Φωτογραφία: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Η Κατερίνα Λέχου δεν θέλει να κρύβει τίποτα κάτω από το χαλί

Μιλήσαμε με την ηθοποιό για τη μεταμόρφωσή της στο πολυαναμενόμενο, τηλεοπτικό της comeback, τα βάρη που αποτίναξε μεγαλώνοντας, και την απάντησή της σε όσους αναρωτιούνται “γιατί το θυμήθηκαν τώρα”.

Ήταν η πρώτη μου συνάντηση με την Κατερίνα Λέχου αλλά δε χρειάστηκε να βρω τρόπο για να σπάσει ο πάγος. Πρόλαβε να τον σπάσει το λυκόσκυλο που με γέμισε φιλιά στο πρόσωπο και τα χέρια πριν καν περάσω το κατώφλι της πόρτας της. “Είσαι καλός άνθρωπος, σε αγάπησε. Τώρα θα σου φέρει και το μπαλάκι της”, μου λέει και με βολεύει στον καναπέ. Το σκυλί μού έφερε τα δώρα του, τα ακούμπησε πάνω μου και συνέχιζε να γαβγίζει από τον ενθουσιασμό. “Φτάνει Φρίντα, μιλάει η μαμά. Επιτέλους! Έχουμε δουλειά χριστιανή μου!”, τη μαλώνει.

Αποφασίσαμε να συναντηθούμε σπίτι της για να αποφύγουμε τη φασαρία που ήρθε με το άνοιγμα της εστίασης. Η δεύτερη καραντίνα άλλωστε τη χτύπησε διαφορετικά.

“Ήταν δύσκολα τη δεύτερη φορά. Την έχω τηρήσει βέβαια. Αντί για ιδρυματοποίηση, έπαθα σπιτοποίηση. Που ξαφνικά ενώ ξέρεις ότι θα σου κάνει πολύ καλό να βγεις έναν περίπατο, δε θες να βγεις έναν περίπατο. Με τραβάγανε να βγω από το σπίτι. Είναι μία κανονικότητα σχετική αυτή τώρα. Και το εμβόλιο που κάνουμε, τη μάσκα πρέπει να τη φοράμε. Δεν αγκαλιάζω ανθρώπους και μου λείπει πολύ το κομμάτι της εγγύτητας”.

Συναντηθήκαμε για να μιλήσουμε για τη μεγάλη της επιστροφή στην τηλεόραση. Μετά τη θραύση του “Έτερος Εγώ”, η COSMOTE TV ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει τη δεύτερη σειρά μυθοπλασίας της την Παρασκευή 14 Μαΐου. Το ερωτικό θρίλερ “42°C” γυρίστηκε στην Κέρκυρα, σκηνοθετήθηκε από τον βραβευμένο Γιώργο Παπαβασιλείου που αυτό τον καιρό ετοιμάζει επίσης το “Καρτ Ποστάλ” της Βικτόρια Χίσλοπ για την ΕΡΤ, και γράφτηκε από τον Σέργιο Κωνσταντινίδη και τη νικήτρια του Βραβείου Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κάλλια Παπαδάκη (βιβλίο “Δενδρίτες”). Τα 8 επεισόδια της σειράς πυροδοτούνται από ένα έγκλημα που εκτελείται κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο του νησιού, τον απροσδόκητο θάνατο μίας έφηβης κοπέλας που κλονίζει την τοπική κοινωνία και την οικογένειά της. Η ημέρα θανάτου του κοριτσιού συμπίπτει με την ημέρα επιστροφής της αδελφής της, Λένας (Ναταλία Swift), που θα βρεθεί αντιμέτωπη με το εξής τραγικό συμβάν: Η αδερφή της βρίσκεται νεκρή στην ίδια τοποθεσία όπου είχε εντοπιστεί η σωρός της μητέρας της έξι χρόνια πριν. Πρόκειται για σύμπτωση ή προμελετημένη πράξη;

Η Κατερίνα Λέχου υποδύεται εδώ τη θεία της Λένας, την Καίτη. Μία δολοπλόκα μητριάρχισσα που δε μοιάζει με καμία προηγούμενη ηρωίδα της στην τηλεόραση.

“[Η Καίτη] Είναι η θεία που ηγείται της οικογένειας κατά κάποιον τρόπο. Μίας οικογένειας που είχε κάποτε λεφτά και είναι πλέον ξεπεσμένη. Είναι στεγνή, γεροντοκόρη, κανονίζει τα οικονομικά της οικογένειας, έχει τον πλήρη έλεγχο. Προσπάθησα να έχω μέσα μου αυτό το στεγνό, το στερημένο, γιατί αυτή η γυναίκα είναι πάρα πολύ στερημένη, δεν έχει ζήσει τη χαρά ή τον έρωτα και της βγαίνει στο πρόσωπο. Είπα στη Νάταλι, “Νάταλι, έπαθα κατάθλιψη. Είδα τη μούρη μου!”, θυμάται και γελάει. Όταν είδε τον εαυτό της ως Καίτη στην οθόνη αιφνιδιάστηκε. “Ήξερα, αλλά άλλο να το φαντάζεσαι και άλλο να το δεις! Πλάκα είναι φυσικά αυτό, είναι το αστείο της ιστορίας. Έτσι κι αλλιώς μετά που το σκέφτεσαι, παρόλο το πρώτο σοκ, λες μα αυτό δεν είναι το ζητούμενο; Αυτό είναι και το δέλεαρ. Είναι αυτό που λένε, ότι το μέσα μας καθρεφτίζεται και έξω μας”.

Παρότι στο θέατρο μεταμορφώνεται συχνά, η τηλεόραση δεν της έχει προσφέρει το ίδιο πεδίο. Άραγε, εάν δεν είχε προηγηθεί η αντι-γκλάμουρ στροφή της στο “Νησί”, θα είχε φτάσει η Καίτη στα χέρια της;

“Στο θέατρο το κάνω κατά κόρον. Όταν έπαιξα τον τρανσέξουαλ τότε στο “Όλα Για τη Μητέρα μου” του Αλμοδοβάρ η μαμά μου δε με γνώρισε στο θέατρο. Με γνώρισε μετά και δεν το πίστευε ότι είμαι το παιδί της. Μου αρέσει η μεταμόρφωση, είναι ένα ωραίο στοίχημα. Στην τηλεόραση όμως δε σου δίνεται συχνά η ευκαιρία να μεταμορφώνεσαι και δεν εννοώ μόνο εξωτερικά. Και στο “42°C” εγώ είμαι. Απλά με έναν κότσο, μία πιο λιτή γυναίκα. Είναι όμως ένας άλλος χαρακτήρας που δε με έχουν συνηθίσει να κάνω.

Όταν έπαιξα τον τρανσέξουαλ τότε στο “Όλα Για τη Μητέρα μου” του Αλμοδοβάρ η μαμά μου δε με γνώρισε στο θέατρο.

Η σειρά είναι μεν ερωτικό θρίλερ - όπου αυτό το κομμάτι αφορά πιο πολύ στα νέα τα παιδιά της σειράς και τις ιστορίες τους - αλλά είναι και ψυχολογικό θρίλερ σε ό,τι έχει να κάνει με την ψυχοσύνθεση των πιο μεγάλων ανθρώπων. Με το παρελθόν τους, το πώς μεγάλωσαν, το πώς έστησαν αυτές τις οικογένειες. Αυτό το μέρος αφορά τη δομή της ελληνικής οικογένειας που αποκαθηλώνεται και τις παθογένειές της, δηλαδή το να μην πολυσυζητάμε τα πράγματα. Όσον αφορά την ηρωίδα μου, οι παθογένειες ξεκινούν από αυτήν τη γυναίκα, η οποία με έναν τρόπο κανονίζει τα πράγματα, τα ελέγχει, τα καθορίζει, τα βολεύει όλα. Είναι αρκετά νοσηρός ο τρόπος της και της γυρνάει μπούμερανγκ”.

Της λέω πως, αντίθετα με άλλους συναδέλφους της, φαίνεται να σέβεται πολύ τις δυνατότητες της τηλεόρασης ως αφηγηματικό μέσο.

Δεν τη σνομπάρω καθόλου! Και αν λέω όχι, είναι επειδή δεν τη σνομπάρω. Επειδή μπαίνει με το έτσι-θέλω στα σπίτια των ανθρώπων, πρέπει να τους σέβεσαι δέκα φορές περισσότερο. Έχω απλά απαιτήσεις. Πρώτα απ’ όλα από τον εαυτό μου και μετά από το προϊόν. Στον βαθμό του δυνατού βέβαια, γιατί δεν είμαι παραγωγός του εαυτού μου. Το είχα ψυχανεμιστεί πριν πολλά χρόνια αλλά τώρα πια το ξέρουμε όλοι: Η τηλεόραση έτσι όπως γίνεται στο εξωτερικό σήμερα είναι ενός είδους σινεμά. Έχει αν μη τι άλλο κινηματογραφικές αναφορές”.

Και στην Ελλάδα τι μας έχει κρατήσει πίσω;

Θυμάμαι είχα κάνει τότε μία ταινία στη Μονεμβασιά, τα “Σημάδια της Νύχτας”, και εκεί ήταν όλοι οι παλιοί τεχνικοί, οι καλοί, οι μεγάλοι. Τότε τους γνώρισα. Τους έβλεπα να κάνουν απίστευτα πράγματα. Το πώς φωτίζανε, το πού φωτίζανε… Στο λέω σε σχέση με ξένους που έχω δουλέψει, Αυστραλούς για παράδειγμα, που εάν δεν έχουν το σωστό τριπόδι δεν κάνουν δουλειά. Δεν υπάρχει σε εμάς αυτό. Θέλω να πω ότι οι τεχνικοί μας είναι άψογοι. Είναι γρήγοροι, έχουν φοβερά αντανακλαστικά και είναι τρομερά ευρηματικοί. Έχουμε το υλικό για να χτιστεί κάτι καλό. Νομίζω ότι πάσχουμε στη μυθοπλασία, το λέω χρόνια. Σα να φοβούνται οι άνθρωποι να επενδύσουν σε καινούριες ιδέες. Που να τσιγκλάνε λίγο περισσότερο, που να ταράζουν τα λιμνάζοντα νερά”. Της αναφέρω την οικονομική κρίση και τη στείρα δεκαετία της στην τηλεόραση.

"Χάσαμε πολύτιμο χρόνο, έχεις δίκιο. Ήταν θέμα ανάγκης. Το “Νησί” έπεσε πάνω στη στιγμή εκείνη. Παρ’ όλα αυτά έχω πάλι να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου και να σου αντιτάξω ότι όπως έλεγε ο Χίτσκοκ, μία καλή ταινία δε θέλει πολλά λεφτά. Αν έχεις κάτι πολύ δυνατό στα χέρια σου σαν σενάριο, μπορείς να κάνεις ας πούμε και το “In Treatment” που είναι δύο άνθρωποι σε δύο καναπέδες”. Το συγκεκριμένο δράμα του HBO με τον Gabriel Byrne περιστρεφόταν γύρω από ψυχιατρικές συνεδρίες και ετοιμάζεται να επιστρέψει μετά από μία δεκαετία με πρωταγωνίστρια την Uzo Aduba. “Πες ότι δεν έχεις τα λεφτά, το καταλαβαίνω, ή θες να κάνεις κάτι σε κλειστό χώρο”, συνέχισε. “Μπορείς να κάνεις κάτι ρηξικέλευθο, πρωτοποριακό, ανατρεπτικό, με λιγότερα λεφτά. Εγώ νομίζω ότι έγινε και κάτι άλλο με την κρίση. Επειδή έπεσε η ψυχολογία του κόσμου, φυσικά οι άνθρωποι της τηλεόρασης επένδυσαν σε κάτι πιο ανάλαφρο”.

Οι τεχνικοί που ανέφερε νωρίτερα έγιναν με τα χρόνια και το αγαπημένο της κοινό.

“Το πρώτο κοινό και το πιο αυστηρό είναι οι τεχνικοί. Όταν μιλάμε για καλούς τεχνικούς, μιλάμε τα έχουν δει όλα έτσι; Ηλεκτρολόγοι, ηχολήπτες, διευθυντές φωτογραφίας. Το βλέμμα τους δεν κρύβεται. Εγώ τα πρώτα μάτια που κοιτώ είναι αυτά. Είναι οι πρώτοι μου θεατές. Όταν από αυτούς παίρνεις βλέμματα εκτίμησης και αποδοχής είναι μεγάλη ικανοποίηση μέσα στο βάθος του χρόνου. Είναι τεράστια χαρά για μένα. Πιο πολύ από τους συναδέλφους. Αυτοί που δε μιλάνε πολύ. Είναι το πιο ατόφιο κοινό. Και όσο πιο αυθεντικοί και μπρουτάλ είναι αυτοί οι τύποι τόσο πιο καλό είναι το feedback”.


Τώρα που το “42°C” δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα και έχει αγωνία για το τελικό αποτέλεσμα και την ανταπόκριση του κοινού, αυτά τα βλέμματα είναι που κρατάει ως μεγαλύτερη ανταπόδοση της εμπειρίας της στη σειρά. Αυτά και η εξερεύνηση μίας γυναίκας όπως η Καίτη.

“Αυτή που έχεις στο χαρτί πρέπει να την αγαπάς. Την αγαπάω ό,τι κι αν κάνει. Είναι η μόνη που δεν κρίνεις. Μπορεί να διαβάζω και να λέω μα πώς το κάνει αυτό το πράγμα, αλλά μετά σκέφτομαι ότι σωστά το κάνει, αμέσως τη δικαιολογώ. Πρέπει να την αγαπήσω και να την κατανοήσω. Θες να καταλάβεις γιατί κάνει ό,τι κάνει ο χαρακτήρας σου και πολλές φορές τα κάνει πραγματικά με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά ίσως δεν είναι καλά πάντα τα αποτελέσματα.

Έχει σημασία όμως το σύνολο. Ας πούμε όλοι έλεγαν για το “Νησί”, “πόσο καλοί ήσασταν όλοι”. Μα όλοι αυτοί οι ηθοποιοί που έπαιζαν στο νησί, οι περισσότεροι δηλαδή, έχουν ξαναπαίξει σε σειρές και είναι καλοί ηθοποιοί κατά βάση. Απλώς ανθίσαμε γιατί το χωράφι ήταν εύφορο. Μας πέταξες μέσα και ανθίσαμε. Άρα βάζω πιο πάνω το όλο και όχι το πιο συγκεκριμένο, το δικό μου. Δε σου λέω ότι δε με ενδιαφέρει ο ρόλος, αλλά δεν τον κοιτάω με το σταγονόμετρο. Και θέλω να έχει μέσα κάτι δικό μου, προσωπικό. Τώρα το δέλεαρ ήταν το θέμα της οικογένειας γιατί με ταλανίζει πάρα πολύ. Η σχέση μας με την οικογένεια και μετά η σχέση μας με την κοινωνία και τη ζωή είναι κάτι που όλοι το περνάμε. Μας απασχολεί όλους. Άλλοι το κάνουν στη μπάντα και το βάζουν κάτω από το χαλί. Εγώ το έβγαλα απ’ το χαλί”.

Η Κατερίνα Λέχου μεγάλωσε στου Ζωγράφου, μεσαία από τρεις αδερφές, με έναν πατέρα οπτικό που ήταν περήφανος αλλά απόμακρος, και μία μητέρα τελειομανή που δεν είχε εύκολο το μπράβο. Η σχέση με τη μεγαλύτερη αδερφή της ήταν εξαρτητική, μοτίβο που στην πορεία ανακάλυψε ότι επαναλάμβανε στην προσωπική της ζωή, και η ίδια απέκτησε αυτοπεποίθηση λίγο πριν τα τριάντα. Μετά από ουσιαστική και μακροχρόνια αυτοεξερεύνηση, η ηθοποιός έχει κάνει ειρήνη με τα βάρη της.

“Θεωρώ ότι η οικογένεια μας καθορίζει πάρα πολύ. Μα πάρα πολύ. Είτε υπάρχει, είτε δεν υπάρχει. Είτε είναι καλή, είτε δεν είναι καλή. Πάντως σίγουρα αυτό που βλέπουμε μετά - για να μη σου πω από την παιδική μας ηλικία στο Δημοτικό - είναι η αντανάκλαση της οικογένειάς μας. Άρα επειδή είναι κάτι που το κουβαλάω, το ‘χω πάνω μου και είναι καταγεγραμμένο, δεν ήθελα να είναι πάντα σα σαμάρι. Ήθελα αν μπορώ να το κάνω και κάτι άλλο”.

Ο δεσμός με την αδερφή της είναι ισχυρός, στη μητέρα της ξέρει ότι χρωστάει πολλά, και ο πατέρας της ήταν πάντοτε εκεί για να τη στηρίζει τον καιρό που έλεγε πολλά όχι στη δουλειά. Αυτά τα όχι ήταν που καθυστέρησαν την εκτόξευσή της αλλά δεν τα μετανιώνει. Διαχειρίζεσαι καλύτερα τη διασημότητα όταν έρχεται αργότερα στη ζωή.

“Όταν ξεκίνησα το Θέατρο Τέχνης το ‘85, το σκεπτικό δεν ήταν να γίνω σταρ της τηλεόρασης για να γίνω δημοφιλής. Ήταν αύριο να έχω μια δουλειά στο θέατρο. Δεν γαλουχήθηκα με τη λογική της δημοφιλίας, του να γίνω γρήγορα. Ενώ σήμερα υπάρχει διαφορά. Τα παιδιά που βγαίνουν από τις σχολές θέλουν να μπουν στην τηλεόραση για να εκτοξευτούν πιο γρήγορα”. Τη ρωτάω αν έχει αναλάβει ποτέ ρόλο μέντορα σε νεότερες ηθοποιούς.

“Έχω φίλες κάτι γριούλες που είναι της ηλικίας μου, αλλά έχω και πολλές νέες. Πολλά πιπίνια!”, μου περιγράφει γελώντας. “Θέλουν να με συναναστρέφονται και με κολακεύει πάρα πολύ. Μου αρέσει γιατί παίρνω και εγώ πάρα πολλά από αυτές. Δε θα πάω να πω σε κάποιον τι να κάνει και τι να μην κάνει, γιατί αν δε σε ρωτήσει και δε θέλει μπορεί να κάνεις κακό, συνήθως όμως με ρωτάνε. Δεν εννοώ για το υποκριτικό κομμάτι, άλλωστε δεν είμαι δασκάλα. Για κάτι που δεν πάει καλά όμως, ή τι να κάνουν σε κάποια περίπτωση. Με ρωτούν τι να διαλέξουν. Το χαίρομαι πάρα πολύ γιατί σε αυτή την ανταλλαγή δε θεωρώ ότι έχω τον ρόλο του μέντορα. Θεωρώ ότι εξελίσσομαι κι εγώ. Παρόλο που φοβάμαι να γίνω δασκάλα. Η φίλη μου, η Μαρίνα η Ψάλτη, μου είχε πει το ωραιότερο πράγμα. Της είχα πει, θα πάω μωρέ εγώ να διδάξω; Που είμαι μία ημιμαθής γυναίκα, τη στιγμή που υπάρχουν τόσοι θεατρολόγοι με σπουδές που ξέρουν τα πάντα; Μα, μου λέει, στο μάθημα μαθαίνεις και εσύ Κατερίνα. Ήταν το πιο δελεαστικό πράγμα που μου έχουν πει για να αρχίσω να σκέφτομαι εάν με αυτό το σκεπτικό θα μπορούσα να διδάξω”.

Από τις κακοτοπιές που αναδείχθηκαν στον χώρο του ελληνικού θεάτρου με το κίνημα του Me Too γνώριζε πολλές, δε φανταζόταν ωστόσο το εύρος τους. Η ίδια αποφάσισε να μιλήσει στην εκπομπή Το Πρωινό και τη Φαίη Σκορδά για την κακοποιητική συμπεριφορά του Γιώργου Κιμούλη σε συνεργασία τους γιατί, όπως έχει πει, ένιωσε πως μετά τις αποκαλύψεις της Ζέτας Δούκα άρχισε να σχηματίζεται μία αλυσίδα που δεν έπρεπε να κοπεί. Τη ρωτάω αν φοβάται ότι τα πράγματα είναι πλέον σε ύφεση.

“Δεν είναι σε ύφεση”, απαντάει και είναι κατηγορηματική. “Το να αποδοθεί πραγματικά δικαιοσύνη, ή να πέσει φως,είναι χρονοβόρα κατάσταση. Όσο και να επισπευθούν οι διαδικασίες. Εντωμεταξύ όμως εγώ βλέπω ότι έχει μπει το νερό στ’ αυλάκι. Όμως πρόκειται περί αυλακίου. Δεν πρόκειται περί ποταμιού. Δε μιλάμε για τον Νιαγάρα! Είναι αυλάκι, εντάξει, σιγά-σιγά γίνονται τα πράγματα. Αυτή είναι εκ βάθρων κοινωνική αλλαγή. Δεν έχει να κάνει μόνο με τον χώρο μας, έχει να κάνει με την κακοποίηση σε όλους τους χώρους, στην οικογένεια, παντού. Αυτό για να συντελεστεί, λυπάμαι που στο λέω, αλλά θα πάρει χρόνο. Εσύ μπορεί να το γευτείς σε ένα μεγάλο βαθμό, τα παιδιά σου αν κάνεις μπορεί να το βιώσουν, αλλά δεν αλλάζουν εν μία νυκτί οι κοινωνίες και αυτό που είναι καταγεγραμμένο σε ένα DNA. Επίσης δε μπορεί να εκλείψει και κάτι. Δε θα εκλείψει ούτε η νοσηρότητα, ούτε η παραβατικότητα. Η γνώση όμως δεν έκανε κακό σε κανέναν. Οι άνθρωποι θα έχουν τη γνώση, ότι αυτό δεν είναι σωστό. Ότι δεν είναι κανονικό να συμβαίνει”.

Αναρωτιέμαι εάν ο λόγος που το Me Too εξερράγη επιτέλους στην Ελλάδα είναι επειδή πρωτοστάτησε στη συζήτηση μία Ολυμπιονίκης αθλήτρια και όχι κάποια επαγγελματίας από τον στιγματισμένο ως ακόλαστο χώρο του θεάματος. Δείχνει να συμφωνεί.

“Είναι ένας αμφιλεγόμενος χώρος του θεάματος”, εξηγεί. “Αν δεν τον ξέρεις και δεν καταλαβαίνεις, μπορεί να είναι παρεξηγήσιμος. Φυσικά και ήταν το κύρος αυτής της γυναίκας που έδωσε την ώθηση. Το αφουγκράστηκε η Σοφία Μπεκατώρου όταν μίλησε στην εκδήλωση εκείνη και μετά έδωσε ώθηση στη Ζέτα να ξεκινήσει να μιλά για τον δικό μας χώρο. Τώρα ήταν η στιγμή. Αυτό, ξέρεις, είναι στον αέρα. Οσμίζεται. Είναι αίσθηση. Δε νομίζω ότι το μετράς αλλιώς”.

Και με τους “γιατί το θυμήθηκαν τώρα” τι κάνουμε;

“Είναι αυτό που σου λέω, η νοοτροπία. Θα πάω τώρα εγώ να πιάσω κουβέντα να αλλάξω τη δική σου νοοτροπία; Πρέπει να κάνεις εσύ την προσπάθεια, όχι εγώ. Δε μπαίνω καν στη διαδικασία, τα θεωρώ κακοήθειες. Πρέπει να διαβάσεις, να καταλάβεις. Εγώ ας πούμε με αφορμή όλο αυτό, έτυχε και έπεσαν στα χέρια μου βιβλία. Μίλησα και με ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει απώθηση, τι σημαίνει σβήνω από τη μνήμη μου. Πώς γίνεται κάτι τέτοιο; Κι όμως, γίνεται. Πρέπει να ενημερωθείς, να βρεις τη γνώση, να το ψάξεις. Γιατί άσχετοι είμαστε. Όλοι. Μετά θα είναι πιο εύκολο να δώσεις απάντηση στο “γιατί τώρα”.

Η αυστηρότητα και το να είσαι απόλυτος δε βοηθάει στη σχέση σου με τους ανθρώπους. Σε απομονώνει. Και δεν ήθελα πια να είμαι μόνη μου.

Η Φρίντα στέκεται μπροστά μου και κοιτάει παγωμένη από τα πόδια μου. Έχει πέσει το μπαλάκι της κάτω από τον καναπέ. Η Κατερίνα μου λέει να μην κουνηθώ και πέφτει αστραπιαία στο πάτωμα με ένα μπαστούνι προσπαθώντας να της το τραβήξει έξω. “Ξέρεις τι τραβάω”, μου λέει. “54 χρονών γυναίκα και να σέρνομαι στα εδάφη;”. Ξεκαρδίζομαι και ψάχνω να βρω κι εγώ στο πάτωμα την απόμακρη Λέχου που οι φήμες περιγράφουν. Είναι εγκάρδια, μιλάει με τα χέρια της και γελάει πανεύκολα. Είναι αγέρωχη. Όχι απόμακρη.

“Είμαι αυστηρή όταν διεκδικώ κάτι. Όταν κάποιος είναι αγενής μαζί μου ή όταν κάποιος δε μου απαντάει σε μία ερώτηση. Αλλά και ευγενική είμαι και ζεστή. Το έχω κατακτήσει. Ξέρεις γιατί το ξέρω ότι είμαι; Γιατί είναι επίκτητο. Δεν είναι το φυσικό μου. Προέκυψε με πολλή δουλειά. Δεν αλλάζει η βάση του χαρακτήρα βέβαια. Η πρώτη μου τάση είναι να μου βγει αυταρχισμός ή αυστηρότητα. Όμως αν δώσω στον εαυτό μου τη δυνατότητα λίγο να σκεφτεί λέω, όπα, θα ωφελήσει; Το κάνεις μετά, λέω στον εαυτό μου. Τον ξεγελάω δηλαδή, του λέω ψέματα. Και όταν μετά το σκεφτώ, λέω δε βαριέσαι, τι νόημα έχει. Γιατί η αυστηρότητα και το να είσαι απόλυτος δε βοηθάει στη σχέση σου με τους ανθρώπους. Σε απομονώνει. Και δεν ήθελα πια να είμαι μόνη μου”.


Το “42°C” κάνει πρεμιέρα την Παρασκευή 14 Μαΐου αποκλειστικά στην COSMOTE TV. Τα 8 επεισόδια θα κάνουν πρεμιέρα back-2-back στο COSMOTE SERIES MARATHON HD για binge-watching όλο το Σαββατοκύριακο, ενώ θα είναι διαθέσιμα και μέσα από τη δωρεάν, on demand υπηρεσία COSMOTE TV PLUS.
ΠΡΟΣΩΠΑ COSMOTE TV ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ