Ο Δημήτρης Σωτάκης μιλά στο Magazine  για το νέο του βιβλίο "Μισή Καρδιά"
Ο Δημήτρης Σωτάκης YLTPHOTOGRAPHY
Η ΖΩΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ

Δημήτρης Σωτάκης: "Έχουμε μία εμμονή με τη Σμύρνη και τον Εμφύλιο. Να διαβάσουμε και κάτι άλλο;"

Μία εφ όλης της ύλης συζήτηση με τον πιο πολυμεταφρασμένο Έλληνα συγγραφέα.

Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως συγγραφέα των υπαρξιακών μας εμμονών. Τα σύμπαντα που χτίζει θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν καφκικά. Μέσα τους είναι εγκλωβισμένοι οι ήρωές του, άνθρωποι φαινομενικά μονοδιάστατοι, απλοί και καθημερινοί, τους οποίους αρέσκεται να εμβολιάζει με ένα εκ πρώτης όψεως εξωφρενικά παράλογο στοιχείο. Στοιχείο με το οποίο ο αναγνώστης σταδιακά ταυτίζεται και βρίσκει μέσα σε σ΄ αυτό τον ίδιο του τον εαυτό.

Τελευταία του εμμονή; Το κυνήγι της ευτυχίας. Το υπαρξιακό μας ανεκπλήρωτο, ο βαθιά κρυμμένος μας εαυτός, η ζωή που ίσως προσπεράσαμε παρασυρμένοι από τους γρήγορους ρυθμούς της και ποτέ δε ζήσαμε.

Ο λόγος για τον Δημήτρη Σωτάκη που στο νέο του μυθιστόρημα, “Μισή Καρδιά”, μιλά για τις ζωές που χάθηκαν μέσα στις ζωές και για την ελπίδα πως ποτέ δεν είναι αργά να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας, να κάνουμε τη βαθύτερή μας επιθυμία πραγματικότητα, να βρούμε το άλλο μισό του εαυτού μας.

Ο ήρωας του βιβλίου - ένας άνθρωπος απλός, μισθωτός, που ζει σε ένα διαμέρισμα με τη γυναίκα και τον έφηβο γιο του- ανακαλύπτει τυχαία, σε μια φωτογραφία, κάποιον με τον οποίο μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, έναν πραγματικό σωσία του. Ξεκινάει την αναζήτησή του, ψάχνοντας για μια λογική εξήγηση σ' αυτό το μυστήριο. Και τον βρίσκει και αρχίζει να συναναστρέφεται μαζί του βρισκόμενος μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα. Πόσο εύκολο είναι να γυρίσει στην κανονική του ζωή, όταν γνώρισε ένα “παρακλάδι” της;

Τι θα γινόταν λοιπόν αν κάποιος μπορούσε να ρίξει στα κλεφτά μία ματιά στις ζωές που δεν έζησε; Στις επιλογές που δεν έκανε; Θα επέστρεφε έτσι απλά πίσω στη μικροαστική του ζωή;

Με τον Δημήτρη Σωτάκη συναντηθήκαμε στη γειτονιά μας, σε ένα καφέ των Άνω Ιλισίων και η συζήτησή μας τα είχε όλα…

“Όταν ανακάλυψα τη χαρά της ανάγνωσης ήμουν στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου και μετά από προτροπή του φιλολόγου μας άρχισα να διαβάζω τα βιβλία της Ευγενίας Φακίνου. Μου άρεσαν πάρα πολύ, το Έβδομο Ρούχο, η Αστραδενή, η Μεγάλη Πράσινη… Αργότερα άρχισα να γράφω και εγώ. Είχα καταλάβει πως έπρεπε να κάνω κάτι που να μην υπάρχει και να υπάρχει. Για μένα αυτή είναι και η κύρια ουσία της Τέχνης: πως ξεκινώ να φτιάχνω κάτι για κάτι που είναι αόρατο και ανύπαρκτο. Πάντα ήθελα να φτιάξω ιστορίες, να μπω σε άλλους κόσμους. Και πάντα ήθελα να δραπετεύω από τη δική μου ζωή που δε μου φαινόταν και πολύ ενδιαφέρουσα.

Γύρω στα είκοσι ξεκίνησα να γράφω ένα κείμενο απροσδιόριστο και το πρότεινα, χωρίς να ξέρω τίποτα και κανέναν, σε ένα μόνο εκδοτικό οίκο, στις εκδόσεις Καστανιώτη και κάπως έτσι βγήκε το πρώτο μου βιβλίο. Δεν έκανε κάποια αίσθηση σαν γραφή, αλλά έτσι μπήκα στον χώρο του βιβλίου.

Οι συγγραφείς είναι συνήθως κάτι θλιβεροί τύποι που κάθονται σε ένα δωμάτιο και γράφουν.

Ήμουν άθλιος μαθητής, ιδιαίτερα στο Λύκειο. Αγνοούσα τα θετικά μαθήματα, ήμουν εξαιρετικός στα υπόλοιπα. Μια φορά έκαναν οι καθηγητές συμβούλιο για μένα, γιατί ο έλεγχός μου είχε τρομερές αποκλίσεις. Είχα δεκαενιάρια και εικοσάρια στα θεωρητικά και οκτώ στη χημεία και σε άλλα θετικά.

Ο Δημήτρης Σωτάκης
Για μένα τα βιβλία μου δεν είναι καθόλου παράξενα. Εγώ αυτό θέλω να διαβάσω σαν αναγνώστης και αυτό γράφω. Στην Ελλάδα δεν ευδοκίμησε ποτέ το φαντασιακό στη λογοτεχνία. YLTPHOTOGRAPHY


Στην έκθεση έμενες εντός θέματος;
Δεν έγραφα καλές εκθέσεις. Και ναι, δεν έμενα εντός θέματος, αλλά και οι εκτός θέματος δεν ήταν πολύ καλές. Ωστόσο και αυτό το μικρό στοιχείο το “εκτός” ήταν ικανό για να μου πει ο καθηγητής “τι εξωγήινο είναι αυτό που γράφεις; Δεν είχα δηλαδή σκέψεις και θέσεις. Νομίζω και τώρα δεν έχω. Δε με ενδιαφέρει να έχω πολιτική και κοινωνική θέση. Πιο πολύ έχω ένα χάρισμα να φτιάχνω κόσμους, να δημιουργώ μικρές εκρήξεις.

Είχα από μικρός εκκεντρική εμφάνιση, έβαφα τα μαλλιά μου κόκκινα, πράσινα, φορούσα περίεργα ρούχα. Ήθελα να δίνω το παρών και υφολογικά και στιλιστικά. Ήθελα να λένε “να αυτός”.

Πάντα είχα τη μανία και την ανάγκη, ίσως τη ματαιότητα να διαφέρω. Δεν ήθελα ποτέ να είμαι μέσα στο πλήθος. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, να απέχω, να διαφοροποιούμαι. Και αυτό βέβαια είχε συνέπειες. Δημιούργησα για τον λόγο αυτό πολλές συμπάθειες, αλλά και πολλές αντιπάθειες.

Αυτή η διαφορετικότητα φαινόταν πάνω μου. Είχα από μικρός εκκεντρική εμφάνιση, έβαφα τα μαλλιά μου κόκκινα, πράσινα, φορούσα περίεργα ρούχα. Ήθελα να δίνω το παρών και υφολογικά και στιλιστικά. Ήθελα να λένε “να αυτός”.

Ξύλο έχεις παίξει στον δρόμο;
Νομίζω είχα ρίξει μια σφαλιάρα σε κάποιον για μια γκόμενα. Δεν ήμουν όμως στην παρέα των σκληρών, ήμουν πιο μαλακός.

Παρέες είχες πολλές;
Είχα ναι. Σταδιακά μεγάλωνε ο κύκλος αυτός. Αλλά, όπως και τώρα, έχω κάποια αυτιστικά στοιχεία και θέλω να επιστρέφω στον εαυτό μου και όποτε επιλέγω εγώ συνειδητά, να βγαίνω έξω και να υπάρχω ανάμεσα στους ανθρώπους. Από μικρός τότε έτσι ήμουν. Απλώς τότε ήταν άλλο το πλαίσιο στο ίδιο μοτίβο.

Σε εμπνέει ο έρωτας;
Ο έρωτας είναι μία οργασμική κατάσταση, είναι το μόνο στοιχείο που μπορεί να σε οδηγήσει στην αθανασία. Αλλά εμένα με εμπνέει για να ζήσω, όχι να γράψω… Είναι ευτελέστερο το να γράφεις από το να ζήσεις. Οι συγγραφείς είναι συνήθως κάτι θλιβεροί τύποι που κάθονται σε ένα δωμάτιο και γράφουν, δεν είναι κάτι συγκλονιστικό.

Άρα τι σε εμπνέει;
Οι άνθρωποι. Νομίζουμε πως είμαστε υπερήρωες και δε θέλουμε κανέναν. Αλλά τελικά μόνο τους ανθρώπους γύρω μας χρειαζόμαστε. Δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε μόνοι μας. Και στα βιβλία μου υπάρχουν ανθρώπινες ιστορίες. Ό,τι γράφω είναι για εμάς. Απλώς διαφέρει η οπτική. Άλλος γράφει καθαρά ρεαλιστικά, εγώ όχι. Εγώ, αυτό το ίδιο που ζω, θα το γράψω αλλιώς, δε με ενδιαφέρει να καταγράφω την καθημερινότητά μου στο χαρτί. Θέλω να το αλλοιώσω, να το μεγεθύνω, να το αλλάξω, να τραβήξω τις συνθήκες στα άκρα. Και αυτό είναι μία πρόταση από εμένα, ένα ύφος.

Και οι ήρωές μου έχουν μια αφέλεια. Και αντί να ζήσουν το παρόν και την κάθε μέρα, περιμένουν τις τέλειες συνθήκες για να δράσουν. Περιμένουν σαν ημίτρελοι, αλλά συμπαθείς άνθρωποι, όπως και εγώ.

Η αλήθεια είναι πως αυτό το ύφος χαρακτηρίζει τα βιβλία σου…
Για μένα τα βιβλία μου δεν είναι καθόλου παράξενα. Εγώ αυτό θέλω να διαβάσω σαν αναγνώστης και αυτό γράφω. Στην Ελλάδα δεν ευδοκίμησε ποτέ το φαντασιακό στη λογοτεχνία. Ακόμη και στα Βαλκάνια τον 17ο και τον 18ο αιώνα οι ιερείς γράφανε φανταστικά βιβλία με τέρατα. Στην Σκανδιναβία υπάρχουν περίεργες πλοκές και αυτό θεωρείται φυσιολογικό. Στην Ελλάδα αυτό αντιμετωπιζόταν με τρομερή υποτίμηση. Τα πράγματα έχουν αλλάξει σήμερα, αλλά ακόμη ισχύει. Έχουμε μία εμμονή με τη Σμύρνη, τον Εμφύλιο, το μεταναστευτικό. Ωραία όλα αυτά, αλλά πόσο πια. Να διαβάσουμε και κάτι άλλο.

Ο Δημήτρης Σωτάκης
Ο έρωτας είναι μία οργασμική κατάσταση, είναι το μόνο στοιχείο που μπορεί να σε οδηγήσει στην αθανασία. Αλλά εμένα με εμπνέει για να ζήσω, όχι να γράψω… YLTPHOTOGRAPHY


Η δική σου εμμονή ποια θα έλεγες πως είναι;
Το κυνήγι της ευτυχίας. Και είναι μία εμμονή και μια τριλογία που θα έλεγα πως κλείνει με τη Μισή Καρδιά (έχουν προηγηθεί ο Κανίβαλος και ο Μεγάλος Υπηρέτης). Τα βιβλία αυτά γυρίζουν γύρω από την ιδέα πως ο άνθρωπος προσμένει μία ευτυχία και μία χαρά.

Και ξέρεις, αυτό είναι όντως προσωπικό. Εγώ περιμένω μία ιδανική μέρα από το 2004. Ξέρεις τι φαντάζομαι; Μία καταπληκτική μέρα. Το προηγούμενο βράδυ θα έχω ακούσει ένα εκπληκτικό νέο για το βιβλίο μου, θα έχω περάσει μία φοβερή βραδιά με μία γυναίκα, θα ξυπνήσω το πρωί και θα πάω μία βόλτα στο κέντρο έχοντας στο μυαλό μου όλες τις αναμνήσεις της προηγούμενης βραδιάς. Θα φάω σε ένα εστιατόριο και το απόγευμα θα έχω μία καλή οικονομική συμφωνία με κάποιον. Μετά θα πάω σε μία εκδήλωση και το βράδυ θα κοιμηθώ μέσα σε μία ευδαιμονία λέγοντας, “θεέ μου αυτή είναι η ζωή”.

Ε, αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ. Περιμένω λοιπόν κάτι που δε θα έρθει ποτέ. Αλλά και να έρθει, θα έχω χάσει μια ζωή περιμένοντας. Άρα θέλω να πω πως είναι λάθος αντιμετώπιση. Και οι ήρωές μου έχουν μια αφέλεια. Και αντί να ζήσουν το παρόν και την κάθε μέρα, περιμένουν τις τέλειες συνθήκες για να δράσουν. Περιμένουν σαν ημίτρελοι, αλλά συμπαθείς άνθρωποι, όπως και εγώ.

Μισή Καρδιά- Δημήτρης Σωτάκης
Για μένα το βιβλίο αυτό δεν έχει μεταφυσική διάσταση, δεν είναι ένα υπαρξιακό κρεσέντο. Έχω ακούσει άπειρες φορές από τους γύρω μου “έφτασα 60 ετών και εγώ άλλο ήθελα να κάνω. Πώς τα έφερε έτσι η ζωή”. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι γραμμένο το βιβλίο αυτό.


Τι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την Μισή Καρδιά; Ήταν μία ιστορία που είχες καιρό στο μυαλό σου;
Πάντα έχω στο μυαλό μου τον κύριο άξονα, γύρω απ' τον οποίο θέλω να κινηθώ, η ιστορία έρχεται εκ των υστέρων ως ένα άλλοθι, ως ένα μέσο για να “ξεχειλώσω” μια σκέψη που με απασχολεί το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αυτή τη φορά, λοιπόν, η επιθυμία μου ήταν να μιλήσω για τις ζωές που χάθηκαν, για όσα θυσιάζει κανείς εξαιτίας των συνθηκών και τελικά παρεκκλίνει από την πορεία του, γίνεται κάτι άλλο απ' αυτό που φανταζόταν, απομακρύνεται από το όνειρο.

Γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι γραμμένο το βιβλίο αυτό. Για τους ανθρώπους που έχουν την ψευδαίσθηση πως έχουν ηττηθεί. Πως δεν τα κατάφεραν.

Για μένα το βιβλίο αυτό δεν έχει μεταφυσική διάσταση, δεν είναι ένα υπαρξιακό κρεσέντο. Έχω ακούσει άπειρες φορές από τους γύρω μου “έφτασα 60 ετών και εγώ άλλο ήθελα να κάνω. Πώς τα έφερε έτσι η ζωή”. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι γραμμένο το βιβλίο αυτό. Για τους ανθρώπους που έχουν την ψευδαίσθηση πως έχουν ηττηθεί. Πως δεν τα κατάφεραν. Ενώ εγώ πιστεύω πως μπορεί να επανακτηθεί η ζωή, μπορούμε να γυρίσουμε πίσω και να την ξανακερδίσουμε. Μπορεί να χάθηκαν κάποια χρόνια, αλλά η φλόγα πρέπει να μένει. Πρέπει να ελπίζουμε πως θα κερδίσουμε μία φαινομενικά χαμένη ζωή.

Άρα η μισή καρδιά είναι…
Είναι η μισή ζωή που ο ήρωας ποτέ δεν διεκδίκησε, ο μισός του εαυτός, αυτός που που εγκατέλειψε, που αρνήθηκε προκειμένου να νιώσει πιο ασφαλής μέσα σε μια φαινομενική κανονικότητα. Η μισή καρδιά είναι η σπίθα μιας ανάμνησης, είναι η ψευδαίσθηση ότι όλα έχουν καταπλακωθεί από ένα βάρβαρο παρελθόν, όμως στο τέλος το άλλο μισό παίρνει την εκδίκησή του, του υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει.

Eσύ είσαι σε σύνδεση με την άλλη μισή καρδιά σου;
Έχω την εντύπωση ότι είμαι σε άμεση σύνδεση με την άλλη μισή μου καρδιά, μα όχι με αυτήν που χτυπάει μέσα στο σώμα μου. Πάντα το φαντασιακό κομμάτι, το υπερβατικό, των επιθυμιών, των προσδοκιών, μιας μεταφυσικής σχεδόν λαχτάρας είναι αυτό με το οποίο συνδέομαι, δυστυχώς-ή ευτυχώς-δεν τα πηγαίνω και πολύ καλά με την πραγματικότητα.

Η μισή καρδιά είναι η σπίθα μιας ανάμνησης, είναι η ψευδαίσθηση ότι όλα έχουν καταπλακωθεί από ένα βάρβαρο παρελθόν, όμως στο τέλος το άλλο μισό παίρνει την εκδίκησή του, του υπενθυμίζει ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει.

Δεν είμαι αυτός που θα ήθελα να είμαι. Λόγω συνθηκών δίνουμε περισσότερο χώρο στους άλλους για να είμαστε αρεστοί. Και από ανασφάλεια δεν υπερασπιζόμαστε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Και εγώ θα ήθελα να είμαι, έτσι όπως ακριβως θέλω και όσο περνούν τα χρόνια, το διεκδικώ και πιο πολύ. Αν ήμουν κινηματογραφικός ήρωας, μπορεί και να με πλάκωνα στο ξύλο, γιατί απλώς πλησιάζω αυτόν τον ιδανικό μου εαυτό.

Ο Δημήτρης Σωτάκης
Ο έρωτας είναι μία οργασμική κατάσταση, είναι το μόνο στοιχείο που μπορεί να σε οδηγήσει στην αθανασία. Αλλά εμένα με εμπνέει για να ζήσω, όχι να γράψω… YLTPHOTOGRAPHY

Θα έλεγες πως σε αγαπάς;
Έχω αρχίσει να με αγαπώ λίγο, μου φαίνεται πιο συμπαθής ο εαυτός μου τα τελευταία χρόνια. Παλιά θύμωνα συνέχεια με μένα. Και τώρα θυμώνω με τις αναρίθμητες επανεκκινήσεις που κάνω, είναι φοβερά εξοντωτικό αυτό το πράγμα. Δεν μπορώ να λειτουργήσω σε μία ευθεία γραμμή στη ζωή μου.

Η οικογένεια έχει για σένα αυτή τη μιζέρια της καθημερινότητας που περιγράφεις στις σελίδες του βιβλίου σου; Αντέχει πιστεύεις εύκολα κάποιος σε αυτή τη σύμβαση μιας σχέσης γενικότερα εγκλωβισμένος;
Όλες οι σχέσεις εμπεριέχουν το στοιχείο του εγκλωβισμού, ακόμα και η σχέση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Δεν είμαι βέβαιος αν η οικογενειακή ζωή είναι αναγκαστικά μίζερη, όμως η τριβή είναι αναπόφευκτη, δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από αυτή τη συνθήκη. Υπάρχουν σαφώς τρόποι και μοτίβα, τα οποία οδηγούν σε μια ομαλότερη πορεία μέσα σε μια οικογένεια ή γενικά στις μακροχρόνιες σχέσεις, εγώ ωστόσο δε γνωρίζω αυτά τα μυστικά.

Όλες οι σχέσεις εμπεριέχουν το στοιχείο του εγκλωβισμού, ακόμα και η σχέση με τον ίδιο μας τον εαυτό. Δεν είμαι βέβαιος αν η οικογενειακή ζωή είναι αναγκαστικά μίζερη, όμως η τριβή είναι αναπόφευκτη, δεν μπορεί κανείς να ξεφύγει από αυτή τη συνθήκη.

Έχω καταλήξει στο αυτονόητο για τη ζωή που ζούμε πως, όσο μεγαλώνω γίνομαι πιο δύσκολος, παρόλο που κάποια στριφνά μέρη του χαρακτήρα μου λειαίνονται. Έχω πάντα την επιθυμία να συνδεθώ με κάποια γυναίκα και δεν μπορώ να τα καταφέρω. Και αυτό με απογοητεύει, γιατί συνειδητοποιώ δεν είναι μόνο δικό μου θέμα. Οι ανθρώπινες σχέσεις περνούν μια μεγάλη μοναξιά. Ενώ οι άνθρωποι βγαίνουν και διασκεδάζουν και φαίνονται κοινωνικοί, επιστρέφουν μετά στον εαυτό τους.

Χρειαζόμαστε κάποιον σύντροφο δίπλα μας, όχι απλώς για να κοιμόμαστε μαζί τη νύχτα και να πηγαίνουμε διακοπές, αλλά γιατί χρειαζόμαστε ένα μάρτυρα στη ζωή μας. Θες κάποιον να καταγράφει ότι συμβαίνει στη ζωή σου. Και εγώ δεν έχω κανέναν μάρτυρα στη ζωή μου.

Τον ήρωα σου δύο άνθρωποι τον μετατοπίζουν από τον “υποτιθέμενο” άξονά του ο έφηβος γιος του και η μητέρα του. Πόσο καθοριστικές είναι αυτές οι σχέσεις…αίματος; Επίσης εσένα ποιος είναι αυτός που σε ταρακουνά από τον άξονά σου;
Δυστυχώς, αν και ανυπομονώ να βρεθεί κάποιος να με μετακινήσει, παραμένω αμετακίνητος, δυσκίνητος, ανυπόφορα στατικός. Πάντως έχω την επιθυμία να κάνω αυτά τα βήματα, αν και θεωρώ ότι αυτή η διαδικασία γίνεται όλο και πιο δυσκολότερη καθώς περνάνε τα χρόνια.

Θεωρείς πως η περίοδος της πανδημίας μάς έφερε πιο κοντά στους άλλους εαυτούς μας και στις επιθυμίες μας; Μοιάσαμε λίγο με τον ήρωά σου;
Ο ήρωάς μου είναι ένας πολύ δυνατός άνθρωπος. Κι αυτό γιατί, τελικά, μέσα σε φοβερά δύσκολες συνθήκες, καταφέρνει να βγει στο φως και να επανακτήσει τη ζωή του. Εμείς, απ' την άλλη, μάλλον είμαστε περισσότερο συμβιβασμένοι με την ιδέα μιας ζωής που επαναλαμβάνεται, που έχει κάποιες σταθερές, για να μπορεί να είναι αναγνωρίσιμη και να μην αποτρελαθούμε, όμως της λείπει η πραγματική έμπνευση και η σπίθα της μεταμόρφωσης, μιας πραγματικής, ουσιαστικής αλλοίωσης.

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή σου που ένιωσες κάτι και είπες "πως ναι τώρα, μάλλον πέθανα". Το ρωτώ γιατί το βιβλίο σου κινείται σε παράλληλα σύμπαντα και θανάτους…
Περίεργο αυτό που ρωτάς αυτό γιατί ναι το έχω νιώσει. Σαν ένα κενό στον χρόνο. Μία κατάσταση που δεν είναι πολύ πραγματική και που δεν έπρεπε να συμβεί εκείνη τη στιγμή. Εννοώ ένα βλέμμα, μία ισορροπία στο σώμα μου. Υπάρχει ένα χωροχρονικό κενό που νομίζω πως ναι, τώρα πέθανα. Και μετά επιστρέφουμε πάλι σε κάτι. Και επειδή με τη θεωρία των παράλληλων συμπάντων δεν πεθαίνουμε μόνο μία φορά, νομίζω πως το έχω πάθει.

Θυμάμαι και πότε. Ήταν μία εποχή που είχα χωρίσει με μία κοπέλα και ζούσα στο σπίτι της μητέρας μου. Ένα βράδυ, γυρίζω σπίτι, ξαπλώνω και νιώθω μία απίστευτη ζάλη. Παραδόξως όμως δε νιώθω άσχημα, υπάρχει μία γλυκιά αίσθηση στο σώμα μου σαν να λιποθυμώ. Η ώρα έχει πάει 2.00 και λέω θα κοιμηθώ. Και νιώθω πως μπορεί να πεθάνω, γιατί πραγματικά δε λειτουργούσα, δεν καταλάβαινα τι γίνεται. Και δεν είχα πιει τίποτα. Αλλά ένιωθα ωραία. Δε φοβόμουν. Και βέβαια το επόμενο πρωί ξύπνησα…

Πόσες είναι οι ζωές που τελικά δε ζούμε;
Σίγουρα οι ζωές που δε ζούμε είναι άπειρες. Όλα είναι μια ασαφής μαθηματική πράξη που ποτέ δεν επιβεβαιώνεται. Και ποτέ δε θα μάθουμε το αποτέλεσμα μιας άλλης ενδεχόμενης επιλογής μας.

Είσαι ένας από τους πιο πολυμεταφρασμένους Έλληνες συγγραφείς. Τι συνέβαλε σε αυτό πιστεύεις; Είναι θέμα συγκυριών ή πιο οικουμενικού περιεχομένου των βιβλίων σου;
Νομίζω τίποτα απ' τα δύο. Είναι μάλλον η δυναμική των βιβλίων, οι ιστορίες, τα θέματα. Τα βιβλία μου είναι ανθρωποκεντρικά, έχουν άμεση σχέση με το πώς διαχειρίζεται κανείς τη ζωή του και το αιώνιο κυνήγι της ευτυχίας, όμως το πιο σημαντικό είναι ότι ένα βιβλίο πρέπει να είναι, με κάποιο τρόπο, ελκυστικό και είμαι πολύ ενθουσιασμένος που αυτό έχει συμβεί σε μένα.

Το βιβλίο Μισή Καρδιά του Δημήτρη Σωτάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: βιβλίο, Συνεντεύξη