Τράπεζες: “Βουτιά” στα επιτόκια των στεγαστικών δανείων

Διαβάζεται σε 5'
Τράπεζες: “Βουτιά” στα επιτόκια των στεγαστικών δανείων
ISTOCK

Από 2% σταθερό επιτόκιο ξεκινούν οι προσφορές για πρώτη κατοικία. Τα προσφερόμενα ανά τράπεζα επιτόκια. Γιατί οι τράπεζες αναμένουν αύξηση της ζήτησης και τι πρέπει να προσέξουν οι δανειολήπτες.

Σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα κινούνται αυτή την περίοδο τα σταθερά επιτόκια των στεγαστικών δανείων, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο την αγορά κατοικίας μέσω τραπεζικού δανεισμού.

Παρά τη διεθνή αβεβαιότητα και τη μεταβλητότητα στις αγορές, οι τράπεζες προχωρούν σε νέες προσφορές, κυρίως για όσους θέλουν να αγοράσουν πρώτη κατοικία.

Σε συνδυασμό με την εκπεφρασμένη βούληση για επιθετικότερη πολιτική χορηγήσεων στεγαστικών δανείων την τρέχουσα χρήση, οι διοικήσεις των τραπεζών αποφάσισαν τις τελευταίες εβδομάδες να ξεκινήσουν ένα κύκλο επιθετικών κινήσεων στο σκέλος των επιτοκίων. Η μία μετά την άλλη οι τράπεζες προχωρούν σε μειώσεις κυρίως στα σταθερά επιτόκια στεγαστικών δανείων, σε μια προσπάθεια να προσελκύσουν νέους πελάτες «βάζοντας φωτιά» στον ανταγωνισμό.

Το βασικό πλεονέκτημα των σταθερών επιτοκίων είναι ότι ο δανειολήπτης γνωρίζει από την αρχή τη μηνιαία δόση που θα πληρώνει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χωρίς να επηρεάζεται από πιθανές αυξήσεις των επιτοκίων. Σε μια περίοδο που το κόστος χρήματος μπορεί να αλλάξει γρήγορα λόγω διεθνών εξελίξεων, πολλοί αγοραστές προτιμούν να «κλειδώσουν» ένα χαμηλό επιτόκιο για τα πρώτα χρόνια του δανείου.

Σήμερα τα περισσότερα στεγαστικά δάνεια προσφέρονται με σταθερό επιτόκιο για 3 έως 5 χρόνια που κυμαίνεται περίπου από 2,5% έως 3,5%. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών έχει οδηγήσει σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα για συγκεκριμένα προγράμματα.

Σε ότι αφορά τώρα το 2026, όλα τα στοιχεία που έχουν στην διάθεση τους οι τράπεζες συνηγορούν ότι οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων θα κινηθούν προς τα επίπεδα των 3 δισ. ευρώ, με τις χορηγήσεις των αμιγώς στεγαστικών δανείων να διαμορφώνονται στα επίπεδα των 2 δισ. ευρώ, ενώ αλλά 900 εκατ. ευρώ περίπου αναμένεται να είναι οι εκταμιεύσεις μέσω του προγράμματος «Σπίτι μου 2».

Οι προσφορές των τραπεζών

Η Alpha Bank προσφέρει στο πρόγραμμα «Alpha Πρώτη Κατοικία» σταθερό επιτόκιο 3 ετών στο 2%, ένα από τα χαμηλότερα στην αγορά. Το πρόγραμμα δίνει επίσης αρκετές δυνατότητες ευελιξίας στον δανειολήπτη. Μεταξύ άλλων προβλέπει χαμηλότερη αρχική δόση, περίοδο χάριτος έως δύο χρόνια, δυνατότητα παράλειψης μίας δόσης τον χρόνο, αλλά και επιλογή μετά τη λήξη της σταθερής περιόδου για συνέχιση με σταθερό ή κυμαινόμενο επιτόκιο.

Η Eurobank δίνει έκπτωση 40 μονάδων βάσης στο σταθερό επιτόκιο 3 ετών για αγορά πρώτης κατοικίας, μειώνοντάς το στο 2,40% από 2,90%. Παράλληλα εφαρμόζει πρόσθετη έκπτωση 10 μονάδων βάσης σε όλα τα επιτόκια σταθερής διάρκειας για όσους αγοράζουν κατοικία. Έτσι, το σταθερό επιτόκιο για 5 χρόνια μπορεί να ξεκινά από περίπου 3,40%. Η τράπεζα προσφέρει επίσης δυνατότητα μείωσης της δόσης έως και 50% για συγκεκριμένο διάστημα ή παράλειψη μίας δόσης τον χρόνο.

Η Εθνική Τράπεζα διαθέτει στεγαστικά δάνεια για αγορά πρώτης κατοικίας με σταθερό επιτόκιο 3 ετών που ξεκινά από 2,50%. Η χρηματοδότηση μπορεί να φτάσει έως και το 90% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, ενώ το ποσό του δανείου μπορεί να φτάσει έως και τις 500.000 ευρώ, ανάλογα με τα εισοδήματα του δανειολήπτη.

Αντίστοιχα, η Τράπεζα Πειραιώς προσφέρει το πρόγραμμα «Σπίτι 25», με σταθερό επιτόκιο μειωμένο κατά 25% για τα πρώτα τέσσερα χρόνια του δανείου. Ενδεικτικά το επιτόκιο για την περίοδο αυτή κυμαίνεται από 2,20% έως 2,75%. Μετά το τέταρτο έτος το δάνειο μετατρέπεται σε κυμαινόμενο επιτόκιο που συνδέεται με το euribor. Το μέγιστο ποσό δανείου μπορεί να φτάσει τις 300.000 ευρώ.

Τι πρέπει να προσέξουν οι δανειολήπτες

Παρότι τα επιτόκια είναι χαμηλά, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά το συνολικό κόστος ενός στεγαστικού δανείου. Πέρα από τη δόση, υπάρχουν και άλλα έξοδα που συνοδεύουν τη διαδικασία. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να υπολογιστούν η ασφάλιση του ακινήτου έναντι φυσικών καταστροφών, τα έξοδα νομικού και τεχνικού ελέγχου του ακινήτου καθώς και τα έξοδα προσημείωσης υποθήκης.

Τα έξοδα νομικού και τεχνικού ελέγχου συνήθως κυμαίνονται μεταξύ 500 και 1.000 ευρώ, ενώ για ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 100.000 ευρώ το κόστος προσημείωσης μπορεί να φτάσει περίπου τα 1.000 ευρώ.

Από την άλλη πλευρά, αρκετά προγράμματα πρώτης κατοικίας που προσφέρουν οι τράπεζες απαλλάσσουν τον πελάτη από τα έξοδα εξέτασης αιτήματος, μειώνοντας έτσι το αρχικό κόστος.

Γιατί αυξάνεται το ενδιαφέρον

Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που στηρίζουν την ανάκαμψη της στεγαστικής πίστης. Πρώτον, η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, που έχει σταθεροποιήσει σε χαμηλά επίπεδα το κόστος χρήματος, στην περίπτωση που εξελίξεις στη Μ. Ανατολή δεν διαταράξουν τα ισχύοντα δεδομένα. Δεύτερον, η αυξημένη ζήτηση για αγορά κατοικίας, κυρίως από νεότερα νοικοκυριά που επιδιώκουν να αποκτήσουν πρώτη κατοικία σε συνδυασμό με την εκτόξευση των ενοικίων. Και τρίτον, η σημαντική βελτίωση της εικόνας των ελληνικών τραπεζών, μετά τις αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής τους ικανότητας, γεγονός που τους επιτρέπει να δανείζονται φθηνότερα από τις διεθνείς αγορές.

Παράλληλα, το «κλείδωμα» ενός επιτοκίου προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια σε όσους θέλουν να προστατευθούν από πιθανές αυξήσεις στο κόστος δανεισμού τα επόμενα χρόνια. Έτσι, οι τράπεζες επιχειρούν να επανεκκινήσουν την αγορά στεγαστικής πίστης, προσφέροντας πιο ευέλικτα προϊόντα και χαμηλότερα επιτόκια για την αγορά κατοικίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα