Viva la mamma! στη Λυρική: Μη φοβάσαι την όπερα, ούτε την κωμωδία
Διαβάζεται σε 9'
Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος και Αποστόλης Ψυχράμης μάς μιλούν για την «πειραγμένη» κωμική όπερα της Σοφίας Πάσχου, Viva la mamma!
- 04 Μαρτίου 2026 06:32
Η κωμική όπερα Viva la mamma! είναι μια μοντέρνα και άκρως ανατρεπτική προσέγγιση στο έργο Θεατρικές συμβάσεις και ασυμβατότητες (1827) του Γκαετάνο Ντονιτσέττι, έρχεται στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ. Η νέα εκδοχή του έργου, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Πάσχου, η οποία υπογράφει και τη διασκευή σε συνεργασία με την ομάδα, παρουσιάζεται έως και τις 7 Μαρτίου 2026.
Ο Ντονιτσέττι στις κωμικές του όπερες ειδικά, κάνει κάτι απολαυστικά διαχρονικό: ξεγυμνώνει τη ματαιοδοξία, τη μικροπρέπεια και την ανάγκη των ανθρώπων να φαίνονται κάτι που δεν είναι. Παράδοξα σκηνικά, κοστούμια υπερβολικά, ίντριγκες που μπλέκονται σαν κουβάρια. Το χιούμορ του είναι κοφτερό, σχεδόν σαρκαστικό. Γελάς, και την ίδια στιγμή αναγνωρίζεις τον εαυτό σου ή τον γείτονα. Ήξερε καλά ότι η κωμωδία είναι απλώς η τραγωδία που φοράει φτερά και γελά πιο δυνατά.
Η συγκεκριμένη όπερα γραμμένη το 1827 σε λιμπρέτο του Ντομένικο Τζιλαρντόνι, με αρχικό τίτλο «Θεατρικές συμβάσεις και ασυμβατότητες» (Le convenienze ed inconvenienze teatrali), ακολουθεί την παράδοση της opera buffa. Είναι μια καυστική φάρσα πάνω στο ίδιο το λυρικό θέατρο. Αντί να παρωδεί την καθημερινή ζωή, στρέφει το βλέμμα της πίσω από τις κουΐντες του μουσικού θεάτρου και σατιρίζει τις συγκρούσεις και τις ματαιοδοξίες που κυριαρχούν εκεί. Είναι ένα backstage δράμα ντυμένο με μεταξωτό σαρκασμό.
Η όπερα είναι γνωστή και ως «Viva la Mamma», γιατί η σκηνική κυρίαρχος είναι η Mamma Agata, που κλέβει την παράσταση. Είναι μια από τις πιο απολαυστικές μετα-θεατρικές κωμωδίες: όπερα που σατιρίζει την όπερα.
Η πλοκή του έργου επικεντρώνεται στις προσπάθειες ενός ημιερασιτεχνικού θιάσου να ανεβάσει μια παράσταση όπερας, οι οποίες εκτροχιάζονται από τα καπρίτσια και τις διαμάχες των τραγουδιστών και, πάνω απ’ όλα, την άφιξη της μητέρας της δευτεραγωνίστριας, η οποία με τις απαιτήσεις της οδηγεί την παραγωγή στην κατάρρευση.
Στην παράσταση της της Σοφίας Πάσχου ο Ελληνοϊταλικός Οπερατικός Σύλλογος Καλλιθέας, εν συντομία ΕΛΟΣΚΑ, ετοιμάζεται να ανεβάσει την ετήσια παράστασή του με τίτλο «Ο άγνωστος Ντονιτσέττι» στη Λυρική -με τη μεσολάβηση κάποιου «κονέ» του θιάσου- χωρίς η ΕΛΣ να γνωρίζει το παραμικρό. Ο τεχνικός της Εναλλακτικής Σκηνής, στην οποία καταλήγουν, ενώ αρχικά δυσανασχετεί με την απρόσμενη πρόβα που του φορτώνεται, σύντομα εντάσσεται ως τραγουδιστής στον ΕΛΟΣΚΑ.
Οι ήδη υπάρχουσες ίντριγκες ανάμεσα στα μέλη του θιάσου φουντώνουν με την άφιξη της μαμάς Άγκατα η οποία όχι μόνο έχει άποψη για όλα, αλλά τραγουδάει ωραιότατα! Ο μαέστρος του Συλλόγου την εντάσσει κι αυτήν στην πρόβα χωρίς δεύτερη σκέψη. Σύντομα η κατάσταση γίνεται απελπιστική με αδέξιους ανθρώπους που αδυνατούν να συνεννοηθούν. Παρ’ όλα αυτά η παράσταση ανεβαίνει και κάποτε τελειώνει. Η αληθινή ζωή όμως, κάπου εκεί έξω στην Καλλιθέα, συνεχίζεται…
Ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος και ο Αποστόλης Ψυχράμης μάς μιλούν για την εμεπιρία τους σε αυτή την «πειραγμένη» κωμική όπερα που βγάζει πολύ γέλιο.
Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος – “Με καύσιμο τη φιλοδοξία και την τρέλα του Φανούρη”
Ο Fanouro Arabazzo, κατά κόσμον Φανούρης Αραμπατζής (Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος), είναι ιδιοκτήτης σχολής οδηγών στην Καλλιθέα και μαέστρος του ΕΛΟΣΚΑ. Τι μας λέει ο ηθοποιός για τον ρόλο του Φανούρη;
«Όσο πιο σουρεαλιστικό γινόταν το “πανηγύρι” στις πρόβες τόσο πιο σουρεαλιστικός γινόταν και ο μαέστρος Φανούρης. Με καύσιμο την φιλοδοξία του και την τρέλα του για την όπερα προσπαθούσα να τον κρατάω πάντα ένα βήμα μπροστά από την συνθήκη στην οποία βρίσκεται. Όσο τρέλη κι αναπάντεχη κι αν είναι η συνθήκη εκείνος την αγκαλιάζει και την προωθεί.»
Η παράσταση πατά πάνω στη σατιρική ματιά του Ντονιτσέττι για το ίδιο το θέατρο. Πόσο γνώριμος είναι ο Φανούρης στη σύγχρονη καλλιτεχνική πραγματικότητα;
«Ο Φανούρης θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μία γελοιογραφία ενός μαέστρου. Μία υπερμεγέθυνση και εξωτερίκευση της εσωτερικής ματαιοδοξίας του. Εννοείται ότι κάθε καλλιτεχνική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από ματαιοδοξία και κενοδοξία! Πιστεύω όμως ότι στην εποχή μας αυτή η πραγματικότητα ως επί το πλείστον έχει μετακινηθεί από τον καλλιτεχνικό κόσμο στον κόσμο των social media. Όπου ο καθένας έχει την ευκολία να αυτοπροβληθεί με όποιον τρόπο θέλει. Σήμερα οι περισσότεροι καλλιτέχνες στην Ελλάδα αναζητούν μία πιο υγιή προσέγγιση του επαγγέλματός τους, έχοντας συνείδηση ότι δεν είναι το κέντρο του κόσμου.»
Η Μάμα Άγκατα εισβάλλει και ο Φανούρης την εντάσσει αμέσως στην παράσταση. Είναι αδυναμία, στρατηγική επιβίωσης ή μια κρυφή παραδοχή ότι το χάος έχει τη δική του δημιουργική δύναμη;
«Για μένα αυτή η πράξη, που την εντάσσει αμέσως στην παράσταση, είναι ουσιαστικά η αναγνώριση του ωραίου. Η αξιοποίηση κάθε δυνατότητας ώστε η καλλιτεχνική δημιουργία να είναι βέλτιστη και όχι προσωποκεντρική. Έλλειπε απο την ομάδα το στοιχείο που μπορούσε να προσφέρει η Μάμα. Ο Φανούρης αυτό αναγνώρισε και γοητεύτηκε. Η προσθήκη της στην παράσταση προωθεί το τελικό αποτέλεσμα και φωτίζει ακόμα καλύτερα τους υπόλοιπους, αναδεικνύοντας την μοναδικότητα τους.»
Αποστόλης Ψυχράμης – “Ο Αντώνης στην πρόβα έχει την ευκαιρία να ζήσει αυτό που ονειρεύεται”
Ο Αντώνης (Αποστόλης Ψυχράμης), τεχνικός σκηνής της ΕΛΣ, ξηλώνει τραγουδώντας το «σκηνικό» της προηγούμενης βραδιάς όταν καταφθάνουν τα πρώτα μέλη του Συλλόγου.
Ο Αντώνης ξεκινά ως ο άνθρωπος που «του φορτώνεται» μια πρόβα και καταλήγει να ενσωματώνεται στο τραγουδιστικό σχήμα. Πώς έγινε αυτή τη μετάβαση;
«Ο Αντώνης είναι ένας άνθρωπος, όπως πάρα πολλοί άλλωστε, που δεν κάνει επαγγελματικά αυτό που αγαπά, κι έτσι τον συναντάμε, σε αυτό το περιβάλλον εργασίας με κακή διάθεση, μέσα στο οποίο «φαίνεται» πραγματικός και καθημερινός. Όμως στην εξέλιξη του έργου μας έχει την δυνατότητα να «ακουμπήσει» έναν «άλλο κόσμο», που τελικά τον συναρπάζει αληθινά. Και έτσι κάθε στιγμή αυτής της πρόβας, γίνεται για αυτόν μια ευκαιρία να ζήσει ό,τι ονειρεύεται. Βιώνει την κάθε στιγμή 100%. Η σύνδεση λοιπόν του τεχνικού με τον ερμηνευτή είναι αυτή. Η ποιότητα της βιωμένης εμπειρίας. Με πόσο πάθος βιδώνει με το κατσαβίδι του και λίγες στιγμές μετά, με πόση λαχτάρα μπαίνει στην «τρέλα» του σκηνοθέτη που τον καλεί να συμμετέχει;»
Η παράσταση εκτυλίσσεται μέσα σε μια ακατάστατη αίθουσα, με σκηνικά αντικείμενα που χρησιμοποιούνται σχεδόν τυχαία. Πώς δουλεύετε σωματικά μέσα σε αυτή τη χορογραφία αντικειμένων που μοιάζει να έχει δική της βούληση;
«Μέσα από την συνεχή δοκιμή στην πρόβα. Χρησιμοποίησα ό,τι αντικείμενο βρήκα μπροστά μου από το φροντιστήριο αλλά και από τον χώρο της πρόβας, από μπαλαντέζες μέχρι κάθε λογής κατσαβίδι, δοκιμάζοντας την χρήση τους κατά τη διάρκεια του «έργου» μας. Με τη Σοφία Πάσχου δουλεύουμε ήδη 11 χρόνια και γνωρίζω πια πως στα έργα της , όλα παραμένουν «ανοιχτά» μέχρι την πρεμιέρα. Τα αντικείμενα, οι δράσεις, όλα είναι ρευστά μέχρι να λειτουργήσουν. Έτσι, δεν προαποφασίσαμε ποια αντικείμενα θα χρησιμοποιήσουμε και δεν ξέραμε τί θα ήταν πραγματικά ωφέλιμο. Δοκιμάζαμε μέχρι να απορρίψουμε, και σιγά σιγά σχηματίστηκε ένα σκηνικό σύμπαν στο οποίο είχαμε ήδη βρει τη λειτουργική μας κινησιολογία.»
Το έργο σατιρίζει τον κόσμο πίσω από τις κουίντες. Ως «άνθρωπος της σκηνής», νιώθετε ότι ο ρόλος σας φέρνει στο φως μια αθέατη πλευρά της Λυρικής, εκεί όπου η παράσταση γεννιέται μέσα από αμηχανίες, τριβές και αυτοσχεδιασμούς;
Δεν είναι η αθέατη πλευρά της Λυρικής. Η παράσταση φωτίζει «κανονικούς» ανθρώπους που μεγαλώνουν παράλογα, απλά και μόνο επειδή κάποια στιγμή στη ζωή τους κάνουν κάτι εξεζητημένο και διαφορετικό. Η γέννηση μιας παράστασης νιώθω ότι έχει πάντα ενδιαφέρον για το κοινό, μιας και η ερώτηση «μα πώς το έκαναν» πάντα γυρίζει στο μυαλό μας όταν παρακολουθούμε κάτι. Και εκεί βλέπουμε, μεγεθυμένα βεβαίως, όλους τους πιθανούς κωμικούς, αστείους, σοβαρούς και αμήχανους τρόπους με τους οποίους κάτι μπορεί να γίνει ΠΑΡΑΣΤΑΣΙΜΟ. Η έμπνευση της δημιουργίας υπάρχει παντού. Σε ένα παράξενο κουστούμι, στο «κατά λάθος» τραγούδι ενός τεχνικού, σε μια μοιραία επίσκεψη μιας MAMMA. Και αυτή είναι μια αλήθεια όχι μόνο για την Λυρική Σκηνή, αλλά και την σκηνή γενικότερα.