τις σκέψεις και τα συναισθήματα που συζητάμε τώρα. Αν ακούσεις προσεκτικά τον δίσκο και τους στίχους του, θα πάρεις ίσως ακόμη περισσότερες απαντήσεις από όσες δίνω τώρα. Μιλάμε μέσα σε αυτά τα τραγούδια για τη συνάντηση, για τις αναμνήσεις, για το πριν, για το μετά, για εκείνο το χάος των συναισθημάτων που ζούσα. Η απόφαση να πάρω κάτι μουσικό από αυτή τη χώρα δεν υπήρχε από πριν. Γεννήθηκε εκεί. Και γεννήθηκε την ώρα που κατάλαβα ότι αυτή η εμπειρία δεν θα έμενε μόνο μέσα μου. Ήθελε να γίνει ήχος.

Η σχέση του παιδιού με τη γλώσσα ήταν κι αυτή ένα κομμάτι αυτής της διαδρομής;

Ναι, και ήταν απίστευτα συγκινητικό. Στην αρχή μιλούσαμε μέσα από τα αγγλικά, γιατί η Ουγκάντα είναι αγγλόφωνη σε μεγάλο βαθμό, αλλά και μέσα από τη δική του γλώσσα. Εγώ άρχισα να του λέω πράγματα διπλά, στα ελληνικά και στα αγγλικά, για να χτίζεται σιγά σιγά μια γέφυρα. Και ξαφνικά, στο αεροπλάνο για την Ελλάδα, συνέβη κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ο μικρός αποφάσισε μόνος του ότι στην Ελλάδα θα πρέπει να μιλάει ελληνικά. Το είπε σχεδόν σαν απόφαση ζωής. Και άρχισε να μιλάει ελληνικά σε έναν βαθμό που δεν το πιστεύαμε. Θυμάμαι να λέει φράσεις όπως “αυτό το παιχνίδι λειτουργεί με ηλεκτρισμό” και να μένω άφωνος. Ήταν σαν να έκανε μια εσωτερική μετάβαση. Σημειολογικά για μένα ήταν μια τρομερά αποκαλυπτική στιγμή. Σαν να αποφάσιζε ότι μπαίνει σε μια νέα ζωή.

Και σήμερα η προσαρμογή στην Ελλάδα πώς είναι;

Πηγαίνει σε ένα σχολείο πολυπολιτισμικό, με εξαιρετικές δασκάλες, και μέχρι στιγμής η προσαρμογή του πηγαίνει εξαιρετικά. Είναι ένα παιδί με πολύ βαθιά συναισθήματα, με μεγάλη ενσυναίσθηση, με τρυφερότητα απέναντι στα άλλα παιδιά. Έχει πολύ έντονη τη διάθεση να βοηθά παιδιά που είναι επίσης από την Αφρική ή που βιώνουν τη διαφορετικότητα. Τη διαφορετικότητα τη νιώθει και τη διαχειρίζεται με θετικό τρόπο.

Φυσικά έχει και τις αγωνίες του, όπως όλα τα παιδιά. Ξέρω ότι μεγαλώνοντας θα υπάρξουν και άλλες δυσκολίες, γιατί οι κοινωνίες μας δεν γίνονται πιο ώριμες στο θέμα της διαφορετικότητας. Εκεί χρειάζεται ενδυνάμωση, στήριξη, συζήτηση. Ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να στέκεται δυνατός απέναντι σε όσους δεν έχουν καταλάβει ακόμη τι σημαίνει αποδοχή.

Σκέφτεσαι ότι ένα παιδί κουβαλά ήδη μέσα του δύσκολες εικόνες και συναισθήματα από πριν, πράγματα που μπορεί αργότερα να θελήσει να εξερευνήσει και ίσως να το επηρεάσουν; Σε απασχολεί αυτό;

Δεν το νιώθω έτσι. Έχω την τύχη το παιδί μου να είναι πολύ συνειδητοποιημένο για την ηλικία του. Είναι πανέξυπνος, θυμάται, καταλαβαίνει. Γνωρίζει την ιστορία του. Έχουμε μιλήσει ανοιχτά για όλα. Έχει κάνει τις δικές του ερωτήσεις, έχει εκφράσει αυτά που τον απασχολούν. Παράλληλα υπάρχει μια καταγεγραμμένη ιστορία, υπάρχει ένα αρχείο, υπάρχουν πράγματα στα οποία μπορεί να επιστρέψει όσο μεγαλώνει και να τα δει πιο βαθιά. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι όσα γνωρίζουμε, τα γνωρίζουμε μαζί και τα μοιραζόμαστε με ειλικρίνεια. Και θα απαντήσω στις ερωτήσεις του, που όσο μεγαλώνει αλλάζουν, γίνονται πιο ουσιαστικές, πιο απαιτητικές. Όταν όμως έχουν μπει από την αρχή τα σωστά θεμέλια, εκεί επάνω μπορείς να σταθείς και να ανταποκριθείς σε ό,τι έρθει.

Σε αυτό το project ταιριάζει το φως

Μετά από όλη αυτή τη διαδρομή, τι θα έλεγες σε κάποιον που σκέφτεται να κάνει το ίδιο βήμα;

Ότι είναι ίσως το πιο σπουδαίο ταξίδι που θα μπορούσα να φανταστώ προς τη γονεϊκότητα, αλλά θέλει τρομερή ετοιμότητα. Δεν φτάνει να θέλεις να πραγματοποιήσεις το δικό σου όνειρο. Πρέπει να είσαι έτοιμος να δημιουργήσεις χώρο για μια νέα οικογένεια και για ένα παιδί που έχει πιθανότατα περάσει πολύ σκληρά πράγματα. Θέλει φοβερή δουλειά με τον εαυτό σου, θέλει να γνωρίζεις καλά ποιος είσαι, πού πατάς, τι κουβαλάς, πόσο αντέχεις.  Από την πρώτη στιγμή που μπαίνεις σε αυτή τη διαδρομή, κρατάς στα χέρια σου τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις περιθώριο να παίξεις.

Και κάτι ακόμη: είμαι διαθέσιμος να βοηθήσω ανθρώπους που θέλουν να το κάνουν. Πλέον γνωρίζω καλά τη διαδικασία, τις υπηρεσίες, τα βήματα, και μπορώ να κατευθύνω, όσο μπορώ, κάποιον που θέλει να ξεκινήσει.

Το ταξίδι του “BIG HOUSE” πώς το φαντάζεσαι από εδώ και πέρα; Θα το δούμε ζωντανά;

Το φαντάζομαι πολύ ανοιχτό, όπως είναι και όλο το project. Θα ήθελα πολύ να παρουσιαστεί ζωντανά σε έναν εξωτερικό χώρο, σε ένα πάρκο, με ανθρώπους γύρω, με παιδιά, με την κοινότητα, με τους φίλους που συμμετείχαν στο άλμπουμ. Νωρίς το καλοκαίρι, μια Κυριακή απόγευμα, με εκείνο το φως που πέφτει αργά και κάνει τα πράγματα πιο ήσυχα και πιο ζεστά.

Σε αυτό το project ταιριάζει το φως. Ταιριάζει η μέρα. Ταιριάζει ο ανοιχτός χώρος. Γιατί από εκεί γεννήθηκε. Από την ανοιχτότητα. Και κάπως έτσι θα ήθελα να κλείσει οργανικά αυτός ο κύκλος: έξω, με κόσμο, με αέρα, με παιδιά, με ζωή.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα