Μεθυσμένο Ημερολόγιο

Μεθυσμένο Ημερολόγιο

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Χάντερ Σ. Τόμσον.Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Οξύ (vid)

Ο Χάντερ Σ. Τόμσον μόλις έχει τελειώσει τη θητεία του στην Πολεμική Αεροπορία, αποχωρεί από το Time Magazine στο οποίο δουλεύει ως κειμενογράφος, και μετακομίζει στο Σαν Χουάν του Πουέρτο Ρίκο το 1960, όπου εργάζεται για λίγο καιρό στο αθλητικό περιοδικό El Sportivo και αργότερα στη San Juan Star.

Οι άνθρωποι που συνάντησε και οι εμπειρίες που είχε στο Πουέρτο Ρίκο τον ενέπνευσαν να γράψει το βιβλίο “The Rum Diary”, το οποίο παρέμεινε αδημοσίευτο για δεκαετίες. Στη δεκαετία του 1990, ο Τζόνι Ντεπ, στενός φίλος του Τόμσον, ανακάλυψε τυχαία το χειρόγραφο, όταν επισκέφτηκε το σπίτι του Τόμσον στο Woody Creek. Την ίδια νύχτα, αποφάσισε να δημοσιεύσει το μυθιστόρημα και να το προσαρμόσει για τη μεγάλη οθόνη. Ο Μπρους Ρόμπινσον,  σκηνοθέτης της ταινίας “Withnail and I”, έκανε ένα διάλειμμα από τη σύνταξή του, για να γράψει το σενάριο καθώς και να σκηνοθετήσει την ταινία. Η δική τους εκδοχή για το ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ είναι ένα έργο αγάπης και αφιέρωμα στον Τόμσον.

Μεθυσμένο Ημερολόγιο

 

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Η ταινία ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Χάντερ Σ. Τόμσον, και αφηγείται την παράξενη ιστορία του δημοσιογράφου Πολ Κεμπ (Τζόνι Ντεπ). Κουρασμένος από το θόρυβο και την τρέλα της Νέας Υόρκης, αλλά και τη μετά Αϊζενχάουερ εποχή στην Αμερική, ο Κεμπ ταξιδεύει στο παρθένο νησί του Πουέρτο Ρίκο για να δουλέψει για μια τοπική εφημερίδα, την The San Juan Star, της οποίας διευθυντής είναι ο καταπιεσμένος Λότερμαν (Ρίτσαρντ Τζένκινς).

Υιοθετώντας το στιλ ζωής του νησιού, στο οποίο πρωτοστατεί η κατανάλωση ρούμι, ο Πολ σύντομα παθιάζεται με την Σενό (Άμπερ Χερντ), την άγρια, ελκυστική και γεννημένη στο Κονέκτικατ αρραβωνιαστικιά του Σάντερσον (Άαρον Έκχαρτ). Ο Σάντερσον, που εμπλέκεται σε σκοτεινές υποθέσεις αγοροπωλησίας ακινήτων, είναι ένας από τους πολλούς Αμερικανούς επιχειρηματίες που είναι αποφασισμένοι να μετατρέψουν το Πουέρτο Ρίκο σε ένα καπιταλιστικό παράδεισο, στην υπηρεσία των πλουσίων. Όταν ο Σάντερσον αναθέτει στον Κεμπ να γράψει ένα κολακευτικό άρθρο για το πρόσφατο ανούσιο project του, ο δημοσιογράφος έχει τις εξής επιλογές: είτε να γράψει προς οικονομικό όφελος του διεφθαρμένου επιχειρηματία ή να τον «αποκαθηλώσει».

Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Μπρους Ρόμπινσον (υποψήφιος για Oscar για την ταινία “The Killing Fields”, και σκηνοθέτης της cult ταινίας “Withnail & I”) σκηνοθετεί και γράφει το σενάριο της ταινίας, το οποίο είναι  βασισμένο στο πρωτότυπο μυθιστόρημα του Τόμσον.

Σχετικά με τον Χάντερ Σ. Τόμσον

Ο Χάντερ Σ. Τόμσον γεννήθηκε στο Λούισβιλ του Κεντάκι. Διαβολάκος από την αρχή της ζωής του, στα είκοσί του εργάστηκε σε μια σειρά από περιοδικά και εφημερίδες, από το TIME και το National Observer, μέχρι ένα περιοδικό μπόουλινγκ στο Πουέρτο Ρίκο, όπου και έγραψε το πρώτο του βιβλίο, το “The Rum Diary”, το οποίο παρέμεινε αδημοσίευτο μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '90.

Ο Τόμσον είναι γνωστός ως ο νονός της Gonzo δημοσιογραφίας. Πηγαίνοντας τη νέα δημοσιογραφία της δεκαετίας του '60 ένα βήμα παραπέρα, ο Τόμσον μπαίνει ο ίδιος στην καρδιά της δράσης, πρωταγωνιστώντας στα ρεπορτάζ του – είτε συμμετέχοντας σε τουρ των μοτοσικλετιστών Hell’s Angels στην Αμερική, είτε καταπίνοντας μεγάλες ποσότητες ψυχεδελικών ουσιών στο όνομα του αμερικανικού ονείρου. Το 1970, ο Χάντερ Σ. Τόμσον έβαλε υποψηφιότητα για σερίφης του Άσπεν, στο Κολοράντο, την πλησιέστερη πόλη στο αγρόκτημά των 100-στρεμμάτων που είχε στην κατοχή του στο Woody Creek, χάνοντας για λίγο. Έγραφε άρθρα για το Rolling Stone για πολλά χρόνια, είχε μία εβδομαδιαία αθλητική στήλη στο ESPN Online. Έχει γράψει μεταξύ άλλων τα Hell‘s Angels, Fear and Loathing in Las Vegas, Fear and Loathing on the Campaign Trail ’72, The Great Shark Hunt, The Curse of Lono, Songs of the Doomed, Better than Sex, Generation of Swine, The Proud Highway, The Rum Diary, Fear and Loathing in America, Screwjack, The Kingdom of Fear, Fear and Loathing at Rolling Stone και το Hey Rube.Ο Τόμσον πέθανε το 2005.

Προσαρμόζοντας το The Rum Diary για τη μεγάλη οθόνη

To The Rum Diary ήταν ξεχασμένο στο υπόγειο του Τόμσον για πολλά χρόνια και, αν δεν ήταν η μοιραία επίσκεψη του Τζόνι Ντεπ στο σπίτι του Τόμσον, το μυθιστόρημα μπορεί να μην είχε ποτέ δημοσιευθεί. «Έπεσα πάνω στο The Rum Diary σχεδόν τυχαία,» αναφέρει ο Ντεπ. Ήμασταν στο υπόγειο του σπιτιού του στο Woody Creek, σε αυτό που ονόμαζε το δωμάτιο του πολέμου, και υπήρχαν ατελείωτες κούτες με πράγματα. Δεν ήξερα τι ήταν όλα αυτά, και έτσι άρχισα να τα τραβάω έξω. Και «σκόνταψα» στο The Rum Diary. Και μου λέει ο Τόμσον, «Θεέ μου αυτό το είχα γράψει το 1959» και είπα «ας το διαβάσουμε να δούμε περί τίνος πρόκειται. Και έτσι αρχίσαμε να το διαβάζουμε. Και είπε, «ίσως θα πρέπει να το δημοσιεύσω τελικά. Και του είπα, «Ναι θα πρέπει να το δημοσιεύσεις, είναι πολύ καλό.»

Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ωστόσο το στυλ γραψίματος του Τόμσον είχε διαφοροποιηθεί αρκετά σε σχέση με τα πρώτα γραπτά του και ήταν μια πρόκληση η επιστροφή του στο νεανικό στιλ γραψίματός του. Η Ντέμπορα Φούλερ, που ήταν γραμματέας του Τόμσον για 23 χρόνια, θυμάται, «όταν ήρθε η ώρα να δημοσιεύσει το The Rum Diary, συνεργάστηκε με τον εκδοτικό οίκο Simon and Schuster, που προσπάθησε πραγματικά να τον σταματήσει από το να το αλλάξει. Και αυτό γιατί καθώς ο Τόμσον είχε εξελιχθεί σε ένα νέο συγγραφέα, αισθανόταν ντροπή για κάποια από αυτά που είχε γράψει. Του είπαμε όλοι ότι αυτό ήταν τρέλα. Έγραψε το βιβλίο όταν ήταν περίπου είκοσι χρονών. Το να το αλλάξει και να κάνει το μυθιστόρημα αυτού του νεαρού να προσομοιάζει περισσότερο με το Gonzo στιλ που υιοθέτησε αργότερα, θα το κατάστρεφε.»

Πριν καλά – καλά ο Τόμσον ετοιμαστεί για την έκδοση του βιβλίου, τόσο ο ίδιος όσο και ο Ντεπ  «μαγείρευαν» στο μυαλό τους τη μεταφορά του στον κινηματογράφο. «Από εκείνη την πρώτη κουβέντα,» λέει ο Ντεπ, «τα πρώτα 20 λεπτά μιλούσαμε ήδη για τα δικαιώματα της ταινίας και το πώς θα κάναμε από κοινού την παραγωγή.»

Ο Τόμσον πέθανε το 2005, πολύ νωρίς για να δει το The Rum Diary στη μεγάλη οθόνη. O παραγωγός Γκράχαμ Κινγκ ήθελε να βεβαιωθεί ότι η κληρονομιά του θα έμενε αναλλοίωτη στην ταινία. «Η ταινία είναι ένα αφιέρωμα στον Χάντερ. Ήταν καταπληκτικό που είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε μία από τις ιστορίες του. Και δεν υπήρχε καλύτερος συνεργάτης για να το κάνω αυτό, από τον Ντεπ.»

Ο Ντεπ ήταν σταθερός οπαδός του σκηνοθέτη Μπρους Ρόμπινσον και τον είχε αρχικά πλησιάσει για να σκηνοθετήσει μία άλλη μεταφορά βιβλίου του Χάντερ Σ. Τόμσον στη μεγάλη οθόνη. «Γνώρισα τον Τζόνι Ντεπ περίπου πριν από είκοσι χρόνια, λόγω της πρώτης ταινίας, Withnail & I,» θυμάται ο Ρόμπινσον. «Πήγαμε μαζί στο Λονδίνο. Με ρώτησε αν θα ήθελα να σκηνοθετήσω το Fear and Loathing in Las Vegas. Εκείνη την εποχή είχα αποφασίσει πως δεν ήθελα να ασχοληθώ και πάλι με τη σκηνοθεσία.  Παρόλα αυτά, αν το έκανα, αυτό θα γινόταν μόνο για μία ταινία της οποίας το σενάριο θα έγραφα εγώ. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση ήταν πολύ αργά. Το σενάριο είχε ήδη γραφτεί.»

Ο Ντεπ ήταν αποφασισμένος να «διασταυρώσει» τα δημιουργικά πνεύματα του Ρόμπινσον και του Τόμσον.  Όπως λέει και ο ίδιος, «ο Μπρους πάντα ήταν με ένα τρόπο στο πίσω μέρος του μυαλού μου, και όταν διάβασα το The Rum Diary, είπα στον Χάντερ, ότι ο Μπρους Ρόμπινσον θα ήταν ιδανικός στο να το σκηνοθετήσει. Ο  Χάντερ είπε, «Αυτός είναι!» Ο Χάντερ το ήθελε πραγματικά αυτό, ειδικά επειδή θα ξεσηκώναμε τον Μπρους από τη σύνταξή. Ο Γκράχαμ Κινγκ συμφωνεί, «Το Withnail & I είναι μια από τις αγαπημένες μου ταινίες. Ήξερα ότι ο Μπρους και ο Τζόνι θα έφτιαχναν μια πολύ μαγική ομάδα.»

«Στη συνέχεια, ο Τζόνι μου έστειλε ένα αντίγραφο του The Rum Diary και τον ρώτησα αν θα ενδιαφερόταν να το προσαρμόσω σε ένα σενάριο,» λέει ο Ρόμπινσον. «Στην αρχή, ήταν ένας εφιάλτης. Δεν μπορούσα να δω πώς θα μπορούσε κανείς να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, καθώς έχει μόνο δύο κεντρικούς χαρακτήρες, τους Γίμον και Κεμπ. Πέρασε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πριν συνειδητοποιήσω ότι εκείνο που είχε κάνει ο Χάντερ ήταν να ‘σπάσει’ τον εαυτό του σε δύο χαρακτήρες. Όταν συνειδητοποίησα ότι ο Γίμον ήταν απλώς μια πτυχή του χαρακτήρα του Κεμπ, έπρεπε να βγάλω από τη μέση τον ένα από τους δύο. Μόλις έλυσα αυτό το πρόβλημα, βρήκα ένα τρόπο να το γράψω, και αποφάσισα να κάνω μια προσπάθεια.»

Ο Ντεπ θυμάται την επιφοίτηση του Ρόμπινσον με αντίστοιχο ενθουσιασμό. «Κατάλαβε κάτι που κανείς από εμάς δεν είχε καταλάβει. Παραδόξως, ο Χάντερ μου είχε πει κάτι, χρόνια πριν, που δεν θυμόμουν. Από νωρίς, ο Χάντερ είχε πει, ΄θα πρέπει να ξέρεις ότι έπρεπε να είχα κάνει αυτούς τους τύπους σαν να είναι ένας άνθρωπος, σαν να ήμουν εγώ.΄ Αυτό έκανε ο Μπρους. Είχε το ένστικτο να το κάνει αυτό.»

«Ο τρόπος που προσέγγισα τη μεταφορά του The Rum Diary ήταν να ‘απορροφήσω’ αυτό το βιβλίο, και στη συνέχεια να το ξαναγράψω,» λέει ο Ρόμπινσον. «Ο Χάντερ έγραψε μόνο τρεις γραμμές σε όλο το σενάριο. Δεν προσπαθούσα να τον αντιγράψω. Δεν μπορούσα εξάλλου γιατί το στιλ του είναι μοναδικό, αλλά ελπίζω ότι έγραψα στη δική του λογική. Ο Ντεπ λέει ότι αυτό ακριβώς ήθελε και ο Τόμσον. Ο Μπρους βγήκε εκτός βιβλίου σε ορισμένα σημεία, αλλά αυτό το ήθελε και ο Χάντερ. Πάντα το ήθελε. Ο Χάντερ μου είχε πει ότι είχε σκεφτεί ακόμα και να ‘μεταφέρει’ την ιστορία στην Κούβα.»

Εκτός από το να «συγχωνεύσει» τους χαρακτήρες του Κεμπ και του Γίμον σε έναν, το σενάριο ξεφεύγει από το βιβλίο στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει το Πουέρτο Ρίκο. «Αυτή είναι μια ριζική αλλαγή στην ταινία, επειδή εμφανίζεται η σκοτεινή πλευρά του Πουέρτο Ρίκο,» λέει ο Ρόμπινσον. «Αυτό είναι σημαντικό για τους ανθρώπους που είχαν πάει εκεί για να πιάσουν την καλή. Η προσέγγιση του Σάντερσον μοιάζει με αυτή των Βρετανών ιμπεριαλιστών, οι οποίοι λεηλάτησαν μια χώρα όσο μπορούσαν και στη συνέχεια αποχώρησαν.»

Χρειάστηκαν περίπου έξι μήνες για να γράψει ο Ρόμπινσον το σενάριο. «Όταν πήρα τη διαβεβαίωση ότι η ταινία επρόκειτο να γίνει, ενθουσιάστηκα,» λέει. «Ωστόσο, όταν μου ζήτησαν να τη σκηνοθετήσω, σταμάτησα να είμαι  (ενθουσιασμένος), γιατί δεν ήθελα,» λέει γελώντας. «Μετά την τελευταία μου ταινία  - που δεν θέλω ούτε να μιλάω για αυτήν… -  ήμουν πραγματικά αποφασισμένος να μη σκηνοθετήσω ξανά. Δεν μου άρεσε να προκαλέσω και πάλι δημοσιότητα. Προτιμούσα να μένω κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο με μία γραφομηχανή, και να κάνω αυτό που κάνω, το οποίο είναι να γράφω. Έτσι  δεν θα ήταν δύσκολο να πω όχι, αλλά επειδή μου άρεσε πολύ το σενάριο, και επειδή ήταν και ο Τζόνι, που μου αρέσει πάρα πολύ, σκέφτηκα να κάνω μία προσπάθεια.»

Ο Κινγκ δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ικανοποιημένος από την επιστροφή του Ρόμπινσον στην καρέκλα του σκηνοθέτη. «Είναι πολύ εύκολος άνθρωπος και ευέλικτος πίσω από την κάμερα. Ο διευθυντής φωτογραφίας του έλεγε: ‘Ίσως θα έπρεπε να το δοκιμάσετε αυτό,’ και ο Μπρους έλεγε, ‘Όχι, είμαστε ΟΚ. Έχω αυτό που χρειάζομαι. Η ταινία είναι στο κεφάλι μου, οπότε ξέρω ότι στη φάση του μοντάζ δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω αυτή τη σκηνή. Γιατί να τη γυρίσω;’ Αυτό ακριβώς θέλει να ακούσει και ο παραγωγός. Διηύθυνε πολύ καλά όλο το συνεργείο. Είναι γλυκομίλητος, ευγενικός. Όλοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν.»

Ο Ρόμπινσον έγινε για πρώτη φορά φανατικός των βιβλίων του Χάντερ Σ. Τόμσον στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. «Ο συγκάτοικός μου, μου πέταξε ένα βιβλίο και μου είπε να το διαβάσω,» θυμάται ο Ρόμπινσον. «Ήταν το Fear and Loathing. Δεν κάνω συγκρίσεις, αλλά σκέφτηκα, ‘Θεέ μου, αυτός ο τύπος είναι το είδος του συγγραφέα που θέλω να γίνω κι εγώ.’ Έγινα ένθερμος υποστηρικτής του επειδή μίλησε με το δικό του τρόπο στη γενιά μου. Είχε καταφέρει να ξεφύγει από το στείρο τρόπο με τον οποίο γινόταν το πολιτικό ρεπορτάζ.»

«Ο Χάντερ συγκρούστηκε με σθένος με το κατεστημένο,» λέει ο Ρόμπινσον. «Μου φαινόταν ότι ήταν ο Όργουελ της εποχής του. Μιλούσε για τις ίδιες αλήθειες που είχα πρωτοδιαβάσει στον Όργουελ. Πάντα πήγαινε στο βάθος των πραγμάτων. Γράφω και εγώ πολιτικά και αυτή η προσέγγιση με συναρπάζει. Ο Χάντερ είναι ειδικός στον πολιτικό λόγο και αυτό είναι κάτι που πάντα αγαπούσα σε αυτόν.»

«Αυτό που αρχικά με συνέδεσε με το έργο Χάντερ ήταν η τιμιότητα του,» λέει ο Ντεπ. «Διαβάζεις για αυτές τις καταπληκτικές εμπειρίες και σκέφτεσαι, «Αποκλείεται να έχει γίνει αυτό. Το έχει βγάλει από το μυαλό του’, «αλλά όταν έχεις ζήσει μαζί του, και περάσεις πολύ χρόνο μαζί του όπως εγώ, συνειδητοποιείς ότι είναι όλα αλήθεια.»

Τόσο για τον Ντεπ όσο και για τον Ρόμπινσον, ο στόχος της ταινίας ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ είναι να λειτουργήσει σαν μία πρώτη αναφορά στη ζωή του Τόμσον. «Είναι αναφορά σε αυτό που ήταν ο Χάντερ πριν γίνει ο Χάντερ Σ. Τόμσον,» λέει ο Ντεπ. «Αρχίζεις να βλέπεις και να αισθάνεσαι τα στοιχεία που τον οδήγησαν στο να γίνει ο Ραούλ Ντιουκ στο Fear and Loathing in Las Vegas.”

«Υπάρχει μία ατάκα στην ταινία, που ο Πολ Κεμπ λέει, ‘Δεν έχω φωνή, δεν ξέρω πώς να γράψω για μένα’,» λέει ο Ρόμπινσον . «Παρόλο που είναι  συγγραφέας, δεν τον βλέπουμε ποτέ να χτυπά τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής, μέχρι τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά της ταινίας. Τότε είναι που βρίσκει τη φωνή του. Την αμίμητη οργή του.»

Ο Γκράχαμ Κινγκ θεωρεί ότι το χιούμορ και η περιπέτεια είναι μεταξύ των πιο δελεαστικών πτυχών της ιστορίας. «Ο κόσμος μου μιλά για αυτό και λέει, ‘Θα είναι μια σκοτεινή ιστορία.’ Θυμίζει πολύ το στιλ του Χάντερ, ωστόσο δεν μοιάζει με το Fear and Loathing. Είναι πολύ διασκεδαστική ταινία. Είναι μια φανταστική βόλτα!»

Οι χαρακτήρες και το συνεργείο

Είναι προφανές το γιατί ο Ντεπ ήταν τέλειος για το ρόλο του Πολ Κεμπ. «Δεν υπάρχει ηθοποιός που να είναι πιο κοντά στην persona του Χάντερ Τόμσον από τον Τζόνι Ντεπ,» λέει ο Γκράχαμ Κινγκ. Αλλά παρόλο που ο Πολ Κεμπ βασίζεται σε γενικές γραμμές στο χαρακτήρα του Χάντερ Σ. Τόμσον όταν ήταν νέος, ο Μπρους Ρόμπινσον ήθελε ο χαρακτήρας στην ταινία να είναι συμβατός με τον τρόπο που ο Ντεπ αντιλαμβανόταν τον Τόμσον. Να μην είναι μια απομίμηση της προσωπικότητας του συγγραφέα, όπως διαμορφώθηκε τα επόμενα χρόνια. «Ήθελα ο Πολ Κεμπ να είναι η ενσάρκωση του Χάντερ από τον Τζόνι Ντεπ, αλλά όχι με σορτς και φαλάκρα,» λέει ο Ρόμπινσον. «Η ταινία διαδραματίζεται στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, έτσι, το στιλ της ταινίας είναι ξεκάθαρο και ρέπει προς το ρομαντικό. Παρόλο που το Fear and Loathing ξεχωρίζει για την κωμική πληθωρικότητά του, αυτό είναι ένα κανονικό δράμα. Ο Χάντερ ήταν πολύ ωραίος όταν ήταν νέος, και ο Τζόνι που τον ενσαρκώνει είναι πολύ ωραίος επίσης.»

«O Τζόνι μεταμορφώθηκε σε Κεμπ πολύ εύκολα,» προσθέτει ο Κινγκ. «Προσθέτει συνεχώς στρώσεις σε ένα χαρακτήρα. Δίνει βάση στη λεπτομέρεια, σε ό,τι κάνει. Για τον Μπρους ήταν πολύ εύκολο να σκηνοθετήσει τον Τζόνι,  γιατί πραγματικά δεν χρειάζεται να του πεις τι να κάνει. Δεν χρειάζεται να του πεις πώς να αποδώσει μία ατάκα, ειδικά αν είναι κωμική.»

Ο Ντεπ, όπως και ο Ρόμπινσον, θέλησε να πατήσει πάνω στην ιδέα ότι ο Τόμσον είναι ένας, αδιαμόρφωτος ακόμα καλλιτέχνης. «Ο τρόπος που προσέγγισα τον χαρακτήρα ήταν σαν ο Πολ Κεμπ να είναι ο Ραούλ Ντιουκ και να μαθαίνει για πρώτη φορά να μιλά. Ήταν σαν να παίζω τον ίδιο χαρακτήρα, αλλά 15 χρόνια πριν. Αυτός ο τύπος έχει κάτι. Υπάρχει μια ενέργεια που καίει υπόγεια και είναι έτοιμη να αναδυθεί από στιγμή σε στιγμή.»

Όταν ο Κεμπ αρχίζει να εργάζεται στην San Juan Star, ξεκινά να κάνει παρέα με τον Σάλα, το φωτορεπόρτερ που ήδη δουλεύει εκεί. Ο Ρόμπινσον έψαχνε για κάποιον με ιδιαίτερη ποιότητα, όταν έψαχνε ηθοποιούς για το ρόλο. «Ήθελα κάποιο σχετικά άγνωστο, αλλά πραγματικά καλό ηθοποιό.  Ο Μάικλ Ρίσπολι τα είχε όλα,» λέει ο Ρόμπινσον. «Ο Σάλα είχε πάει στο Σαν Χουάν δέκα χρόνια νωρίτερα. Ήταν φωτογράφος, με κάποιο ταλέντο. Τον ‘ρούφηξε’ ο τόπος, τον ανέβασε, και στη συνέχεια σχεδόν τον κατέστρεψε. Ένας από τους λόγους που διάλεξα τον Μάικλ ήταν ότι έψαχνα για κάποιον που να δείχνει αδύναμος να ξεφύγει από τις κακοτοπιές. Ήθελα ένα ηθοποιό που το κοινό να τον κοιτά και να σκέφτεται: «Δεν μπορεί να ξεφύγει, από εδώ’. Πολλοί από τους ηθοποιούς που ήρθαν να κάνουν οντισιόν για το ρόλο ήταν εξαιρετικοί, αλλά όταν Κεμπ καταφέρνει να ξεφύγει προς το τέλος της ιστορίας, ξέφευγαν και αυτοί μαζί του.» «Ο Μπρους μου τηλεφώνησε και είπε, ‘Τον βρήκα!», λέει ο Ντεπ. «Μόλις είδα την ταινία, το κατάλαβα αμέσως ότι αυτός ήταν ο άνθρωπός μας. Έμοιαζε, ακουγόταν και σου έδινε την αίσθηση του εκπατρισμένου Αμερικάνου στο Πουέρτο Ρίκο. Κάποιου που είχε χαθεί και έψαχνε να βρει τι ήθελε να κάνει με τη ζωή του.»

Ο Ρόμπινσον δεν είχε καμία αμφιβολία για το ποιος ήθελε να παίξει τον Σάντερσον. «Ο Άαρον Έκχαρτ ήταν η πρώτη και μοναδική μου επιλογή,» λέει. «Είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός, και έχει ένα είδος σκληρής ομορφιάς. Έρχεται επίσης σε πλήρη αντίθεση με τον Τζόνι Ντεπ. Είναι όμορφος με έναν Άρειο τρόπο.  Ο Τζόνι έχει μία ομορφιά λατίνου. Ο Σάντερσον είναι κτηματομεσίτης και έχει σχέσεις με την εφημερίδα, και οικονομικές και εκδοτικές. Είναι πολύ γοητευτικός και εντελώς αδίστακτος.» Ο Ντεπ εντυπωσιάστηκε από την έντονη δέσμευση του Έκχαρτ για το ρόλο. «Μας έκανε όλους να τρίβουμε τα μάτια μας. Έπιασε το ρόλο από το λαιμό και τον έφερε εις πέρας μέχρι το τέλος.»

«Όταν άρχισα να ψάχνω την ηθοποιό για το ρόλο της Σενό, έψαχνα για κάποια γυναίκα με λάγνα γοητεία,» λέει ο Ρόμπινσον. «Στο βιβλίο η Σενό είναι η φίλη του Γίμον, αλλά όπως είπα, ο χαρακτήρας του Γίμον έχει βγει. Οπότε της έδωσα το ρόλο της φιλενάδας του Σάντερσον, αυξάνοντας τη δραματική ένταση. Εξαιτίας του γεγονότος ότι φαντάζει αδύνατο να κατακτήσει κανείς αυτήν την κοπέλα, το δράμα και η ένταση κορυφώνονται. Όλο το βιβλίο έχει να κάνει με το αμερικανικό όνειρο, και την εμμονή του Χάντερ να το ξεσκεπάσει. Η Σενό συνδέεται με το άτομο που εκμεταλλεύεται αυτό το όνειρο. Ο Κεμπ είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της γιατί είναι το ίδιο δύσκολο να την αποκτήσεις, όπως και το όνειρο. «Αυτή η άπιαστη ποιότητα είναι που προσέλκυσε τον Ντεπ στην Χερντ. «Ήταν σαν μία σταρ του σινεμά του 1950, αλλά μέσα της υπήρχε βαθιά ριζωμένο κάτι ποιητικό. Υπήρχε ένα μυστήριο. Δεν μπορούσες να καταλάβεις τι είχε συμβεί στη ζωή της, αλλά σε έκανε να θέλεις να της κάνεις ερωτήσεις που κανονικά δεν θα έκανες.»

«Υπάρχει μια αρκετά σέξι σκηνή μεταξύ τους, αλλά στη μέση της, ο Κεμπ σταματά,» λέει ο Ρόμπινσον. «Πρέπει να επιλέξει μεταξύ του να σώσει την εφημερίδα, και κατ΄ επέκταση τη δουλειά του, ή αυτό το απίστευτα όμορφο κορίτσι, με το οποίο πρόκειται να κάνει έρωτα. Επιλέγει τη δουλειά του, επιλογή που ταιριάζει πολύ στον χαρακτήρα του.»

Ενδιαφέρουσα ήταν και η επιλογή του χαρακτήρα του Μόμπεργκ. «Στο βιβλίο, περιγράφεται ως Σουηδός, αλλά αποφάσισα να τον κάνω Αμερικανό,» λέει ο Ρόμπινσον. «Ο Τζιοβάνι Ρίμπισι είναι εξαιρετικός ηθοποιός. Στο σετ έμοιαζε καταρρακωμένος,» λέει γελώντας. «Νομίζω ότι μέσω του Τζιοβάνι αναδύεται το κωμικό στοιχείο ως κινητήρια δύναμη της ταινίας.»

Ο Ντεπ ήταν ανένδοτος για τη συμμετοχή του Ρίμπισι από την αρχή του project. «Συνεργαστήκαμε στην ταινία Public Enemies και μου άρεσε πολύ. Και ήξερα από τότε ότι τον ήθελα στο καστ της ταινίας ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ. Δεν με ένοιαζε τι θα έκανε, απλά τον ήθελα εκεί. Ήθελα να δουλέψω μαζί του ξανά.»

«Ήταν μεγάλη χαρά και δώρο τον να τον έχουμε εκεί. Είναι απλά υπέροχος! «Ως ηθοποιός, εκτίμησα πραγματικά τα στοιχεία που προσέθεσε ο Τζιοβάνι στο χαρακτήρα του,» λέει ο Ρόμπινσον με θαυμασμό. «Είχε μία ιδέα που ήταν πραγματική ανακάλυψη. Αστεία, αλλά όμορφη. Πήρε ένα τασάκι και άδειασε ολόκληρο το περιεχόμενό του σε μία σακούλα για ψώνια, που κουβαλούσε πάντα μαζί του για ώρα ανάγκης. Στην περίπτωση που θα ήθελε να καπνίσει μία γόπα. Ήταν ένα δείγμα αληθινής, πραγματικά αστείας ιδέας!»

«Ο Μόμπεργκ έχει τη στήλη για την εκκλησία και τα εγκλήματα στην εφημερίδα. Ο Ρίμπισι λέει για τον χαρακτήρα του, «Νομίζω ότι ήταν πολύ θυμωμένος με τον καπιταλισμό στην Αμερική, και τον τρόπο που γίνονταν τα πράγματα. Άρχισε να βλέπει τα αποτελέσματα αυτού του καπιταλισμού στον πολιτισμό του Πουέρτο Ρίκο. Παρά το γεγονός ότι περιφρονεί τον Λότερμαν [τον αρχισυντάλτη της San Juan Star), αισθάνεται ότι το να δουλεύει στην εφημερίδα, του δίνει την ευκαιρία να έχει μία φωνή ως δημοσιογράφος.»

«Νομίζω ότι όταν ο Μόμπεργκ συναντά για πρώτη φορά τον Κεμπ» λέει ο Ρίμπισι, «σκέφτεται ότι μπορεί να τον εκμεταλλευτεί. Πιστεύει ότι ίσως ο Κεμπ είναι απλά ακόμα ένας τύπος που έρχεται να δουλέψει στην εφημερίδα. Ωστόσο, όταν αρχίζει να μιλά για επανάσταση και για το πως θα βγάλουν μόνοι τους την εφημερίδα, εξάπτει το ενδιαφέρον του Μόμπεργκ. Αρχίζει να ΄ξυπνά΄ και να παθιάζεται με την ιδέα.»

Ο Μόμπεργκ ήταν ο υπεύθυνος για το ότι ο Κεμπ και ο Σάλα το είχαν ρίξει στα ναρκωτικά και το αλκοόλ. «Υπήρχε αυτή η νέα αντίληψη ότι θα μπορούσες να αλλάξεις το μυαλό σου, κάνοντας χρήση ορισμένων ουσιών. Νομίζω ότι ο Μόμπεργκ το έκανε αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα,» λέει ο Ρίμπισι. «Βγάζει τα φίλτρα από το αποστακτήριο ρούμι και  παράγει το λαθραίο ποτό που πίνουν, το οποίο είναι πολύ βαρύ!» λέει γελώντας.

Για να βρει τον τρόπο που θα ενσάρκωνε τον χαρακτήρα, ο Ρίμπισι διάβασε προσεκτικά το σενάριο. «-Υπάρχουν τόσοι πολλοί τρόποι να προσεγγίσει ή να χτίσει κανείς ένα χαρακτήρα, επειδή υπάρχουν τόσα πολλά διαφορετικά είδη. Γι 'αυτό το χαρακτήρα, η ιδέα ήταν να βασιστώ στην εξωτερική φυσική του παρουσία. Στον τρόπο που μιλούσε, στον τρόπο που περπατούσε.» Ο  Γκράχαμ Κινγκ αγαπούσε ιδιαίτερα τη φωνή του Ρίμπισι. «Του είπα στο σετ ότι η φωνή που έκανε μου θύμιζε τον Rizzo στο Midnight Cowboy!»

Για το ρόλο του Λότερμαν, του αρχισυντάκτη της εφημερίδας San Juan Star, ο Ρόμπινσον επέλεξε τον ηθοποιό Ρίτσαρντ Τζένκινς. «Ενσάρκωσε τέλεια το ρόλο,» λέει ο Ρόμπινσον. «Ο Λότερμαν είναι ένας παλιάς κοπής υστερικός δημοσιογράφος, που δούλευε για 40 χρόνια  ως βοηθός αρχισυντάκτη στην εφημερίδα The Baltimore Sun. Τώρα είναι ένα κινούμενο νευρικό ράκος, που προσπαθεί να διευθύνει τη δική του εφημερίδα και να την κάνει να επιβιώσει. Υπάρχει μία σκηνή στην αρχή της ταινίας, που ελπίζω ότι θα είναι διασκεδαστική, όταν ο Λότερμαν εξηγεί στον Κεμπ ότι ψάχνει για φρέσκο αίμα, για να κάνει το πράγμα να δουλέψει, και πιστεύει ότι ο Κεμπ είναι ο άνθρωπος που θα τον βοηθήσει να το κάνει αυτό. Ωστόσο, ολόκληρη η εφημερίδα πνίγεται στο ρούμι! Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο λέγεται The Rum Diary. Όλοι είναι μεθυσμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας!» λέει γελώντας ο Ρόμπινσον.

Ο Ντεπ θυμάται τον αρχικό αγώνα για να βρεθεί ο σωστός ηθοποιός για να παίξει τον Λότερμαν. « Ποιον μπορούμε να βρούμε να παίξει αυτό το ρόλο;» θυμάται να αναρωτιέται. «Σκεφτήκαμε κάποια ονόματα εδώ και εκεί, αλλά δεν μας πήγαιναν. Και ξαφνικά ήρθε στο μυαλό μας ο Ρίτσαρντ Τζένκινς, αλλά δεν φανταστήκαμε ότι θα έλεγε ‘ναι’. Και ξαφνικά τον είχαμε! Απλά του προτείναμε το ρόλο και τον δέχτηκε. Ήταν σαν θαύμα. Και ήρθε και μπήκε κατευθείαν στο νόημα. Είναι το σημείο αναφοράς της ταινίας. Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν. Εξαιτίας του δένουν όλοι οι χαρακτήρες. Είναι εξαιτίας της βαρύτητας του Ρίτσαρντ Τζένκινς, που ένας χαρακτήρας σαν τον Τζιοβάνι Ρίμπισι έρχεται να εργαστεί στην εφημερίδα.»

Όταν ήρθε η ώρα να διαλέξουμε τον Ζίμπεργκερ, τον πανίσχυρό και διεφθαρμένο πρώην στρατιωτικό που συνεργάζεται με τον Σάντερσον, ο Ρόμπινσον είχε μερικούς ηθοποιούς στο μυαλό του, αλλά ο Μπιλ Σμίτροβιτς τράβηξε την προσοχή του κατά τη διάρκεια μιας οντισιόν. «Διάβαζε από μέσα το κείμενο και καθόμουν δίπλα με την Ντενίζ Τσάρμιαν, την υπεύθυνη για το κάστινγκ,» λέει ο Ρόμπινσον. «Της ψιθύρισα κάτι, όσο εκείνος διάβαζε και ο Ζίμπεργκερ μου φώναξε ‘Σκάσε!’ και συνέχισε να διαβάζει. Ήταν λες και με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.»

«Ο Μπιλ ενσαρκώνει έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε να ανήκει στους οπαδούς της John Birch Society, οι οποίοι έκαναν τον Νίξον και τον Μπους να φαίνονται σαν ελαττωματικοί φιλελεύθεροι,» λέει ο Ρόμπινσον. «Ένας μανιακός, που θέλει να αφανιστεί η Σοβιετική Ένωση, πριν εξαφανίσει εκείνη την Αμερική». Ο Μπιλ διαθέτει ένα πολύ έντονα κωμικό στοιχείο, και πραγματικά ενσάρκωσε με τον καλύτερο τρόπο το ρόλο».

Ο Χάντερ Σ. Τόμσον πέθανε το 2005, αλλά ο Ντεπ και ο Ρόμπινσον ήταν αποφασισμένοι να κρατήσουν το πνεύμα του ζωντανό στο πλατό. «Μια από τις τελευταίες προσπάθειες μου ήταν να τον τιμήσω, με το να φέρω σε πέρας το εγχείρημα μας και να τον ‘φέρω ξανά στη ζωή’ μέσα από αυτήν την παραγωγή,» λέει ο Ντεπ. «Ζήτησα να υπάρχει μια καρέκλα για τον Χάντερ με το όνομά του πάνω της. Ζήτησα να υπάρχει ένα εξώφυλλο στο σενάριο με το όνομά του Χάντερ πάνω του. Ζήτησα να υπάρχει ένα σταχτοδοχείο και ένα πακέτο Dunhills και ένας αναπτήρας, για τον Χάντερ. Ζήτησα να υπάρχει ένα μπουκάλι Chivas Regal δίπλα στην καρέκλα του κάθε μέρα, και φυσικά ένα ποτήρι Highball γεμάτο με πάγο δίπλα από το μπουκάλι, για αυτόν. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να τα χρησιμοποιήσουμε όλα αυτά για να γίνει αισθητή η παρουσία του Χάντερ και να του αποδοθεί φόρος τιμής. Ο Μπρους και εγώ με το που φτάναμε κάθε πρωί στο πλατό, γεμίζαμε το ποτήρι του με Chivas Regal, βυθίζαμε τα δάχτυλά μας σε αυτό και ίσως πίναμε και μία γουλιά για να βγάλουμε τη μέρα – απλά για να σιγουρευτούμε ότι ο Χάντερ ήταν εκεί. Και ήταν εκεί. Κάθε μέρα, κάθε δευτερόλεπτο, κάθε στιγμή. Για εμάς.»

ΤΟ ΚΑΣΤ

ΤΖΟΝΙ ΝΤΕΠ (Κεμπ)

ΑΑΡΟΝ ΕΚΧΑΡΤ (Σάντερσον)

ΜΑΪΚΛ ΡΙΣΠΟΛΙ (Σάλα)

ΑΜΠΕΡ ΧΕΡΝΤ (Σενό)

ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΤΖΕΝΚΙΝΣ (Λότερμαν)

ΤΖΙΟΒΑΝΙ ΡΙΜΠΙΣΙ (Μόμπεργκ)

Σενάριο - Σκηνοθεσία ΜΠΡΟΥΣ ΡΟΜΠΙΝΣΟΝ

Παραγωγή ΚΡΙΣΤΙ ΝΤΕΜΠΡΟΦΣΚΙ, ΤΖΟΝΙ ΝΤΕΠ, ΤΙΜ ΧΕΝΤΙΝΓΚΤΟΝ, ΓΚΡΑΧΑΜ ΚΙΝΓΚ, ΡΟΜΠΕΡΤ ΚΡΑΒΙΣ, ΑΝΤΟΝΙ ΡΟΥΛΕΝ

Φωτογραφία ΝΤΑΡΙΟΥΣ ΒΟΛΣΚΙ

Μοντάζ ΚΑΡΟΛ ΛΙΤΛΤΟΝ

Καλλιτεχνική Διεύθυνση ΚΡΙΣ ΣΙΓΚΕΡΣ

Κοστούμια ΚΟΛΙΝ ΑΤΓΟΥΝΤ

Μουσική ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΓΙΑΝΓΚ

Διάρκεια  ’

Πρώτη Προβολή 1 ΜΑΡΤΙΟΥ 2012

Διανομή VILLAGE

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Σινεμά
ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ:

THE RUM DIARY TRAILER (GREEK SUBS)

SHARE:

24Media Network