Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΧΑΣΜΟ, ΣΤΗΝ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΝΙΚΗΤΩΝ

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και τα εδαφικά κέρδη της Ελλάδας. Οι ελληνικές διεκδικήσεις μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και οι συνθήκες που όρισαν τα σύνορα της χώρας μας (Pics)

Με αφορμή την συμπλήρωση 100 ετών από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, το News247 κάνει μια αναδρομή στα δραματικά γεγονότα που προηγήθηκαν της συμμετοχής της Ελλάδας και την έφεραν στο χείλος του εμφυλίου, στον ρόλο που διαδραμάτισε και στα οφέλη που είχε από την εμπλοκή της στον Μεγάλο πόλεμο, όπως λεγόταν πριν ξεσπάσει ο Β΄.

Επιμέλεια: Χρήστος Δεμέτης, Ανθή Κουτσουμπού

Ο εθνικός διχασμός

Στα πρόθυρα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και με νωπές ακόμα τις δάφνες από τους Βαλκανικούς πολέμους, η Ελλάδα διανύει περίοδο προόδου και ριζικών αλλαγών σε όλα τα επίπεδα. Το θετικό όμως αυτό κλίμα δεν διαρκεί πολύ. Η έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου, τον Ιούλιο του 1914, χωρίζει την χώρα σε δύο στρατόπεδα, μετά τη διαφωνία του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ ως προς τη θέση της Ελλάδας. Ο Βενιζέλος επιθυμεί είσοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων της Αντάντ, σε μια συνέχεια των Βαλκανικών και υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας (ενσωμάτωση των αλύτρωτων ελληνικών περιοχών και πληθυσμών στο νέο ελληνικό κράτος). Ο βασιλιάς είναι θιασώτης της ουδετερότητας, που ευνοεί ωστόσο τις Κεντρικές Δυνάμεις, με τις σχέσεις του με την Γερμανία να είναι στενές (σπουδές στη Γερμανία, παντρεμένος με την αδερφή του Κάιζερ Γουλιέλμου, του έχε απονεμηθεί ο βαθμός του στρατάρχη του γερμανικού στρατού).

Ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος στους Βαλκανικούς, όταν οι σχέσεις τους ήταν τυπικά καλές.

Η διένεξη Βενιζέλου και Κωνσταντίνου αρχίζει να παίρνει μεγάλες διαστάσεις, καθώς η αδυναμία συνεννόησης είναι πλέον εμφανής. Την ίδια ώρα παρατηρείται έντονη διπλωματική δραστηριότητα, για τα ανταλλάγματα που θα έχει η χώρα σε περίπτωση που εισέλθει στον πόλεμο με το ένα ή το άλλο στρατόπεδο. Η προσπάθεια του πρωθυπουργού για συμμετοχή στην εκστρατεία των Δαρδανελλίων πέφτει στο κενό και τον Φεβρουάριο του 1915 η κυβέρνηση Βενιζέλου παραιτείται. Ο βασιλιάς διορίζει υπηρεσιακή κυβέρνηση τον κυριότερο εκπρόσωπο της αντιβενιζελικής παράταξης, Δημήτριο Γούναρη. Τον Μάιο του ίδιους έτους, ο Βενιζέλος θριαμβεύει στις εκλογές, ωστόσο η σύγκληση της νέας Βουλής γίνεται τρεις μήνες αργότερα λόγω σοβαρής ασθένειας του Κωνσταντίνου και προσπάθειας του να αποτρέψει την πρωθυπουργοποίηση του.

Με την επανεκλογή του, ο Βενιζέλος επαναλαμβάνει τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος της Σερβίας, σε περίπτωση που δεχτεί επίθεση από τη Βουλγαρία. Η τελευταία κηρύσει επιστράτευση τον Σεπτέμβριο του 1915 (μπαίνει στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων) και το ίδιο αναγκάζεται να κάνει η Ελλάδα. Η διαφωνία όμως των δύο ανδρών για την θέση της Ελλάδας στον πόλεμο, συνεχίζει να υφίσταται. Με την ανοχή, αν όχι προτροπή του πρωθυπουργού, η Αντάντ μεθοδεύει απόβαση δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη, προς βοήθεια των Σέρβων, με την κόντρα των δύο πλευρών να κορυφώνεται.

Ο Ελ. Βενιζέλος επιθεωρεί ελληνικό στράτευμα στη Μακεδονία

Η κυβέρνηση παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, ο βασιλιάς εμμένει στην απόφαση του για ουδετερότητα και έτσι ο Βενιζέλος δηλώνει και πάλι παραίτηση. Σχηματίζεται κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, η οποία λίγο καιρό αργότερα παραιτείται και αυτή, για να δοθεί το χρίσμα στον 80χρονο Στέφανο Σκουλούδη, ο οποίος θα διαλύσει τη Βουλή και θα προκηρύξει εκλογές για τον Δεκέμβριο του 1915, από τις οποίες όμως απέχει ο Βενιζέλος και το κόμμα του.

Η προέλαση Γερμανών και Βούλγαρων στην Μακεδονία και η εκτίμηση ότι διακυβεύονται τα ελληνικά κέρδη των Βαλκανικών πολέμων, οδηγεί τον Αύγουστο του 1916 μια ομάδα βενιζελικών πολιτικών και αξιωματικών στην οργάνωση του κινήματος της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, με στόχο την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Την ίδια ώρα στην Αθήνα σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον Νικόλαο Καλογερόπουλο. Τον Οκτώβριο του ίδιους έτους η Ελλάδα χωρίζεται σε δύο “κράτη”. Το ένα στη Θεσσαλονίκη, όπου έχει μεταφέρει την προσωρινή κυβέρνηση που είχε σχηματίσει στην Κρήτη μετά την δεύτερη παραίτησή του, ο Βενιζέλος. Ο ίδιος μαζί με τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή αποφασίζουν την είσοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Το άλλο στην Αθήνα, με νέο βασιλικό πρωθυπουργό τον Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ο εθνικός διχασμός είναι γεγονός.

Η ηγετική τριανδρία της Εθνικής Αμύνης. Από αριστερά: Π. Κουντουριώτης, Ελ. Βενιζέλος, Π. Δαγκλής.

Άγγλοι και Γάλλοι εντείνουν τις πιέσεις τους προς την Ελλάδα να εγκαταλείψει την ουδετερότητα, φτάνοντας στο σημείο να αποκλείσουν από θαλάσσης την Αθήνα. Ο κόσμος λιμοκτονεί και αντιδρά, διαδηλώνοντας. Οι διώξεις των βενιζελικών κορυφώνονται, επεισόδια λαμβάνουν χώρα ενώ οργανώνεται και το “ανάθεμα” εναντίον του Βενιζέλου στο Πεδίον του Άρεως. Η άρνηση του Κωνσταντίνου στο αίτημα της Γαλλίας για παράδοση των αντιτορπιλικών, των σιδηροδρόμων και του λιμανιού του Πειραιά, οδηγούν τον Νοέμβριο του 1916 σε μάχη των Γάλλων με “επίστρατους” (πολίτες πιστούς στον βασιλιά) και στρατιώτες, στο λόφο του Φιλοπάππου. Τα Νοεμβριανά, όπως έμειναν στην ιστορία. Μέσα σε αυτό το κλίμα, και τις καταστάσεις, οι σύμμαχοι απαιτούν την παραίτηση του Κωνσταντίνου, η οποία θα γίνει πραγματικότητα τον Ιούνιο του 1917. Αμέσως μετά, ο Βενιζέλος μεταφέρει την κυβέρνηση από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, και το κράτος ενοποιείται και πάλι, έχοντας γραφτεί, ωστόσο, μια από τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας του.

Ο “αναθεματισμός” του “σατανά” της πολιτικής ζωής του τόπου, Ελ. Βενιζέλου

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και τα εδαφικά κέρδη της Ελλάδας

Ο καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Θάνος Βερέμης, αναφέρει:

“Ο Βενιζέλος είπε το εξής απλό: ότι η ουδετερότητα είναι καταστροφική ούτως ή άλλως. Διότι αν νικήσει η Αγγλία, θα χάσουμε τη Μακεδονία προς τους Σέρβους, που είναι σύμμαχοι των Βρετανών, ενώ αν νικήσει η Τριπλή Συμμαχία, πάλι θα χάσουμε τη Μακεδονία προς τους Βουλγάρους. Συνεπώς, τουλάχιστον ας παίξουμε το παιχνίδι να μπούμε στην πλευρά της Αγγλίας, που ο Βενιζέλος πίστευε ότι θα κερδίσει τον πόλεμο λόγω υπεροχής στη θάλασσα. Είχε δίκιο κατά βάση”.

Ο καθηγητής Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης  Μελέτης Μελετόπουλος επισημαίνει:

“Επειδή ο Βενιζέλος πίστευε ακράδαντα ότι θα νικήσει τελικά η Αντάντ, γι΄αυτό και κατάλαβε ότι παρουσιάζεται μια τέτοια ευκαιρία μια φορά στα 1000 χρόνια. Η Ελλάδα, μπαίνοντας στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων, να επιστρέψει στη Μικρά Ασία και στην Κων/πολη. Αυτό ήταν το γεωπολιτικό σχέδιο του Βενιζέλου. Και το σχέδιο αυτό είχε λογική. Νομίζω ότι δεν ήταν οι Γερμανοί πίσω από το Βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ που αρνήθηκε να συναινέσει σε αυτό το σχέδιο. Νομίζω ότι η Μ. Βρετανία δεν ήθελε η Ελλάδα να μπει στον παγκόσμιο πόλεμο, διότι αν εκπληρωνόταν το σχέδιο του Βενιζέλου, η Ελλάδα θα γινόταν μία ισχυρή περιφερειακή χώρα”.

Όπως γράφει και η Deutsche Welle, η ελληνική Μεγάλη Ιδέα θάφτηκε οριστικά μετά το τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας και την ολοκληρωτική ήττα των ελληνικών δυνάμεων από τον τουρκικό στρατό το 1922.

Η συζήτηση γύρω από τα αίτια και τις συνέπειες αυτής της ιστορικής ήττας οξύνει τα πνεύματα στην Ελλάδα μέχρι και σήμερα – περισσότερο από οποιαδήποτε μνήμη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ποια ήταν όμως τα εδαφικά κέρδη της Ελλάδας από τη συμμετοχή της στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο;

Οι συμμαχικές δυνάμεις το 1914

Πάμε να δούμε τις κύριες συνθήκες παρακάτω: 

Οι συνθήκες του Νεϊγύ (1919) και των Σεβρών (1920)

Η έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου:

Λίγο καιρό μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913), τα αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα των ισχυρών ευρωπαϊκών Δυνάμεων οδήγησαν στην έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου (1914-1918).

Η συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο:

Τότε προέκυψαν στην ελληνική πολιτική ηγεσία σοβαρές διαφωνίες αναφορικά με την πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί.

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος  έκρινε ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ θα ωφελούσε τη χώρα επιτρέποντας την ενσωμάτωση εδαφών, σε περίπτωση που η σύγκρουση ήταν νικηφόρα για την Αντάντ.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος  έκλεινε προς τη Γερμανία αλλά δήλωνε δημόσια ότι υποστηρίζει την ουδετερότητα καθώς σύμμαχοι των Γερμανών είχαν ήδη γίνει η Οθωμανική αυτοκρατορία και η Βουλγαρία, αντίπαλοι της Ελλάδας στα Βαλκάνια.

Τελικά, μετά από εντονότατες εσωτερικές πολιτικές αναταράξεις που έφεραν αντιμέτωπους τους δύο ηγέτες και οδήγησαν τη χώρα στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου (Εθνικός Διχασμός), η Ελλάδα με επικεφαλής τον Βενιζέλο  συμμετείχε στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Οι ελληνικές διεκδικήσεις μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο:

Το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου βρήκε την Ελλάδα στο πλευρό των νικητών της Αντάντ, την ίδια στιγμή που οι κύριοι ανταγωνιστές της στα Βαλκάνια, η Βουλγαρία και η Οθωμανική αυτοκρατορία, βρίσκονταν στο στρατόπεδο των ηττημένων. Μέσα σ? αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα εμφανιζόταν πλέον έτοιμη να προχωρήσει στην ενσωμάτωση πολλών και σημαντικών περιοχών που κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς.

Τέτοιες περιοχές ήταν παράκτια δυτική Μικρά Ασία, η Θράκη με την Κωνσταντινούπολη, τα Δωδεκάνησα και η Κύπρος. Κάποιοι από τους στόχους αυτούς, όπως η Θράκη και τα μικρασιατικά παράλια, φαινόταν δυνατόν να επιτευχθούν, άλλοι, ωστόσο, στόχοι, όπως η Κωνσταντινούπολη και η βόρειος Ήπειρος, έμοιαζαν αρκετά μακρινοί ή και απραγματοποίητοι, όπως στις περιπτώσεις της Κύπρου (που κατεχόταν από τη Μεγάλη Βρετανία) και των Δωδεκανήσων (που κατέχονταν από την Ιταλία).

Η απόβαση ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (Μάιος 1919):

Στο πλαίσιο αυτό, οι Δυνάμεις αποφάσισαν (Απρίλιος 1919), να παραχωρήσουν τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης στην Ελλάδα. Πράγματι, στις αρχές Μαΐου 1919, αποβιβάστηκε ελληνικός στρατός στη Σμύρνη.

Η Συνθήκη του Νεϊγύ (14/27 Νοεμβρίου 1919):

Λίγους μήνες αργότερα οι δυνάμεις της Αντάντ και η Βουλγαρία προχώρησαν στην υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ, που αποτελούσε την επίσημη συνθηκολόγηση της ηττημένης Βουλγαρίας. Με τη Συνθήκη αυτή, η Βουλγαρία δήλωνε ότι δεν έχει πλέον διεκδικήσεις ούτε στην ανατολική Μακεδονία (που, πριν τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ήταν ελληνική αλλά, κατά τη διάρκειά του, είχε καταληφθεί από βουλγαρικό στρατό), ούτε στη δυτική Θράκη (που, πριν τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ήταν βουλγαρική, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου). Έτσι, οριζόταν ότι η μεν ανατολική Μακεδονία θα περνούσε ξανά υπό ελληνικό έλεγχο, η δε δυτική Θράκη, βουλγαρική έως τότε, θα περνούσε στον έλεγχο της Αντάντ.

Στο πλαίσιο αυτό εγκαταστάθηκαν στη Θράκη, εφαρμόζοντας τη Συνθήκη του Νεϊγύ, στρατιωτικές δυνάμεις της Αντάντ. Ανάμεσα σε αυτές ισχυρότατη ήταν η ελληνική στρατιωτική παρουσία.

Η παρουσία ελληνικού στρατού στη Θράκη και η παράλληλη ύπαρξη στην περιοχή πυκνών ελληνικών πληθυσμών δημιούργησαν ευνοϊκούς όρους για την τελική ενσωμάτωση στην Ελλάδα ολόκληρης της Θράκης.

Τα εδάφη της Ελλάδας μετά τις συνθήκες

Η Συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920):

Η οριστική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στην Αντάντ και την ηττημένη Οθωμανική αυτοκρατορία υπογράφτηκε στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 στις Σέβρες, ένα προάστιο του Παρισιού. Η συνθήκη αυτή σήμανε τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, τον θάνατο ενός κράτους που δέσποσε για πέντε αιώνες στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Παράλληλα, σήμανε τη διαμόρφωση νέων δεδομένων στην ευρύτερη περιοχή.

Σύμφωνα με τη Συνθήκη των Σεβρών:

– Τα εδάφη της ανατολικής Θράκης μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας (δηλαδή, χωρίς την Κωνσταντινούπολη) παραχωρούνταν στην Ελλάδα ενώ, παράλληλα, αναγνωριζόταν και επίσημα η ελληνική κυριαρχία στη δυτική Θράκη. Έτσι, ενοποιούνταν οι δύο μεγάλες περιοχές της Θράκης (η δυτική και η ανατολική), ενταφιάζονταν οι βουλγαρικές βλέψεις για έξοδο στο Αιγαίο, ενώ η Ελλάδα αποκτούσε έξοδο στον Εύξεινο Πόντο και όλες σχεδόν τις βόρειες ακτές της Προποντίδας.

– Τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, μαζί με την Ίμβρο και την Τένεδο, αναγνωρίζονταν, τόσο από τις Δυνάμεις όσο και από την τουρκική πλευρά, ως τμήμα του ελληνικού κράτους.

Τα Δωδεκάνησα, εκτός από τη Ρόδο, παραχωρούνταν από την Ιταλία στην Ελλάδα, με βάση ειδική ελληνοϊταλική συμφωνία.

– Τέλος, με τη σημαντικότερη από τις ρυθμίσεις της Συνθήκης των Σεβρών, η Ελλάδα αναλάμβανε για πέντε χρόνια τη διοίκηση της Σμύρνης και μιας περιοχής γύρω από αυτή στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Η περιοχή αυτή θα εξακολουθούσε να θεωρείται τμήμα της τουρκική επικράτειας, αλλά θα διοικούνταν προσωρινά από την Ελλάδα. Προβλεπόταν ότι μετά από πέντε χρόνια (δηλαδή, το 1925) θα γινόταν δημοψήφισμα με το οποίο οι κάτοικοι της περιοχής θα αποφάσιζαν είτε την παραμονή υπό τουρκική κυριαρχία είτε την ενσωμάτωση στην Ελλάδα.

Η σημασία της Συνθήκης των Σεβρών για την Ελλάδα:

Η Συνθήκη των Σεβρών ικανοποίησε, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, τις ελληνικές διεκδικήσεις και θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος θρίαμβος της ελληνικής διπλωματίας από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η Μεγάλη Ελλάδα των «Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών», για την οποία μιλούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος , έμοιαζε να είναι, πλέον, μια πραγματικότητα.

Η Συνθήκη των Σεβρών, μια συμφωνία υπό αμφισβήτηση: Παρά τον ενθουσιασμό που επικράτησε στους Έλληνες, μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, μια πιο ψύχραιμη αντιμετώπιση της κατάστασης αρκούσε για να καταλάβει κάποιος ότι, στην πραγματικότητα, τίποτε απολύτως δεν είχε κριθεί οριστικά.

Η Συνθήκη των Σεβρών είχε, από τουρκικής πλευράς, μόνο την υπογραφή του νικημένου και ανίσχυρου Σουλτάνου, που ήταν ένα πιόνι στα χέρια των Δυνάμεων. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην Τουρκία ένα ισχυρό ένοπλο κίνημα αντίστασης με επικεφαλής τον αξιωματικό Μουσταφά Κεμάλ. Το κεμαλικό κίνημα στρεφόταν εναντίον της ξένης στρατιωτικής παρουσίας στην Τουρκία και δεν αποδεχόταν τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών. Αυτό σήμαινε ότι όσοι ενδιαφέρονταν για την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης θα έπρεπε πρώτα να εξουδετερώσουν τους κεμαλικούς. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν η ένοπλη σύγκρουση. Με άλλα λόγια, αν οι Έλληνες ήθελαν να υλοποιήσουν τη Συνθήκη θα έπρεπε να κάνουν έναν σκληρό πόλεμο εναντίον των κεμαλικών. Το αποτέλεσμά του θα έκρινε και την εφαρμογή ή όχι της Συνθήκης των Σεβρών.

Πηγές:

-Deutsce Welle

-Sch.gr, Εκπαιδευτικό Ενδοδίκτυο Υπουργείου Παιδείας

-Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

-Εθνικό Ίδρυμα Μελετών και Ερευνών “Ελευθέριος Βενιζέλος”

Ιστορικά έργα αναφοράς

-Ελληνική Ιστορία: Α΄ και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος – Εμφύλιος Πόλεμος

Ελένη Γαρδίκα – Κατσιαδάκη, Όθων Τσουνάκος, Θάνος Βερέμης, Γιάννης Δ. Στεφανίδης, Νικόλαος Οικονόμου, Μιλτιάδης Λογοθέτης

επιμέλεια: Μαρία Κούρση, Χριστιάνα Γ. Χριστοπούλου

επιμέλεια σειράς: Μιχαήλ Σακελλαρίου, Χρύσα Μαλτέζου, Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος

Η Καθημερινή Εκδοτική Αθηνών 2010

-Βακαλόπουλος Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. Α΄-Δ΄, Θεσσαλονίκη, 1974-1983

-Clogg R., Σύντονη ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1984

-Σβορώνος Ν., Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1976

-Δημητρακόπουλος Η., Τα χερσαία σύνορα της Ελλάδος, Θεσσαλονίκη,. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1991

Η πρώτη επίσημη αναφορά του όρου Μεγάλη Ιδέα, εδώ

Τα αποτελέσματα των Βαλκανικών πολέμων για την Ελλάδα, εδώ

Ακολουθήστε το News24/7 στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα