Ο Γιάννης Μπέζος και οι επικές δηλώσεις του: Από τους ηλίθιους και τα ψώνια μέχρι την ωμή αλήθεια
Φωτογραφία από θεατρική παράσταση. PANORAMA PRESS
ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

Ο Γιάννης Μπέζος και οι επικές δηλώσεις του: Από τους ηλίθιους και τα ψώνια μέχρι την ωμή αλήθεια

Είναι σνομπ, λέει, ο Γιάννης Μπέζος. Κάνει δηλώσεις προβοκατόρικες. Δεν μιλάει σε άνθρωπο και δεν φωτογραφίζεται με τους θαυμαστές τους. Υπερόπτης, αυτό είναι το συμπέρασμα. Το άκρως λανθασμένο συμπέρασμα που στέκεται σαν τον φελλό στην επιφάνεια χωρίς να ρίχνει μια ματιά στον πυθμένα.

Ο Γιάννης Μπέζος δεν έχει ανάγκη υπεράσπισης, άλλωστε είναι πρώτος που το ξεκαθαρίζει. Σε συνέντευξή του στο ''The Magazine'' είχε ερωτηθεί για αυτή την αίσθηση πως τα λεγόμενά του εκλαμβάνονται ως προκλητικά.

«Δεν με απασχολεί, όμως. Πρώτα πρώτα, δεν νομίζω ότι έχει κανείς την όρεξη τη δική μου. Γενικά, δεν έχουν την όρεξη τη δική μας οι άνθρωποι. Πιστεύω, πάντως, ότι πρέπει να μιλούμε άνετα κι ελεύθερα, αλλά να ξέρουμε και τι λέμε.

Να μην μιλάμε για να δημιουργήσουμε εντυπώσεις, αλλά να μιλάμε εκφράζοντας τη δική μας αλήθεια κάθε φορά. Εγώ δεν μπορώ να συμπεριφέρομαι ικανοποιώντας τις προθέσεις των άλλων. Έχω δικές μου απόψεις. Και θέλω να τις πω.

Εάν ενοχλούνε, θα τις κουβεντιάσω. Οι άνθρωποι, όμως, οι οποίοι κάνουν προσωπικές επιθέσεις δεν με απασχολούν καθόλου, τους θεωρώ ανόητους, δηλαδή, χωρίς νόημα. Εάν κάποιος μου απαντήσει επιχειρηματολογώντας, είμαι διατεθειμένος να συζητήσω μαζί του.

Επίσης, δεν απαντώ ποτέ σε ανώνυμα δημοσιεύματα –δεν απαντώ γενικά, δηλαδή. Όχι, δεν με απασχολεί το ότι τα λεγόμενά μου εκλαμβάνονται ως προβοκατόρικα. Και δεν έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους».

Ορθά κοφτά κι ωραία. Πόσο πιο ξεκάθαρος να γίνει ο Γιάννης Μπέζος. Λέω αυτά που θέλω να πω άνετα κι ελεύθερα. Επί της ουσίας ο Γιάννης Μπέζος δεν υπήρξε ποτέ και ούτε στο ελάχιστο προσβλητικός. Μιλούσε και μιλά για τον εαυτό του και εκφράζει την κοσμοθεωρία του. Αγενές; Λυτρωτικό και μόνο να ξέρεις πως μπορείς να μιλάς με ειλικρίνεια δίχως να σε ενδιαφέρουν τυχόν αντιδράσεις.

Κι αν τελικά διαβάσεις με προσοχή όλα όσα έχει κατά καιρούς δηλώσει στις πολυάριθμες συνεντεύξεις του (ναι, φυσικά και ο Γιάννης Μπέζος δεν μιλάει) θα καταλάβεις πως βλέπεις μπροστά στα μάτια σου να ειπώνονται τα αυτονόητα. Μια ρεαλιστική θεώρηση της συνειδητοποιημένης ζωής που έχει επιλέξει να κάνει.

Σοκαρίστηκες που είπε πως στο ένα και μοναδικό reunion που πήγε οι παλιοί χαζοί παρέμειναν χαζοί κι όλοι οι ανόητοι χειροτέρευσαν; Έχασες το χρώμα σου όταν δήλωσε πως θα ήθελε να έχει εξαλειφθεί η βλακεία από τον κόσμο τούτο;

Αντί να λες «θέλω να τ' ακούω, να τ' ακούω να τα λες» και «πες τα χρυσόστομε» -μεγάλη προσοχή: χρυσόστομος από Χρυσόστομος διαφέρει- σκέφτεσαι «εριστικός ο Γιάννης Μπέζος»;

«Είμαι λίγο σνοπ εγώ. Το ομολογώ. Δεν θέλω να μιλάω με ηλίθιους. Δηλαδή υποφέρω. Προτιμώ να τους αφήσω στην ηλιθιότητά τους, να μεγαλώσουν και να εξαφανιστούν». Τάδε έφη Γιάννης Μπέζος. Βρες το λάθος. Ψάχνεις; Ακόμα; Δεν υπάρχει λάθος. Μια αλήθεια μεστή νοήματος αποτυπωμένη σε 25 λέξεις που πολλοί πιστεύουν κι ακόμα περισσότεροι φοβούνται να εκφράσουν μήπως και παρεξηγηθούν.

Διαπίστωσα ότι όλοι οι παλιοί χαζοί παρέμειναν χαζοί κι όλοι οι ανόητοι χειροτέρευσαν.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα η συζήτηση του ηθοποιού με τη Νάνσυ Ζαμπέτογλου και τον Θανάση Αναγνωστόπουλο στην εκπομπή «Στούντιο 4» στην ΕΡΤ.

«Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχω να μοιραστώ κάτι πια μαζί τους, δεν τους αντιπαθώ. Αλλάζει με τα χρόνια γιατί ανεβαίνουν οι εμπειρίες κι αρχίζουν οι απαιτήσεις σου να είναι διαφορετικές πια. Νομίζω πρέπει να το κάνουμε αυτό.

Δεν στενοχωριούνται οι άνθρωποι. Είναι προτιμότερο να στενοχωρηθεί ο άλλος, παρά να το κουβαλάς σαν σαράκι. Αυτό μετά γίνεται σαν καρφί στο κεφάλι και σε ακολουθεί. Το να υποδύεσαι ότι είσαι χαρούμενος, μπορεί να με τρελάνει.

Εγώ πήγα μια φορά σε ένα reunion και κόντεψα να αυτοκτονήσω, διότι διαπίστωσα ότι όλοι οι παλιοί χαζοί παρέμειναν χαζοί κι όλοι οι ανόητοι χειροτέρευσαν. Δεν είδα καμία βελτίωση. Απογοητεύτηκα τόσο πολύ που δεν θέλω να ξαναδώ κανένα.

Δεν έχω κάτι να πω. Βλέπω ότι δεν αλλάζουν έτσι εύκολα οι άνθρωποι. Λένε να θυμηθώ τα παλιά. Γιατί να τα θυμηθώ; Δεν θέλω τίποτα παλιό, θέλω να πάω μπροστά. Σιγά μην θυμηθώ τα παλιά. Ούτε ενδιαφέρον είχαν. Μόνο ότι ήμασταν νέοι».

Δεν θέλω να μιλάω με ηλίθιους. Δηλαδή υποφέρω.

Περνάμε στην εκπομπή «Προσωπικά» και πάλι στην κρατική τηλεόραση. Ο Γιάννης Μπέζος σε μια στιγμή ενδοσκόπησης.

«Είμαι λίγο σνομπ εγώ. Το ομολογώ. Δεν θέλω να μιλάω με ηλίθιους. Δηλαδή υποφέρω. Προτιμώ να τους αφήσω στην ηλιθιότητα τους, να μεγαλώσουν και να εξαφανιστούν. Θέλω συνομιλητές σοβαρούς, θέλω ανθρώπους με μυαλό, σκέψη, εσωτερική ανησυχία και εσωτερική συγκρότηση.

Σιχαίνομαι τους ανθρώπους οι οποίοι είναι μόνο λόγια, συνήθως είναι κάτι τεμπέληδες και ψευτοσοσιαλιστές αυτοί. Δεν θέλω ούτε να τους ξέρω, ούτε να τους βλέπω, και φυσικά δεν θέλω να συνομιλώ. Και δεν θα τους κάνω την χάρη ποτέ».

Εγώ, δεν έχω πρόβλημα με τους σκηνοθέτες. Με τα «ψώνια» έχω πρόβλημα.

Στο ‘’The Magazine’’ του News247.gr είχε πει: «Εγώ, δεν έχω πρόβλημα με τους σκηνοθέτες. Με τα «ψώνια» έχω πρόβλημα [γέλια].

Δεν έχω πρόβλημα, δηλαδή, να μου πει κάποιος κάτι –αλλά πρέπει να μου πει κάτι. Δεν μπορώ να πάω με όποιον να ‘ναι, και να ακούω βλακείες. Βλακείες δεν ανέχομαι. Πλέον, βαρέθηκα».

Επειδή υπάρχει η τάση να μην κουράζεται κανείς, εγώ θέλω να κουράζομαι.

Με αφορμή την παράσταση «Θεσμοφοριάζουσες» στα πλαίσια του φεστιβάλ «Αισχύλεια» ο Γιάννης Μπέζος μίλησε για τη δουλειά του ηθοποιού, όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται.

«Δεν κάνω αυτή τη δουλειά για να ξεκουραστώ.

Επειδή υπάρχει η τάση να μην κουράζεται κανείς, εγώ θέλω να κουράζομαι. Με ενδιαφέρει το ίχνος που αφήνει κάθε δουλειά και όχι η προσωπική μου επίδοση. Δεν ασχολούμαι καθόλου με τις κριτικές. Οι θετικές ήταν πιο ύποπτες από τις αρνητικές.»

Εφόσον υπάρχει το παλιό που είναι εξαιρετικό, γιατί να πας να χτίσεις πάνω σε αυτό;

Αμέτρητες οι φορές που η ερώτηση φτάνει στους Απαράδεκτους. Τι θα έλεγε σε ένα πιθανό reunion; Στην εκπομπή «Τετ α Τετ» τα ξεκαθάρισε.

«Υπήρχε πρόταση για reunion των Απαράδεκτων. Ένας λόγος που δεν έγινε ήταν η απώλεια του Βλάσση και ο άλλος λόγος και ο πιο ουσιώδης είναι ότι δεν έχουν κανένα νόημα αυτά τα πράγματα.

Εφόσον υπάρχει το παλιό που είναι εξαιρετικό, γιατί να πας να χτίσεις πάνω σε αυτό; Εμένα μου έχουν πει κατά καιρούς και για άλλες σειρές, όπως της Ελλάδος τα παιδιά, αλλά είμαι κατά».

Θα ήθελα να έχει εξαλειφθεί η βλακεία. Αλλά έχω ηττηθεί κατά κράτος.

Στην εκπομπή «φλΕΡΤ» αφού απάντησε «Θα ήθελα να έχει εξαλειφθεί η βλακεία. Αλλά έχω ηττηθεί κατά κράτος» στην ερώτηση: «πώς θα ήθελε να ήταν ο κόσμος;», μίλησε για την ευθύνη του εαυτού μας.

«Έχεις την ευθύνη του εαυτού σου και την ευθύνη απέναντι σε εκείνους που έχουν πληρώσει για να σε δουν. Έχουμε ευθύνη, όπως και τώρα που μιλάμε, έχω ευθύνη για το τι θα πω και πώς θα το πω.

Όσο περνούν τα χρόνια, οι ευθύνες πολλαπλασιάζονται και πρέπει να κρατάς ζεστή την καρδιά και τη ματιά και την ψυχή και να μην φοβάσαι.

Είναι χαρακτηριστικό ότι εμείς φοβόμαστε πιο πολύ από όσο πρέπει. Φοβόμαστε τους συναδέλφους μας, το συνάφι μας είναι σαν τις παρέες των νέων, η γοητεία είναι σαν είναι ελεύθερος».

Ό,τι πιο φτηνό, ό,τι πιο χυδαίο να παίζεις με το όνειρο των παιδιών, να παίζεις με το μεροκάματό τους.

Στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο Γιάννης Μπέζος μίλησε για τις καταγγελίες για κακοποιητικές συμπεριφορές στον χώρο της υποκριτικής.

«Ξέραμε και εμείς, ξέρατε και εσείς και δεν μιλούσαμε. Φτάσαμε ως εδώ γιατί εμείς το επιτρέψαμε. Ναι με τη σιωπή μας.

Βλέπαμε συμπεριφορές περίεργες, ακούγαμε διάφορα, αλλά ο καθένας κοίταζε τη δουλειά του. Στα 25 χρόνια που είμαι θιασάρχης και παίζω σε τηλεοπτικές σειρές ελέγχω την κατάσταση, δεν έπεσαν ποτέ τέτοια πράγματα στην αντίληψή μου.

Όμως κάπου συνέβαιναν. Καταλαβαίνω τις φωνές, τον εκνευρισμό στην πρόβα, γίνονται αυτά στη δουλειά μας, συχνά είναι μέσα στη δημιουργική εργασία. Από αυτό το σημείο όμως, ως την εκμετάλλευση του άλλου στο εργασιακό περιβάλλον υπάρχει μεγάλη απόσταση».

Στο ερώτημα για τις καταγγελίες για βιασμούς και πώς νιώθει για όσα ακούγονται είπε: «Φρικτά. Είναι ό,τι πιο φτηνό, ό,τι πιο χυδαίο να παίζεις με την ελπίδα, την αγωνία, το όνειρο των παιδιών, να παίζεις με το μεροκάματό τους. Ο νέος δεν έχει ανάγκη να γίνει φίλος με τον δάσκαλο.Έχει φίλους τους συνομηλίκους του. Έχει ανάγκη να τον διδάξεις. Πρέπει να τελειώσουμε με αυτά, δεν πάει άλλο».

Τον θαυμασμό ας τον χάσω, την εκτίμηση δεν θέλω να χάσω.

Κεφάλαιο φωτογραφίες με θαυμαστές. Είναι από χρόνια γνωστό ότι ο Γιάννης Μπέζος δεν θέλει να βγάζει φωτογραφίες στον δρόμο. Στην εκπομπή «Μεσάνυχτα» με την Ελεονώρα Μελέτη είχε δηλώσει:

«Θα μου επιτρέψετε να σας πω, δεν μπαίνω σε κανέναν ρόλο ποτέ, θεωρώ τον εαυτό μου καλύτερο από τους ρόλους που κάνω. Οι θεατές δεν έρχονται να δουν τον ρόλο, αλλά εμένα να παίζω ή τους συναδέλφους μου.

Κανείς δεν ασχολείται με τους ρόλους. Αυτά είναι κλισέ που τα χρησιμοποιούμε στον χώρο μας για να εντυπωσιάζουμε. Νομίζω πως οι θεατές έρχονται για να μοιραστούν κάποιες ώρες μαζί μας. Γιατί έχουμε να τους πούμε, μέσα από ένα έργο ή αν δεν έχουμε κάτι να τους πούμε, απογοητεύονται και φεύγουν.

Ας στεναχωριέται το κοινό και πιστεύω πως λόγω αυτού με εκτιμάει περισσότερο. Ξέρει ότι δεν του λέω ψέματα, αλλιώς θα ήμουν ανακόλουθος και ψεύτης. Δεν υπάρχει περίπτωση να με πλησιάσει κάποιος αυθόρμητα για να βγάλει φωτογραφία μαζί μου, γιατί είναι το στιλ μου τέτοιο. Δεν γίνεται. Δεν το κάνω επειδή είμαι σνομπ, δεν είναι η καρδιά μου προς τα εκεί. Δεν σημαίνει ότι δεν τους εκτιμώ και τους αγαπώ τους ανθρώπους. Ίσα ίσα που με το έργο μου έχω αποδείξει ότι τους αγαπώ περισσότερο από κάποιους που τους χαϊδεύουν όλη μέρα. Τον θαυμασμό ας τον χάσω, την εκτίμηση δεν θέλω να χάσω.

Μια φορά μιλούσα με έναν πάρα πολύ καλό συνάδελφό μου, μικρότερο από μένα. Και κάτι λέγαμε για τις φωτογραφίες. Πως εγώ δε βγάζω φωτογραφίες με τον κόσμο. Και μου είπε ότι σκέφτεται να το κάνει και αυτός. “Να μην βγάζεις του είπα. Γιατί αν έχει αντίκρισμα αυτό που κάνεις θα σε έχουν στην καρδιά τους, όχι στο μαξιλάρι τους. Γιατί τη φωτογραφία αυτή οι πρώτοι που θα τη πετάξουν θα είναι αυτοί. Γιατί όταν σε έχουν μέσα τους δεν φεύγεις ποτέ. Αλλά πρέπει να είσαι παρών με τη δουλειά σου και με τη στάση σου γενικότερα. Το κοινό ακολουθεί αυτούς που είναι γενναίοι».

Ο κόσμος μάς εκτιμά περισσότερο γι’ αυτά που δεν του λέμε.

Στο Oneman.gr ο Γιάννης Μπέζος είχε μιλήσει για όσα δεν έχει μιλήσει. Η προσωπική του ζωή αφορά σε εκείνον και την οικογένειά του, όλοι οι άλλοι περισσεύουμε.

«Ο κόσμος, ξέρετε, μας εκτιμά περισσότερο γι’ αυτά που δεν του λέμε, για αυτά που του κρύβουμε, παρά για αυτά που του λέμε.

Αν θες να στηρίξεις μια καριέρα στα παράγωγα της δουλειάς κι όχι σε αυτή καθεαυτή, μπορείς. Νομίζω είναι πιο εύκολος ο δρόμος αυτός, απλά σου στοιχίζει στο μέλλον, στα τελειώματα. Γιατί μένει κάτι που δεν έχει ουσία, μένει το κουτσομπολιό και η προσωπική ζωή, που δεν νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον για τους ανθρώπους πέρα από την προσωρινή κατανάλωση.

Κάποιοι επανέρχονται στο προσκήνιο και τους ακολουθούν και νεότεροι άνθρωποι, ταξιδεύουν μαζί τους, παραμυθιάζονται, τους κρατάνε συντροφιά. Αυτό θέλει κόπο. Θέλει αγωνία, εργασία, να κρύβεις πράγματα από τη ζωή σου, να είσαι λίγο πιο ακριβοθώρητος. Να μην είναι όλα εκτεθειμένα.

O Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν από τους πιο αντιεπικοινωνιακούς ανθρώπους που υπήρχαν. Σπάνια έδινε συνεντεύξεις, ειδικά μετά τη μεταπολίτευση. Είχε αντιπάλους. Αλλά είχε και τον γενικό σεβασμό. Δεν ήταν σαχλαμάρας.

Αυτό που πίστευε το υπερασπιζόταν με επιχειρήματα, και βεβαίως διαφωνούσαν πολλοί, όπως κι εγώ με πολλά, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τον σεβόμουν. Είχε μια θέση, μια πολιτεία, μια σοβαρότητα, μια δημόσια εικόνα.

Αυτό προσπαθώ να κάνω όλα αυτά τα χρόνια, να προστατεύσω τη δημόσια εικόνα μου. Να μιλώ μόνο όταν πραγματικά έχω κάτι να πω κι όχι γενικά κι αόριστα για όλα τα θέματα, είτε τα ξέρω είτε όχι.

Στους ανθρώπους που πάντα είχα σαν πρότυπα, στις παρέες, στους συναδέλφους, πάντα το παράδειγμα με ενέπνεε, όχι τα πολλά λόγια».

Δεν με ενδιαφέρει να θυμούνται τους ρόλους που έχω παίξει.

Στην εκπομπή ‘’Art week’’ είχε μιλήσει για την πορεία του στον χώρο της υποκριτικής.

«Φυσικά είμαι χαρούμενος όταν οι άνθρωποι παρακολουθούν την πορεία μου, μ’ αρέσει που άνθρωποι επιλέγουν να ανοίξουν την τηλεόραση και να με δουν μετά από τόσο χρόνια, εγώ εδώ έχω βαρεθεί να βλέπω τον εαυτό μου, πώς δεν βαριούνται οι άνθρωποι;

Το εννοώ. Αυτό είναι τιμητικό, δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο. Νομίζω ότι η δουλειά μας είναι πιο πολιτική. Δημιουργούμε παράδειγμα για νέους ανθρώπους, να ένας άνθρωπος που εκτίθεται και μας λέει πώς θα ονειρευτούμε και πώς θα μπορέσουμε να ζούμε με θάρρος. Αυτό, εάν το κατάφερνα θα ήμουν ευτυχής. Δεν με ενδιαφέρει να θυμούνται τους ρόλους που έχω παίξει, πιο πολύ με ενδιαφέρει να μείνει αυτή η αύρα, να μην φοβόμαστε και να κάνουμε αυτό που λέει η καρδιά μας».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Καλλιτέχνες, Τηλεόραση, Θέατρο