Joel C Ryan/Invision/AP Joel C Ryan/Invision/AP

Ντέιζι Έντγκαρ-Τζόουνς: Από το Normal People στο "Εκεί Που Τραγουδάνε Οι Καραβίδες"

Πρωταγωνιστεί στην διασκευή του βιβλίου-φαινομένου της Ντίλια Όουενς και το Magazine βρέθηκε στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο για να μιλήσει μαζί της αποκλειστικά.

Το να παρακολουθείς τη Ντέιζι Έντγκαρ-Τζόουνς να παίζει, είναι σα να βρίσκεσαι σε ένα masterclass ερμηνευτικής θλίψης. Τα έντονα, βαθιά καφέ μάτια της πρακτικά προσκαλούν το συναίσθημα και τα απαλά, ευγενικά χαρακτηριστικά της συμπληρώνουν το προφίλ μιας παρουσίας φύσει διακριτικής και απροσδιόριστα μελαγχολικής.

Δεν είναι τυχαίο που, μαζί με τον Πολ Μέσκαλ, και παρότι αμφότεροι πρακτικά πρωτοεμφανιζόμενοι, έβαλαν φωτιά στην οθόνη με τέτοιο τρόπο στο πολυσυζητημένο τηλεοπτικό Normal People. Οι δυο τους κατάφεραν να εκπέμπουν πάθος, αγωνία, μελαγχολία και συναισθηματική δίψα βοηθώντας την διασκευή του βιβλίου της Σάλι Ρούνεϊ να γίνει ένα από τα ντε φάκτο τηλεοπτικά φαινόμενα των τελευταίων χρόνων.

Είναι τώρα μια άλλη λογοτεχνική διασκευή, ενός επίσης βιβλίου-φαινομένου, που φέρνει πάλι την 24χρονη αγγλίδα ηθοποιό στο προσκήνιο, καθώς η ίδια βρίσκεται στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο για να παραλάβει το Leopard Club Award– κάτι σαν βραβείο του μέλλοντος, ένα βραβείο-υπόσχεση για μια καριέρα που έρχεται. Με έναν ρόλο που στα χαρτιά μοιάζει κόσμους ολόκληρους απομακρυσμένο από την ίδια, όμως με έναν παράδοξο τρόπο, επίσης κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της.

«ΝΑ ΠΟΝΤΑΡΕΙΣ ΣΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΝΑ ΣΥΜΠΑΣΧΕΙ»


Στην διασκευή του Εκεί Που Τραγουδάνε Οι Καραβίδες της Ντίλια Όουενς (βιβλίου που έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και που έχει γίνει αντικείμενο αμέτρητων συναντήσεων σε κάθε λογής book clubs), η Έντγκαρ-Τζόουνς παίζει μια κοπέλα που έχει μεγαλώσει μόνη της στα έλη, κάπου στα βάθη του αμερικάνικου Νότου– κι η οποία γίνεται βασική ύποπτη στην υπόθεση του φόνου ενός άντρα με τον οποίο διατηρούσε σχέση. (Η ταινία κυκλοφορεί την 1η Σεπτεμβρίου στην Ελλάδα από την Feelgood Entertainment.)

Η Κάγια, με τη σκληρή της νότια προφορά και με μια ύπαρξη στα όρια της αγριότητας, δε θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική από την αέρινη παρουσία της αγγλίδας ηθοποιού. Όμως αυτό που ενώνει την Κάγια και την Ντέιζι είναι κάτι ευρύτερα ανθρώπινο, μια αίσθηση απομόνωσης και μελαγχολίας που εκφράζεται με έναν πράο, σιωπηλό, υπομονετικό τρόπο. Υπό αυτή την έννοια, μπορεί κανείς να τραβήξει παραλλήλους ανάμεσα στη Μαριάν του Normal People και την Κάγια των Καραβίδων: Το μυστικό είναι στις σιωπές.

«Αγαπώ τις στιγμές που αντί να νιώθεις την ανάγκη να υπερεξηγήσεις, μπορείς απλά να αφεθείς να βιώσεις κάτι», μου λέει εξηγώντας τη σημασία των σιωπών στο ερμηνευτικό της στυλ. «Αυτό που συνειδητοποιώ, ειδικά σε διασκευές βιβλίων, είναι πως εύκολα μπορείς να σκεφτείς πως πρέπει να διαλογοποιήσεις κάθε κεφάλαιο και κάθε σκηνή, αλλά είναι νομίζω πολύ πιο δυνατό το να ποντάρεις στην δυνατότητα του κοινού να συμπάσχει», εξηγεί. «Διότι είμαστε πλάσμα με εκ φύσεως συμπονετικά, βλέπουμε κάποιον να νιώθει κάτι κι αμέσως προσπαθούμε να συνδεθούμε, να το καταλάβουμε και εμποτίσουμε αυτή τη σύνδεση με ζωή».

«Κι επίσης νομίζω, όταν δουλεύεις με σιωπές σε φιλμ αποκτάς όλο και μεγαλύτερη συναίσθηση του πόσο συνεργατικό μέσο είναι». Εξηγεί τι εννοεί, δείχνοντας το ποτήρι νερό που έχει στο τραπέζι μπροστά της: «Μπορώ να κοιτάω αυτό το ποτήρι νερό κι αν βάλεις μια κάμερα από πάνω μου θα φαίνεται σα να σκέφτομαι να το πιω, αν η κάμερα με κοιτάζει από κάτω η κατάσταση γίνεται πιο επιθετική, ίσως κάτι θυμάμαι, συμβαίνει ένα τελείως άλλο πράγμα. Ή αν βάλεις μια κατάλληλη μουσική, θα σκεφτείς ως θεατής ότι ίσως είναι γεμάτο δηλητήριο». Κι όλα αυτά πάνω σε μια προσεκτικά παιγμένη σιωπή. «Είναι πολύ συνεργατική διαδικασία η κάθε σκηνή, λόγω των διαφορετικών δημιουργικών στοιχείων που έρχονται όλα μαζί για να πουν μία ιστορία».

«ΣΤΟ NORMAL PEOPLE ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΙ ΚΑΙ ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΟΙ»


Για την Έντγκαρ-Τζόουνς, το να ασχοληθεί με την ηθοποιία ήταν κάτι σαν η μία μεγάλη σκανταλιά και απόδραση χαρακτήρα που επέτρεπε στον εαυτό της. «Πάντα ήμουν ένα σιωπηλό, ντροπαλό, ευγενικό άτομο» λέει χαμογελώντας σχεδόν ενοχικά, «και θυμάμαι να κάνω σχολικές παραστάσεις και για πρώτη φορά έπαιζα χαρακτήρες που ήταν διαφορετικοί από εμένα… πιο αυθάδεις, πιο αγενείς… και διασκέδαζα από το πόσα πράγματα μπορούσες να ξεφύγεις απλώς με το να μην είσαι ο εαυτό σου», λέει γελώντας. «Πάντα μου άρεσε!»

Με γονείς στο χώρο του entertainment, είχε πάντα τη στήριξη πίσω από την απόφαση να ασχοληθεί με την ηθοποιία. Η μητέρα της ήταν μοντέρ πριν η Ντέιζι γεννηθεί, κι ο πατέρας της, Φίλιπ, δούλευε στην τηλεόραση ως creative director του Big Brother μεταξύ άλλων. «Κι οι δύο ήξεραν τι σήμαινε να είσαι αυτοαπασχολούμενος, κάτι το τρομακτικό μιας και η δουλειά έτσι δεν είναι ποτέ σταθερή και αξιόπιστη. Όμως με βοήθησε ότι δεν το αντιμετωπίζαν με φοβία, μιας κι οι δύο είχαν αυτή την εμπειρία ζωής». Αλλά το πιο βασικό που της έδωσαν, λέει, είναι ότι «μεγάλωσα αγαπώντας το σινεμά και την τηλεόραση».

Στα 15 της μπήκε στο National Youth Theater, μέσω του οποίου έκανε οντισιόν για παραστάσεις. Έτσι βρήκε ατζέντη και ξεκίνησε επαγγελματικά στα 16. Ύστερα από κάποιους τηλεοπτικούς ρόλους, ανάμεσα στους οποίους και μια σταθερή παρουσία σε δύο σεζόν του War of the Worlds με τον Γκάμπριελ Μπερν, ήρθε αυτό που έμελλε να γίνει το μεγάλο της breakthrough. Η διασκευή του Normal People της Σάλι Ρούνεϊ την έβαλε απέναντι στον πρωτοεμφανιζόμενο στην οθόνη, θεατρικό ηθοποιό Πολ Μέσκαλ, αποτελώντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό ψυχολογικό δράμα για την πολύπλοκη σχέση δύο νέων ανθρώπων στο πέρασμα του χρόνου.

«Αγαπούσα το βιβλίο απεγνωσμένα», λέει. «Κι είχα αυτό το συναίσθημα που έρχεται λίγες φορές όταν διαβάζεις κάτι και νιώθεις πως αυτό είναι μόνο για σένα… Το αγαπούσα τόσο πολύ, θα έκανα τα πάντα για να το παίξω», παραδέχεται. Σημειώνω πως το ενδιαφέρον με την περίπτωση της διασκευής του Normal People ήταν το πώς ένα τεράστιο μέρος της αντίδρασης και της ενασχόλησης με αυτό, είχε να κάνει απευθείας με τους δύο ηθοποιούς-χαρακτήρες, με αυτό που εξέπεμπαν, με το vibe τους, με τη χημεία τους. «Όταν έκανα το Normal People δεν είχα παίξει τίποτα πρωταγωνιστικό, και για τον Πολ ήταν η πρώτη φορά μπροστά στην κάμερα, που είναι απίστευτο», μου λέει με μια έκφραση σα να θυμάται την πιο απίστευτη, αλλά και ταυτόχρονα μακρινή, ανάμνηση.

«Κανείς μας δεν είχε σημεία αναφοράς πώς είναι να παίζουμε σε κάτι που ο κόσμος βλέπει τόσο πολύ, οπότε νιώθαμε πως κάναμε ένα πρότζεκτ ως μια παρέα φίλων που αγαπούσε το βιβλίο κι είπε “και δεν δοκιμάζουμε να το κάνουμε σειρά;”», θυμάται. «Αλλά ακριβώς γι’αυτό… δεν σκεφτόμουν ποτέ πώς θα βγει, στα αλήθεια. Που ίσως εξηγεί και γιατί όταν το βλέπεις, είμαστε κι οι δύο τόσο συναισθηματικά διαθέσιμοι και ακατέργαστοι. Είναι επειδή δεν έχουμε καμία αυτογνωσία».

Εκεί άλλαξαν όλα, όπως είναι φυσικό. «Με το Normal People πια εκεί έξω, προσέγγιζα πια τα επόμενα πρότζεκτ με μια μεγαλύτερη συναίσθηση πως τώρα αυτό που κάνω, θα το δει κόσμος. Και προσπαθούσα και πάλι να το αποκλείσω αυτό σαν σκέψη, να το ξεχάσω, γιατί τελικά όταν κάνεις κάτι και βγαίνει εκεί έξω, γίνεται κάτι άλλο, παίρνει άλλη μορφή, δεν είναι πια δικό σου, πρέπει να το αποχαιρετήσεις», εξηγεί. «Την αυτογνωσία που αποκτάς, πρέπει με κάποιο τρόπο να την ξαναξεχάσεις. Γιατί μπαίνει μες στη μέση».

ΤΑ ΔΙΑΣΤΗΜΟΠΛΟΙΑ ΚΙ Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΝΟΤΟΥ

Το Εκεί Που Τραγουδάνε Οι Καραβίδες η Ντέιζι το διάβασε πρώτη φορά ενώ βρισκόταν μέσα σε ένα διαστημόπλοιο.

Ο ατζέντης της ήταν βέβαιος πως ο ρόλος της Κάγια ήταν για εκείνη και της πρότεινε να διαβάσει το βιβλίο το συντομότερο δυνατόν, όταν άρχισε να κυκλοφορεί η είδηση πως επρόκειτο να μεταφερθεί στο σινεμά. «Πήρα το βιβλίο κατευθείαν και το διάβασα σε μια μέρα. Δούλευα τότε στο War of the Worlds οπότε διάβαζα το βιβλίο μέσα σε ένα διαστημόπλοιο», θυμάται γελώντας. «Ήταν κάπως περίεργο! Αλλά αγάπησα το στόρι». Έκανε οντισιόν και μέσα σε τρεις μέρες είχε κερδίσει τον ρόλο.

Η προφορά ήταν ένα προφανές πρώτο σημείο δουλειάς. Παραδέχεται πως υπήρχαν φράσεις που τη δυσκόλεψαν πολύ: «Every creature does what it must to survive», λέει με την φυσική, αγγλική προφορά της, «must… too… survaaah-ev’», συνεχίζει γελώντας με απόπειρα προφορά αμερικάνικου Νότου. «Δεν μπορούσα να το πω με τίποτα αυτό!»

Αλλά παρόλαυτά τα κατάφερε γιατί εντόπισε κάτι αρκετά ενδιαφέρον, από γλωσσικής άποψης. «Από όλες τις αμερικάνικες προφορές που έχω κάνει τη βρήκα ευκολότερη. Πίσω στην Αγγλία δεν έχουμε μια γενική αγγλική προφορά, έχουμε πολύ διαφορετικές διαλέκτους, ακόμα και 20 λεπτά να ταξιδέψεις με το μετρό θα βρεις άλλο ήχο, στο βόρειο Λονδίνο ακούς άλλη προφορά για παράδειγμα. Υπάρχουν πολλές αποχρώσεις. Ενώ στην Αμερική έχεις μια γενική αμερικάνικη προφορά κι αυτό το βρίσκω πολύ δύσκολο να το κάνω, γιατί δε μπορώ να πιαστώ από κάτι», εξηγεί. «Ενώ στη Βόρεια Καρολίνα η προφορά έχει πολλές αιχμές, μπορούσα να ακούσω πιο συγκεκριμένα την προφορά, μπορούσα να λοκάρω περισσότερο. Το βρήκα περιέργως πιο εύκολο».

ΣΤΟ ΕΛΟΣ ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΑΛΙΓΑΤΟΡΕΣ


«Βρήκα πως το βιβλίο έχει τεράστιο βάρος», λέει. «Ζωγράφιζε την περιοχή με τα έλη με πολύ ζωντανό τρόπο, ένιωθες να είσαι εκεί. Αλλά εξερεύνησε και μια κατανόηση του εαυτού μας, και το να μαθαίνεις τον κόσμο γύρω σου μέσα από τη φύση», τονίζει. «Νομίζω πως το φιλμ είναι πολύ πιστή διασκευή του βιβλίου, νομίζω έχεις το ίδιο συναίσθημα όταν τελειώνεις το φιλμ με όταν τελειώνεις το βιβλίο, κι αυτός είναι πάντα ο στόχος μιας διασκευής. Το να πιάσεις το συναίσθημα μιας ιστορίας, γιατί κατά τα άλλα πάντα θα υπάρχουν διαφορές».

Αυτή την συνέπεια την εντοπίζει και στα γυρίσματα σε εκείνη την περιοχή, μαζί με τις δυσκολίες που αυτό έφερε. «Ήταν ωραίο να είμαι εκεί κι όχι μπροστά από κανένα green screen, να νιώθουμε την υγρασία, να υπάρχουν αλιγάτορες παντού. Αλλά ήταν δύσκολο μέρος», θυμάται ταυτόχρονα. «Είχαμε προβλήματα με τον καιρό, σταματάγαμε το γύρισμα είχε κεραυνούς… το σετ κάποια στιγμή πλημμύρισε και είχαμε αλιγάτορες στον δρόμο μας, ήρθε ένας εκπαιδευτής φιδιών για να βοηθήσει. Αλλά ήταν ωραία να είμαστε εκεί».

Εντοπίζει συνέπεια και σε μια άλλη διάσταση του πρότζεκτ. «Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που νιώθει υποτιμημένη και απομονωμένη κι υπάρχει εκεί μέσα πολλή γυναικεία εμπειρία, οπότε το να έχουμε γυναίκες σε ηγετικούς ρόλους ήταν σημαντικό, υποθέτω ώστε εμποτιστούν οι σκηνές με αυτά τα συναισθήματα», λέει σχετικά με την παραγωγή, που απαρτίζεται από γυναίκες σε όλες τις θέσεις-κλειδιά, από την σκηνοθεσία και το σενάριο, ως την παραγωγή, τη διεύθυνση φωτογραφίας και την σκηνογραφία. «Αλλά δεν ένιωσα στα αλήθεια διαφορετικά από άλλες δουλειές μου, με την έννοια πως ένιωσα απλά ότι οι σωστοί άνθρωποι ήταν σε όλους τους σωστούς ρόλους».

Στην ταινία συμπρωταγωνιστεί με τον Χάρις Ντίκινσον και τον Τέιλορ Τζον Σμιθ στους ρόλους δύο σημαντικών αντρών της ζωής της Κάγια, αλλά και με τον σπουδαίο καρατερίστα Ντέιβιντ Στραδέρν που παίζει τον δικηγόρο υπεράσπισής της. Μεγάλο μέρος της ταινίας παρακολουθεί εκείνον καθώς η Κάγια τον παρακολουθεί μες στην αίθουσα του δικαστηρίου, να την υπερασπίζεται όλο και πιο παθιασμένα, όσο κι ο ίδιος μαθαίνει καλύτερα αυτό το κορίτσι-μυστήριο.

Τον Στραδέρν παραδέχεται πως τον χάζευε κι η ίδια, όσο δούλευαν μαζί. «Είχα μια βδομάδα που καθόμουν και τον παρακολουθούσα για καθόμουν απλά και κοιτούσα λυπημένη στο δικαστήριο», λέει γελώντας. Εξηγεί πως ως άτομο που μεγάλωσε βλέποντας θέατρο, τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για έναν ηθοποιό σαν αυτόν, που είναι γνωστός για τη δουλειά του στο Μπρόντγουεϊ, αλλά κι ο οποίος κατά κάποιο τρόπο, μετέτρεψε προσωρινά το κινηματογραφικό σετ της ταινίας σε σκηνή κάποιου θεατρικού μονόπρακτου: «Όταν διαχειρίζεται αυτόν τον τεράστιο μονόλογο και του δίνει αποχρώσεις, διαχειρίζεται το σκηνικό σα να ήταν θέατρο. Βλέποντάς τον ένιωσα να θέλω λίγο να πάω πίσω και να κάνω ξανά θέατρο».

Κι απόλαυσε και κάτι ακόμα: «Το πόσο διασκεδαστικός και παιχνιδιάρης είναι ο Ντέιβιντ, και δεν το παίρνει όλο αυτό πολύ σοβαρά. Ή το παίρνει τρομερά σοβαρά όταν χρειάζεται, αλλά μπορεί να γελάει κιόλας», διευκρινίζει. «Που είναι σημαντικό, γιατί τελικά κάνουμε entertainment για κάποιον άνθρωπο που είχε μια δύσκολη, μεγάλη μέρα και θέλει να πάει να χαθεί σε έναν άλλο κόσμο για μιάμιση ώρα. Πρέπει αυτό που κάνουμε να είναι διασκεδαστικό, ακόμα κι αν δουλεύεις με βαρύ υλικό, όπως αυτό».

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΙΞΩ ΜΙΑ VILLAIN»

«Το επόμενό μου πρότζεκτ είναι πάλι μια διασκευή βιβλίου, δεν ξέρω γιατί μου το κάνω αυτό», γελάει. «Είναι κάπως πιο κλασικό αλλά κάπως διαφορετικό», λέει χωρίς να μπορεί ακόμα να αποκαλύψει για τι ακριβώς πρότζεκτ μιλάει.

«Ελπίζω απλά να μπορώ να παίζω χαρακτήρες που θα είναι βαθύτατα διαφορετικοί κι αν τους έβλεπες όλους μαζί θα ένιωθες πως είναι διαφορετικοί άνθρωποι. Μου αρέσει να μεταμορφώνομαι», λέει. Ξανά εκείνη η χαρά της μεταμόρφωσης από το σχολείο. «Χαρακτήρες που δε θα ήταν το προφανές μου κάστινγκ… θα μου άρεσε να παίξω μια villain ας πούμε, που θα ήταν και διασκεδαστικό. Μου αρέσει να με σκηνοθετούν, μου αρέσει να είμαι μες στο όραμα κάποιου άλλου», λέει.

ΟΚ, ας τσιμπήσουμε. «Προφανές κάστινγκ; Δηλαδή;». Γελάει. «Ε, παίζω πολλά ήπια, ήσυχα, καλόκαρδα άτομα, και ελπίζω να είμαι όντως καλός άνθρωπος, αλλά θα ήθελα να παίξω και κάτι εντελώς διαφορετικό από εμένα!» Πάντως αυτό που δε θέλει ποτέ να χάσει, είναι αυτή της η διάθεση να παίζει «πολύπλοκες γυναίκες που δε χωράνε σε ένα περίγραμμα του τι θα πρέπει να είναι μια γυναίκα ή των όσων βλέπουμε τόσο συχνά στην οθόνη. Με ενδιαφέρει αυτή η εμπειρία».

Προς το παρόν, είναι εδώ στο Λοκάρνο (το πρώτο της κινηματογραφικό φεστιβάλ, όπως παραδέχεται περιχαρής) όπου γίνεται αυτή η τιμή στο πρόσωπό της, παράλληλα με την παρουσίαση της ταινίας της. Για την οποία νιώθει μια επιπλέον περηφάνια: «Είναι συναρπαστικό να είμαι μέρος ενός φιλμ που είναι μια σιωπηλή μελέτη χαρακτήρα και που δεν είναι κάποια τεράστια ταινία δράσης ή υπερηρωικό φιλμ». Η εμπορική επιτυχία του φιλμ στις ΗΠΑ αν μη τι άλλο υπογραμμίζει μια ζωτικής ανάγκης αλήθεια για το μέλλον του σινεμά: Πως υπάρχει –ακόμα– κοινό για τέτοιες ταινίες.

«Νομίζω για πολύ καιρό, ένα μεγαλύτερης ηλικίας κοινό γυναικών ίσως δεν ένιωθε μεγάλη σιγουριά να πάει πίσω στο σινεμά λόγω της πανδημίας, κι υπήρχε ένας φόβος πως πεθαίνει αυτό το είδος σινεμά, ταινιών που στοχεύουν σε αυτό το κοινό», ομολογεί. «Κι είμαι πολύ περήφανη που είμαι μέρος μιας ταινίας που φέρνει αυτό το κοινό πίσω, που αποδεικνύει πως ΥΠΑΡΧΕΙ κοινό για αυτά τα φιλμ. Τα πιο σιωπηλά φιλμ, τις μελέτες χαρακτήρων, τις ταινίες με γυναίκες ηρωίδες. Είναι… σχεδόν παλιομοδίτικο, υπό μία έννοια. Είμαι πολύ περήφανη».

Μετά λοιπόν από όλα αυτά, μετά το Normal People, μετά τις Καραβίδες, μετά το πρώτο της σημαντικό βραβείο, τι κρατά η Ντέιζι Έντγκαρ-Τζόουνς και τι περιμένει από το μέλλον; «Έχουμε όλοι αυτό το impostor syndrome, που νιώθεις βαθιά μέσα σου ότι δεν πιστεύεις πως κάτι καλό έχει συμβεί στα αλήθεια», γελάει. «Αυτή τη στιγμή θέλω να σκεφτώ τα επόμενά μου 10 χρόνια ως ένα είδος δραματικής σχολής. Ξέρω ότι θα κάνω λάθη, αλλά ελπίζω να κάνω και πράγματα για τα οποία είμαι περήφανη».

*Το φιλμ Εκεί Που Τραγουδάνε Οι Καραβίδες κυκλοφορεί στις αίθουσες την 1η Σεπτεμβρίου από την Feelgood Entertainment. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο 75ο Φεστιβάλ του Λοκάρνο.

*Ευχαριστούμε το Φεστιβάλ του Λοκάρνο για την φιλοξενία.

ΣΙΝΕΜΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ