Σε έναν κόσμο που καταρρέει, τι μπορεί να σώσει το θέατρο;

Διαβάζεται σε 9'
Ειρήνη Δράκου
Η Ειρήνη Δράκου Ευάγγελος Παπαδάκης

Η σκηνοθέτις και ηθοποιός Ειρήνη Δράκου μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή το έργο “Πολιορκία του Λένιγκραντ” του Σινιστέρα. που θα παρουσιαστεί στο BIOS.

Η Ειρήνη Δράκου ανήκει σε εκείνη την κατηγορία δημιουργών που δεν ακολουθούν ευθείες διαδρομές. Η πορεία της προς το θέατρο δεν υπήρξε γραμμική, αλλά αποτέλεσμα μιας σταδιακής και βαθιάς μετακίνησης προς την τέχνη.

Η καλλιτεχνική της διαδρομή είναι στενά συνδεδεμένη με τη συλλογικότητα. Από το 2007 αποτελεί ιδρυτικό μέλος της θεατρικής ομάδας ΑΣΙΠΚΑ, ενώ το 2015 συμμετείχε στη δημιουργία του Κέντρου Παραστατικών Τεχνών και δικτύου συνεργασιών ΑΫΛΑ στην Άνδρο, ενός χώρου έρευνας και καλλιτεχνικής συνάντησης που συνδέει το θέατρο με την αρχιτεκτονική, το τοπίο και το περιβάλλον. Μέσα από residencies, εργαστήρια και site specific δράσεις σε νησιά και απομονωμένους τόπους, η Ειρήνη Δράκου αναζητά μια σχέση της θεατρικής πράξης με την κοινότητα και τον φυσικό χώρο.

Ευάγγελος Παπαδάκης

Τώρα σκηνοθετεί την “Πολιορκία του Λένιγκραντ” του Σινιστέρα. Το έργο, γραμμένο το 1989, είναι μια παράδοξη κωμικοτραγική αλληγορία για το θέατρο, την τέχνη και την ανθρώπινη επιμονή μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να καταρρέει.

Στη σκηνοθετική προσέγγισή της, το έργο μεταφέρεται σε ένα δυστοπικό μέλλον όπου το θέατρο έχει πάψει να υπάρχει και δύο γυναίκες ηθοποιοί εκτίθενται ως «ζωντανά εκθέματα» σε ένα μουσείο της ανθρωπότητας. Η Οδύσσεια και η Ειρήνη, δύο ηθοποιοί στην δύση της καριέρας τους, επαναλαμβάνουν διαρκώς την ιστορία της «Πολιορκίας του Λένινγκραντ» – ενός έργου μέσα στο έργο – προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό.

Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται μια κωμικοτραγική συνθήκη: δύο γυναίκες που υπήρξαν αντίζηλες – σύζυγος η μία, ερωμένη η άλλη – έχουν εγκλωβιστεί σε ένα άδειο θέατρο, προσπαθώντας να διαλευκάνουν τον θάνατο του σκηνοθέτη τους και ταυτόχρονα να σώσουν το τελευταίο «οχυρό» του θεάτρου. Έξω από τη σκηνή ένας πόλεμος μοιάζει να συνεχίζεται αδιάκοπα, ενώ μέσα στο θέατρο η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν λούπα, σαν το τέλος ενός κόσμου που δεν σταματά να τελειώνει.

Με ελάχιστα σκηνικά μέσα – δύο σώματα, μια άδεια σκηνή, παλιά έπιπλα και ένα παράλογο αφήγημα – το έργο μετατρέπεται σε μια αλληγορία για την επιμονή της τέχνης μέσα σε έναν κόσμο που επιταχύνει, ψηφιοποιείται και εμπορευματοποιείται. Η παράσταση θέτει ερωτήματα για το μέλλον του θεάτρου, για τη θέση του ανθρώπινου σώματος απέναντι στο ψηφιακό μέσο, αλλά και για τη δυνατότητα των ανθρώπων να συνεχίζουν να ονειρεύονται σε μια εποχή που μοιάζει διαρκώς πολιορκημένη.

Η Ειρήνη Δράκου αναφέρει στο NEWS 24/7 τι ήταν αυτό που τη γοήτευσε αρχικά στο έργο του Χ.Σ. Σινιστέρα: “Καταρχήν αναζητούσα μια κωμωδία. Αλλά όχι μόνο. Είναι τόσο ασφυκτική η πραγματικότητα, ειδικά αυτή τη στιγμή που έχουν ανοίξει τόσα παράλληλα μέτωπα γύρω μας, που ήρθε σχεδόν και με βρήκε αυτό το έργο μιλώντας με μια γλώσσα για όλα αυτά που μας συμβαίνουν, που μας επιτρέπει να γελάσουμε με τους εαυτούς μας και να βρούμε μια απόσταση από αυτό που μας συμβαίνει, να αναπνεύσουμε και ίσως να μας ακούσουμε καλύτερα.

Ο ίδιος ο Σινιστέρα, σημειώνει πως ‘με αφετηρία ένα ανέκδοτο φαντάστηκε μια μικρή ιστορία που σκέφτηκε να ξεδιπλώσει με ελάχιστα υποκριτικά και σκηνικά μέσα : μόνο δύο γυναικεία, πρόσωπα, μια άδεια σκηνή, μερικά παλιά έπιπλα και μια πλοκή ελαφριά, περιθωριακή και απίθανη στην πραγματικότητα, δίχως ρεαλιστικές φιλοδοξίες. Μια υπόθεση παράλογων αφοσιώσεων και ξεπερασμένων και ανεπίκαιρων ιδεαλισμών που γι’ αυτό το λόγο, θα προκαλούσε το γέλιο και τη νοσταλγία κάποιων αξιών, που ήδη τότε (το 1989) τους απειλούσε η αναξιοπιστία”.

Η παράσταση τοποθετεί δύο ηθοποιούς ως «ζωντανά εκθέματα» σε ένα μουσείο του μέλλοντος. Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά αυτή τη δυστοπική συνθήκη;

Οι ηρωίδες μας σκηνοθετικά έχουν μεταφερθεί σε ένα μουσείο στο μέλλον που αφηγείται την ιστορία της ανθρωπότητας. Το θέμα του εκθέματος εδώ το θέατρο, δεν υπάρχει πια. Ότι έχει απομείνει δύο γυναίκες ηθοποιοί που εκτίθενται, ίσως για ένα πιάτο φαΐ, παίζουν την Πολιορκία του Λένινγκραντ, την ιστορία δύο ηθοποιών που αγωνίζονται να σώσουν ένα θέατρο.

Το ότι τα εκθέματα είναι γυναίκες, δεν είναι επίσης τυχαίο. Καταρχήν φημίζονται για την ανθεκτικότητα τους. Κι έπειτα είναι σημαντικά για εμάς τα ερωτήματα που τίθενται για τη γυναικεία φωνή, εστιάζοντας στη γυναίκα δημιουργό.

Ταυτόχρονα, στο δικό μας έργο, οι δύο αυτές ηθοποιοί ίσως νιώθουν στην σημερινή εποχή του Instagram και της ‘μεγάλης επιτάχυνσης’, επί της ουσίας, ήδη υπέργηρες. Είναι σαν η ταχύτητα να τις καθηλώνει ώστε να μην μπορούν να προχωρήσουν μπροστά, αλλά ούτε να επιστρέψουν πίσω.

Σε μια εποχή παντελούς εμπορευματοποίησης είναι σαν ο ίδιος-α ο/η ηθοποιός, που η αποστολή του είναι η επικοινωνία, να αποτελεί την ισχυρότερη και πιο τραγική μεταφορά αυτού του παιχνιδιού, όπου το ανθρώπινο σώμα ανταγωνίζεται το ψηφιακό μέσο.

Όταν το ανθρώπινο σώμα μάλιστα μετατρέπεται το ίδιο σε ψηφιακό προϊόν, καθήμενο σε μια καρέκλα τα δύο τρίτα της καθημερινότητας του ή ‘σκρολάροντας’ και διαβάζοντας διαγωνίως, δονούμενο στην ταχύτητα του μέσου, το θέατρο ίσως έχει σήμερα μια πιο ισχυρή αποστολή. Αυτή της επιστροφής στον αργό χρόνο και στον κάθετο άξονα της επικοινωνίας.

Αυτά είναι τα ζητήματα που θέτει πρωτίστως, νομίζω η δική μας ανάγνωση και μετά, αν ο/η ηθοποιός (αντικαθίσταται ήδη) ή θα αντικατασταθεί σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, από ρομπότ και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Ευάγγελος Παπαδάκης

Το έργο μιλά για το τέλος του θεάτρου. Είναι μια αλληγορία για την εποχή μετά την πανδημία ή για κάτι βαθύτερο;

“Αν αφαιρέσουμε τις φορτισμένες ημερομηνίες, τον τόπο, τον χρόνο και το ιδεολογικό περιεχόμενο μέσα στο οποίο ο συγγραφέας τοποθετεί τις ηρωίδες του, μεταφερόμαστε σ’ ένα άλλο τοπίο υπαρξιακό, εσωτερικό, ουτοπικό και ίσως σ έναν απενεχοποιημένα πλέον, βαθιά πολιτικό και ταυτόχρονα ανθρώπινο χώρο”.

Ποια είναι για εσάς η «πολιορκία» σήμερα; Είναι καλλιτεχνική, κοινωνική, υπαρξιακή;

“Αυτό που δεν κατάφεραν οι Ναζί, το διεκπεραιώνει παγκοσμίως ο κορονοϊός εισάγοντας την ανθρωπότητα σε μια νέα εποχή. Ο κόσμος ξανακόβεται φετάκια από τους εμπόρους που τυχαίνει να είναι πάλι οι ίδιοι ισχυροί. Κατασκευάζονται διαρκώς νέοι πόλεμοι, εξόφθαλμα άδικοι και παράλογοι, συντελούνται εγκλήματα και εθνοκαθάρσεις και αυτά δεν είναι πλέον καν είδηση. Είναι κανονικότητα και εμείς καταναλωτές του τρόμου ενώ το απόλυτο κακό επιταχύνει και διαστρέφει κι άλλο το πρόσωπο του.

Το έργο θα μπορούσε εύστοχα να χαρακτηριστεί σήμερα σαν ένα έργο- απεικόνιση της σύγχρονης πραγματικότητας του Πολιτισμού της Καταστροφής όπου οι ηρωίδες της Πολιορκίας περπατώντας πάνω στον κυλιόμενο διάδρομο της ιστορίας, κινούνται από μια ανάγκη που φύεται σ’ ένα τοπίο από ερείπια κι εμφορούνται από ένα καθόλου τυχαία κοινό αίσθημα.

Προσπαθούν να σώσουν έναν κόσμο φαντασμάτων, όντας και οι ίδιες φαντάσματα σε έναν κόσμο που διαρκώς τελειώνει και διαρκώς ευαγγελίζεται το μέλλον”.

Πώς δουλέψατε με την Οδύσσεια Μπουγά πάνω στη σχέση των δύο γυναικών;

“Πολιορκηθήκαμε κυριολεκτικά. Και από τους εαυτούς και η μια από την άλλη, από τα φαντάσματα και τα τραύματα μας, καλλιτεχνικά και μη. Προσωπικά νιώθω πολύ τυχερή για αυτή τη συνάντηση. Οι ηρωίδες μας λειτουργούν η μια ως καθρέφτης της άλλης.

Ευτυχώς η γλώσσα του έργου είναι ανατρεπτική γεμάτη ελαφρότητα κι αυτοσαρκασμό. Αυτό το χιούμορ που βοήθησε και τον ίδιο τον συγγραφέα, ‘ως αντίδοτο, ως αντιστάθμισμα της επισημότητας (σοβαρότητας, σοβαροφάνειας) και της υπερβατικότητας, αναπόφευκτα παράσιτα των «μεγάλων θεμάτων»’ κυριαρχεί νομίζω και στη δική μας σχέση και τον κόσμο που φέρουμε επί σκηνής”.

Τι σημαίνει για εσάς σήμερα «να διασώσουμε ένα κοινό όραμα για το Θέατρο»;

“Θα μπορούσε να είναι μια τεράστια συζήτηση κι αυτό νομίζω πως θα ήταν λάθος. Όλοι χρησιμοποιούμε τις ίδιες χρεωκοπημένες λέξεις με διαφορετικό τρόπο.
Για να εμπνευστούμε, για να επιβιώσουμε, για να χειραγωγήσουμε, για να αναδειχθούμε για να συμφιλιωθούμε, για να υπάρξουμε. Ίσως σε αυτό που μας ενώνει να υπάρχει και ένα κοινό όραμα και για το θέατρο και για την τέχνη γενικότερα.

Ειδικά την κρίσιμη αυτή στιγμή που ο φασισμός επιστρέφει στο σαλόνι της Ευρωπαϊκής Ηπείρου κι η Φύση, η Ομορφιά, η Ζωή, η Ελευθερία, βρίσκονται σε Κατάσταση Πολιορκίας, η αποστολή της τέχνης να παραμένει, η αναζήτηση μιας γλώσσας αφυπνιστικής, συμφιλιωτικής, αναγεννητικής”.

Ποιος είναι ο ρόλος της μουσικής του Νίκου Βελιώτη στη δραματουργία;

“Ο Νίκος είναι ουσιαστικός συνοδοιπόρος σε αυτό το ταξίδι, με ιδιαίτερα ευαίσθητο αυτί, και δεν μιλώ μόνο μουσικά. Νομίζω πως αφουγκράστηκε με ευαισθησία αυτό το γυναικείο σύμπαν και η μουσική του αποτελεί τον βασικό καμβά αναδεικνύοντας έναν κόσμο ζοφερό, νοσταλγικό επιτρέποντας ταυτόχρονα να γεννηθεί κάτι νέο”.

Αν το θέατρο όντως κινδύνευε να γίνει «μουσειακό είδος», ποια θα ήταν η δική σας πράξη αντίστασης;

“Ίσως αυτή η παράσταση και να συνεχίσουμε να παίζουμε, αναζητώντας πάντα μια νέα γλώσσα. Και σίγουρα, η επιστροφή στην καταγωγή του θεάτρου, έξω από το μεγάλο θεριό των μητροπόλεων που μας καταναλώνει. Η επιστροφή στο ‘μπουλούκι’, στο δρόμο, στην ύπαιθρο, στην κοινότητα, στο ταξίδι και στο αποκεντρωμένο θέατρο.”

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Κείμενο: «Η Πολιορκία του Λένινγκραντ» του Χ.Σ. Σινιστέρα
Δραματουργία-σκηνοθεσία: Ειρήνη Δράκου
Μετάφραση: Κατερίνα Χαλκίδου
Ερμηνεία: Ειρήνη Δράκου, Οδύσσεια Μπουγά
Βοηθός σκηνοθέτη: Ζωή Δρακοπούλου, Κατερίνα Γιαννίση
Μουσική: Νίκος Βελιώτης
Σκηνική επιμέλεια – Κοστούμια: ΑΫΛΑ
Σχεδιασμός φωτισμών: Ναυσικά Χριστοδουλάκου
Hair styling: Έλενα Παρασκευά
Μακιγιάζ: Χριστίνα Παναγοπούλου
Κατασκευή σκηνικών: Ευάγγελος Παπαδάκης

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Bios | Main σκηνή
Πειραιώς 84, Αθήνα
Από Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026
Κάθε Δευτέρα & Τρίτη, στις 21.00
Διάρκεια: 90’

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα