Λιγεία: Ποιο είναι το αγαπημένο διήγημα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Διαβάζεται σε 7'
Ο Αλέξανδρος Τσίτσος
Ο Αλέξανδρος Τσίτσος

Η εμβληματική «Λίγεια» του Έντγκαρ Άλλαν Πόε επιστρέφει στη σκηνή της Αθήνας για δεύτερη χρονιά, φωτίζοντας τη γυναικεία βούληση που συγκρούεται με τον ίδιο τον θάνατο- Τι λέει ο Αλέξανδρος Τσίτσος.

Η «Λίγεια», το διήγημα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε επιστρέφει στη σκηνή σαν επίμονη ιδέα, σαν σκοτεινή ανάμνηση που αρνείται να σβήσει. Μετά από μια επιτυχημένη διαδρομή ανά την Ελλάδα, η παράσταση παρουσιάζεται για δεύτερο χρόνο στην Αθήνα, στο θέατρο Arroyo, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Το διήγημα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, από τα πιο αγαπημένα του ίδιου του συγγραφέα, δημοσιεύεται στο περιοδικό The American Museum το 1838 και γίνεται αφορμή για μια θεατρική κατάδυση στα όρια της βούλησης, της αγάπης και του θανάτου. Σε έναν κόσμο όπου οι αφηγήσεις για τη «δυνατή γυναίκα» συχνά εγκλωβίζονται σε σύγχρονα στερεότυπα, η Λίγεια προβάλλει ως μια μορφή ριζικά διαφορετική: ακατάτακτη, ασύλληπτη, επικίνδυνα ελεύθερη.

Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά για τη Λίγεια: «Το πιο ευγενές είδος διηγημάτων είναι εκείνο που ενεργοποιεί στον υπέρτατο βαθμό την φαντασία. Γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, μπορούμε να θεωρήσουμε τη Λίγεια ως την καλύτερη ιστορία μου».

Η παράσταση βασίζεται στην πρώτη ελληνική μετάφραση του έργου από τον Νικόλαο Σπανδωνή, στην καθαρεύουσα των αρχών του 20ού αιώνα. Η γλώσσα λειτουργεί ως διαμεσολαβητής των κρυμμένων μυστικών της τέχνης, του ύφους και της εποχής του Πόε. Η ποιητική πυκνότητα και η τελετουργική υφή της φέρνουν στην επιφάνεια την αφηρημένη σύλληψη μιας ιδιωτικής εμπειρίας που στην οριακή της ένταση γίνεται παγκόσμια, το «ασύλληπτο» δηλαδή της ανθρώπινης τραγωδίας.

Λίγεια: Μια γυναίκα με ακραία ισχυρή βούληση

Ο Αλέξανδρος Τσίτσος αναφέρει τι είναι αυτό που σας γοητεύει στην «Λίγεια»: “Ο Αμερικάνος ποιητής και μετρ του τρόμου, Έντγκαρ Άλαν Πόε, ήδη από το 1838, γράφει έναν χαρακτήρα που δεν χωρά εύκολα στα σχήματα με τα οποία έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε τη «δυνατή γυναίκα».

Σαν σημερινοί θεατές δεν γνωρίζουμε την αμερικανική τέχνη πριν ο καπιταλισμός τη μετατρέψει σε προϊόν. Δεν γνωρίζουμε, ως Έλληνες, πραγματικά τον Πόε. Αντίθετα, γνωρίζουμε απ’ έξω μια σειρά από επιφανειακά και συντηρητικά αφηγηματικά στερεότυπα του αμερικανικού ονείρου: τη νοικοκυρά, τη γυναίκα καριέρας, τη femme fatale, τη mistress in dange κ.α. Η Λίγεια δεν ανήκει σε καμία από αυτές τις κατηγορίες.

Οι αφηγήσεις σήμερα πατούν, συχνά ασυνείδητα, πάνω στον αμερικανικό τρόπο αφήγησης και στο αμερικανικό όνειρο. Όμως τόσο αυτή η αφήγηση όσο και το ίδιο το όνειρο των «νικητών» του Ψυχρού Πολέμου βρίσκονται πια σε βαθιά κρίση. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει ανοίξει μια ολόκληρη συζήτηση γύρω από το τι σημαίνει σήμερα strong female character.

Η Λίγεια είναι μια γυναίκα με ακραία ισχυρή βούληση — και αυτή η βούληση δεν εξαντλείται στη ζωή, αλλά συγκρούεται ευθέως με τον θάνατο. Δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ρόλος, δεν είναι αφήγημα επιτυχίας. Είναι μια ύπαρξη που διεκδικεί την αυτονομία της μέχρι το έσχατο όριο: καταφέρνει να νικήσει ακόμη και τον θάνατο με τη δύναμη της θέλησής της. Και ακριβώς γι’ αυτό παραμένει τόσο ριζοσπαστική και τόσο επίκαιρη σήμερα”.

Τι συμβολίζει το όνομα Λίγεια;

“Το όνομα της, προέρχεται από το ελληνικό ρήμα λῐγαίνω, που ουσιαστικά χρησιμοποιείται για την παραγωγή οξείας και καθαρής φωνής. Στην μυθολογία η «Λίγεια» ή «Λιγεία» ήταν μία από τις Σειρήνες. Σήμερα ο τόνος ανεβαίνει στην προπαραλήγουσα ίσως γιατί είναι πιο εύηχο σαν όνομα που προκύπτει από το ρήμα, αλλά δεν είναι το επίθετο καθαυτό το «λιγεία». Ο Νικόλαος Σπανδωνής και η Τζένη Μαστοράκη που χάρισαν δύο φοβερές μεταφράσεις στα ελληνικά την βάφτισαν «Λίγεια» κι εγώ συμφωνώ μαζί τους” αναφέρει.

Πώς προσεγγίσατε τον ρόλο σας;

Αλέξανδρος Τσίτσος: Ο αφηγητής στο διήγημα είναι ανώνυμος κι ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε γι’ αυτόν. Ο Πόε όμως στα λίγα στοιχεία που δίνει φτιάχνει έναν ρόλο αρκετά κοντά στον δικό του βίο. Δεν είναι τυχαίο πως και ο ίδιος έχασε νωρίς την σύζυγό του, έκανε χρήση οπίου κλπ.

Συνεπώς καλούμαι να φέρω στη σκηνή μια πιο «αυξημένη» εκδοχή του Ένγκαρ Άλαν Πόε. Τώρα τι είναι, ή πως φανταζόμαστε τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, αυτό είναι μεγάλο ερώτημα. Ο Πόε που φέρνω στη σκηνή είναι ένας σίγουρα μορφωμένος και εμμονικός συγγραφέας, είναι ένας διανοούμενος, λόγιος κι ευγενής, αλλά δεν κατέχει γνώσεις σαν αυτές της Λίγειας. Δεν είναι τόσο έξυπνος και το «λογικόν» δεν χωράει το μέγεθος των γνώσεων που κατείχε αυτή.

Στο σώμα μου προσπαθώ να φέρω όλα αυτά τα στοιχεία του τρόμου, της αβεβαιότητας και του πένθους. Έπρεπε να βαθύνω τη φωνή μου, να γουρλώσω τα μάτια μου, να μασήσω τον λόγο για να γεννηθεί αυτός ο ήρωας.

Η γλώσσα της παράστασης βασίζεται στην καθαρεύουσα των αρχών του 20ού αιώνα. Πώς σας επηρεάζει αυτή η γλωσσική επιλογή; Υπάρχει χώρος για συναίσθημα σε έναν τόσο ποιητικό και αφαιρετικό λόγο;

Αλέξανδρος Τσίτσος: Η μετάφραση του Σπανδωνή καταφέρνει μέσα από την ποιητική της καθαρεύουσα να συμπηκνώσει τρομερά τα νοήματα του έργου και τον άναρχο συλλογισμό του Πόε. Ο Σπανδωνής κατάφερε να γεφυρώσει ένα «υπερ-Ατλαντικό» χάσμα ανάμεσα στις δύο κουλτούρες, την Αμερικανική του 19ου αιώνα και την Ελληνική.

Δεν είναι άγνωστο πως πολλοί Έλληνες συγγραφείς επηρεάστηκαν από τον Πόε, όπως ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και ο φοβερός Γιάννης Σκαρίμπας. Σκηνικά η καθαρεύουσα οξύνει την ατμόσφαιρα αλλά και είναι μεγάλο κράτημα. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτή. Όσο έντονη κι αν είναι η κινησιολογία, εσύ πρέπει να εκφέρεις καθαρά τον λόγο και τελικά αυτή η αντίθεση είναι η μεγάλη μαγεία της παράστασης, κι εκεί γεννιούνται τα μεγάλα συναισθήματα.

Η παράσταση μιλά για τη βούληση ως δύναμη που αντιστέκεται ακόμη και στον θάνατο. Πώς στέκεστε εσείς, ως σύγχρονος άνθρωπος, απέναντι σε αυτό;

Αλέξανδρος Τσίτσος: Ο θάνατος θα μας βρει όλους μια μέρα. Προσπαθώ να κάνω καλή χρήση του χρόνου μου μέχρι να έρθει αυτός. Προσωπικά έχω τρεις δεκαετίες σε αυτόν τον πλανήτη και πολλά πράγματα με έχουν κουράσει.

Οι πρόγονοί μου με τις αποφάσεις που πήραν, έστησαν ένα σκηνικό και με κάλεσαν να παίξω έναν ρόλο, σε ένα αφήγημα με το οποίο δεν συμφωνώ καθόλου. Θα ήθελα να ζήσω και ένα άλλο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα εκτός του καπιταλισμού. Θα χρησιμοποιήσω όλη τη «βούλησή» μου από εδώ και πέρα για να το δω.

Μετά την περιοδεία και την επιστροφή της «Λίγειας» στην Αθήνα για δεύτερη χρονιά, νιώθετε ότι η παράσταση έχει μεταμορφωθεί; Κι αν ναι, με ποιον τρόπο;

Αλέξανδρος Τσίτσος: Κάθε χώρος αναδεικνύει διαφορετικές αποχρώσεις της παράστασης. Στο ορεινό Μονοδένδρι, για παράδειγμα, στα Ζαγοροχώρια η παράσταση στο ανοιχτό θέατρο εκεί έμοιαζε σαν αρχαία τραγωδία. Συνομιλούσες πράγματι με όλα αυτά που είναι πέρα και πάνω από τον εαυτό. Φέτος στο Arroyo παρουσιάζουμε την πιο ώριμη εκδοχή της παράστασης.

Οι θεατές βρίσκονται πιο κοντά μας από ποτέ. Είναι σαν να έχουμε επισκεφτεί όλοι μαζί τον τόπο δράσης και ανακαλύπτουμε παρέα την ιστορία. Η παράσταση και ο χώρος του Arroyo αναδεικνύουν πολλά στοιχεία που δεν είχαν ευκαιρία να ξεχωρίσουν μέχρι τώρα. Η παράσταση είναι πιο αληθινή και κοντά στον εαυτό της από ποτέ.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μετάφραση: Νικόλαος Σπανδωνής
Σκηνοθεσία: Δανάη Κατσαμένη
Ερμηνεύουν: Αφροδίτη Βραχοπούλου, Αλέξανδρος Τσίτσος
Επιμέλεια κίνησης: Άννα Λιανοπούλου
Σκηνικά – κοστούμια: Μάρτιν Γαβρίλης, Δανάη Κατσαμένη
Φωτισμοί: Μανώλης Μπράτσης
Μουσική: Fuchs&Löwe
Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης
Παραγωγή: Α-silenθio

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Θέατρο ARROYO
Μεγ. Αλεξάνδρου 128, Αθήνα
Από Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
Κάθε Κυριακή στις 19:00
Διάρκεια παράστασης: 75’

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
Προπώληση online: «ΛΙΓΕΙΑ» του Έντγκαρ Άλλαν Πόε | Εισιτήρια εδώ!
Τηλέφωνα Κρατήσεων: 210 346955, 6978327088

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα