Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και "έριξε" δολάρια στη Ρόδο

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και "έριξε" δολάρια στη Ρόδο

Από τα υπόγεια, στα ανώγεια και από μαραγκός στον "Νο 1 μνηστήρα" του ΤΑΙΠΕΔ για την αγορά της Αφάντου Ρόδου. Ο Έλληνας που έφυγε από τη Σύμη και με "όπλο" τη φιλοδοξία, έφτιαξε έναν κατασκευαστικό κολοσσό εκατομμυρίων δολαρίων. Η ζωή και το έργο του με τη ματιά του WE

Ο πρώτος του μισθός ήταν 85 σεντς. Και σήμερα η περιουσία του φτάνει τα 100 εκατομμύρια δολάρια (εκτός των ακινήτων). Ξεκίνησε να βοηθά πλανόδιους παγωτατζήδες και σήμερα ελέγχει το 1/5 των κυβερνητικών έργων σε όλο το Μανχάταν. Ο Έλληνας μαραγκός από την Σύμη που μετανάστευσε στις ΗΠΑ, κατάφερε να κάνει το “αμερικανικό όνειρο” πραγματικότητα, με απλά, σταθερά και στοχευμένα βήματα. Σκαρφάλωσε ψηλά στη λίστα με τους πλουσιότερους ομογενείς και πρόσφατα αποφάσισε να κάνει την πρώτη του επένδυση στην Ελλάδα.

Ο Μερκούριος, ή όπως είναι ευρύτερα γνωστός, Μάικ Αγγελιάδης ήταν ένας από τους τέσσερις ενδιαφερόμενους για την έκταση του ΕΟΤ στην Αφάντου Ρόδου. Τελικά το ΤΑΙΠΕΔ εξέδωσε ανακοίνωση την περασμένη Τρίτη, στην οποία ανέφερε ότι το διοικητικό συμβούλιο ανακήρυξε ομόφωνα ως πλειοδότες του διαγωνισμού δυο εταιρείες έναντι του ποσού 42,1 εκατ. ευρώ. Η μία είναι του κ. Αγγελιάδη. Για την ακρίβεια, από τα 1.615 στρέμματα της συνολικής έκτασης, η εταιρία του Μ. Αγγελιάδη εκμίσθωσε για 50 χρόνια τα 1.360 στρέμματα. Από αυτά, τα 530 στρέμματα θα γίνουν ένα σύγχρονο γήπεδο γκολφ και στα υπόλοιπα θα ανεγερθούν ξενοδοχειακές μονάδες και τουριστικές κατοικίες, με στόχο να μετατραπεί η Ρόδος στο “Νούμερο 1 προορισμό” σε όλη την Ελλάδα.

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και

Ποιο είναι όμως το πραγματικό πρόσωπο ενός άγνωστου σε εμάς ομογενή στις ΗΠΑ;

Το όνομα του Μάικ Αγγελιάδη φιγουράρει στη λίστα με τους πλουσιότερους ομογενείς στον κόσμο, λίγο πιο κάτω από το όνομα της Τζένιφερ Άνιστον. Στα 230 εκατομμύρια δολάρια η περιουσία για τη δημοφιλή ηθοποιό από την Κρήτη, στα 98 εκατομμύρια δολάρια και πολλά ακίνητα για τον ίδιο, όπως δημοσίευσε η εφημερίδα “Εθνικός Κήρυκας”, τον Μάιο του 2012. Αν και τα ποσά από τότε έχουν ρυθμό μεταβολής, ανάλογο με... την αλλαγή πουκαμίσων.

Τα ενδιαφέροντά του δεν γνωρίζουν κανένα φραγμό. Μπορεί να εμφανίζεται σε γκαλά της “οικονομικής αφρόκρεμας” της Νέας Υόρκης και την ίδια στιγμή να προλογίζει την έκθεση γλυπτικής του Ψαραδέλη (Μάιος, 2008).

Ο ίδιος συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους που ξένα ΜΜΕ υπολογίζουν σε σχόλιό τους, όταν η Χίλαρι Κλίντον ταξιδεύει στην Ελλάδα το 2011, με τις αποσκευές της γεμάτες από προτάσεις αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. “Λένε ότι πήγε για το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας, αλλά δεν νομίζω, διότι πρώτα πρώτα αυτή δεν ξέρει από οικονομία, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να τους ενθαρρύνει με καλά λόγια”, φέρεται να σχολίασε τότε ο ομογενής μεγιστάνας, στοιχείο που αποδεικνύει την ευθύτητα του χαρακτήρα του.

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και

Ο γνωστός και προσιτός στον περισσότερο κόσμο, Μάικ, όταν δουλεύει, δεν αστειεύεται. Και το ίδιο απαιτεί από το προσωπικό του. Πώς το απαιτεί; Πάντα με τακτ, προσφέροντας παράλληλα ισχυρές δόσεις έμπνευσης σε όσους τον πλαισιώνουν. Γι' αυτό και στα πάρτι της εταιρίας που διοργανώνονται σταθερά τα τελευταία 25 - και βάλε - χρόνια, στο εστιατόριο “Water’s Edge” στο Long Island, με θέα το φωτισμένο Μανχάταν, φροντίζει να υπενθυμίζει στους στενούς του συνεργάτες: “Η εταιρία μας εξακολουθεί να κρατάει τα σκήπτρα τα τελευταία χρόνια. Και για την επιτυχία δεν υπάρχει μυστικό, παρά μόνο σκληρή δουλειά, να είστε πάντοτε συνεπείς στις υποχρεώσεις σας και να έχετε στο νου σας ότι τίποτα δεν είναι εύκολο. Πρέπει να δουλέψετε για να αποκτήσετε πράγματα, αλλά και να έχετε καλό κουμάντο σε ό,τι κάνετε. Χρειάζεται εργατικότητα, τιμιότητα, να προσπαθείτε για το καλύτερο, και θα πετύχετε, ανάλογα με τις εποχές, αλλά και την τύχη πολλές φορές”.

Ακολουθώντας το ρητό “καμία δουλειά, δεν είναι ντροπή” καταπιάστηκε από μικρός με ό, τι προχειροδουλειά τού υποδείκνυαν. Και έφευγε σαν Κύριος, όταν οι προοπτικές μηδενίζονταν και τα λεφτά δεν αντιστοιχούσαν με την παραγωγή του.

Σήμερα είναι παντρεμένος με την κυρία Ελευθερία και πατέρας τεσσάρων κοριτσιών, της Ειρήνης, της Αργυρώς, της Ιλιάνας και της Φαίδρας. Αποτελεί ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Κοινότητας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Roslyn των ΗΠΑ και το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο “The Hellenic Thread Award” για την προσφορά του στην ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας και κοινωνίας, ενώ συμμετέχει σε πολλούς ομογενειακούς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων η ΑΧΕΠΑ και το “Leadership 100”.

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και
Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και
ETA IMAGE

Πώς όμως έφτασε στο πιο ψηλό σκαλοπάτι της επαγγελματικής επιτυχίας ένας απλός μαραγκός;

Ο Μάικ Αγγελιάδης γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου το 1941 στην Σύμη και μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1960. Φεύγοντας νέος από το νησί του, πήρε για εφόδια του τις ευχές του Πανορμίτη (του Ταξιάρχη) της Σύμης και συνοδεία τις ευχές των γονιών του, όταν με μάτια κλαμένα τον αποχαιρετούσαν σε λιμάνι της Σύμης, λέγοντάς του ότι «ο Πανορμίτης θα σε σκεπάζει γιε μας με τα φτερά του και η ευχή της Παναγιάς θα είναι πάντα μπροστά στο διάβα της ζωής σου». Έτσι κι έγινε.

Και για το λόγο αυτό, δεν ξέχασε ποτέ την καταγωγή του. Στο γραφείο του έχει πολλές φωτογραφίες από το σπίτι του, τον “ιερό τόπο” του, όπως αποκαλεί τη Σύμη και συχνά παραδέχεται ότι: “Μου λείπει, αλλά την επισκέπτομαι δύο φορές το χρόνο. Δόξα τω Θεώ”, αλλά και φωτογραφίες από τα εγγόνια του στην Ελλάδα.

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και

Ο ίδιος τελείωσε το Γυμνάσιο στο μικρό νησί, αλλά επειδή δεν υπήρχε προοπτική, πήγε στα καράβια. Επί ενάμιση χρόνο με ένα φορτηγό πλοίο σάλπαρε για όλα σχεδόν τα λιμάνια της Ευρώπης και μετά με πρόσκληση των θείων του, βρέθηκε στην Αμερική. Όταν ήρθε η ειδοποίηση, είχε μόνο δέκα μέρες προθεσμία για να μαζέψει τα πράγματά του και να βρεθεί στην άλλη άκρη του πλανήτη. Ευτυχώς, η μετακόμιση ολοκληρώθηκε εμπρόθεσμα, ανήμερα του Ταξιάρχη που γιορτάζει ο Πανορμίτης, στις 8 Νοεμβρίου του 1960. Και αποχαιρέτισε το νησί, με το πλοίο Ολύμπια. “Σίγουρα, ήταν σημαδιακή ημέρα”, έγραφε ο Τύπος της εποχής.

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και

Η Αμερική στα μάτια του, κάθε άλλο παρά Γη της Απαγγελίας θύμιζε στην αρχή. “Στα καράβια έβγαζα πιο πολλά”, θυμάται. Στην αρχή, αναγκάστηκε να κάνει δεκάδες άλλες δουλειές. Ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα εργοστάσιο που το έλεγαν “Λέκας και Γρίβας”. Έφερναν λάδια και τυριά από την Ελλάδα, τα επεξεργάζονταν και τα προωθούσαν στην αγορά. Ο πρώτος του μισθός ήταν 85 σεντς την ώρα. Και έτσι, δύο μήνες ήταν αρκετοί για την επόμενο επαγγελματικό σκαλοπάτι, την “Argo Boat Company”. Η εταιρία κατασκεύαζε βάρκες και ιδιοκτήτης ήταν ένας συμπατριώτης του από την Σύμη. Ο μισθός όμως και πάλι δεν εξισώνονταν με αυτόν των καραβιών. Το επόμενο καλοκαίρι, φόρτωνε ψυγεία με παγωτά και βοηθούσε όσους πλανόδιους – παγωτατζήδες ξεκινούσαν το δρομολόγιο της ημέρας. Και αυτό όμως, δεν του άρεσε. Άρχισε να βάφει το ίδιο έτος, γέφυρες. Και όταν κατάλαβε την επικινδυνότητα και άρχισε να απογοητεύεται από το ποιόν των συναδέλφων του, έφυγε και από αυτό το πόστο. Λίγους μήνες αργότερα, ένας φίλος του πατέρα του, ο Γιώργος Λεβεσάνος που είχε μία μικρή εργολαβική εταιρία – κατασκεύαζε εστιατόρια -, τον πήρε στη δουλειά. “Μου άρεσε, αν και έπαιρνα το ένα τρίτο του μισθού που λάμβανα, βάφοντας γέφυρες. Ο μπαμπάς μου ήταν ξυλουργός και τα καλοκαίρια πήγαινα και τον βοηθούσα. Είχα μία ιδέα από την δουλειά, όχι όμως πολλά πράγματα. Αλλά πηγαίνοντας στον κύριο Γιώργο, συνειδητοποίησα ότι ήταν κάτι που με προσέλκυε περισσότερο, από τις άλλες δουλειές. Έτσι, άρχισα να μαθαίνω την τέχνη του μαραγκού, όσο πιο καλά μπορούσα”.

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και

Το 1967 ξεκίνησε με τον ξάδερφό του, τον Γιώργο Νικολή, την εταιρία “A&T Constructions”, που ειδικεύονταν στις αναπαλαιώσεις σπιτιών. “Αναλαμβάναμε μικρές και μίζερες δουλειές”. Αλλά και το τότε στοίχημα με τον εαυτό του, το κέρδισε. “Όποιος περάσει από αυτό το στάδιο και αντέξει, ό, τι κι αν κάνει μετά, θα έχει επιτυχία”, έλεγε τότε και περιέγραφε τις δουλειές του ως εξής: “Το συρτάρι μού το έφαγε ο σκύλος, ο νοικάρης έφυγε και πήρε μαζί του την πόρτα μου. Και άλλα τέτοια”. Οπότε και η κατάληξη, φαντάζεστε ποια ήταν. Αργά ή γρήγορα, οι αναπαλαιώσεις αποτέλεσαν παρελθόν και ο ίδιος με τον ξάδερφό του, άνοιξαν νέα εταιρία, με αντικείμενο τις επισκευές σε εστιατόρια.

Με το ανήσυχο πνεύμα και την επαγγελματική αστάθεια που τον χαρακτήριζε το διάστημα των πρώτων μεταναστευτικών του χρόνων στις ΗΠΑ, τίποτε δεν προμήνυε την επιτυχία που θα έρχονταν μετά από λίγα χρόνια αφοσίωσης στο εν λόγω αντικείμενο.

Ο κ. Αγγελιάδης θα φτιάξει 182 εστιατόρια εκ του μηδενός στη μητροπολιτική περιοχή της Νέας Υόρκης. Και μπορεί να μην έτρεξε ούτε έναν πελάτη στα δικαστήρια, αλλά ο ίδιος έλεγε συχνά στον Τύπο: “Έχασα πολλά λεφτά. Είχα μία άλλη φιλοσοφία, βλέπετε. Έχασες, φύγε, μην πας στα δικαστήρια. Δεν ήμουν κορόιδο, ούτε είχα πολλά και τα χάριζα, αλλά όταν το μαγαζί δούλευε, αλλά δεν έβγαζε, τι να κάνεις;”.

Από το 1970 μέχρι το 1990, ο κ. Αγγελιάδης έκανε την ίδια δουλειά, μέχρι που ο φόρτος εργασίας ξέφυγε και ο ίδιος κουράστηκε. Το 1990 χώρισε τα επαγγελματικά του κιτάπια από τον τότε συνέταιρό του και έφτιαξε την “M.A. Angeliades”, την οποία διαθέτει μέχρι και τώρα που γράφονται αυτές οι σειρές.

Σήμερα η εταιρία του κ. Αγγελιάδη συναγωνίζεται τις μεγαλύτερες οικοδομικές και εργολαβικές εταιρίες της Αμερικής, κατασκευάζοντας δεκάδες μεγάλα έργα, όπως βιβλιοθήκες, δικαστήρια, σχολεία και άλλα κυβερνητικά έργα, μετρώντας τις καλές ημέρες, πάνω από 250 άτομα προσωπικό.

Πρόσφατα ανακατασκεύασε το σταθμό Μπλίκερ στο Μανχάταν, ύψους 96 εκατομμυρίων δολαρίων και ακόμη περισσότερων στο Μπρονξ. Σε κάθε τέλος ενός έργου, ο ίδιος αναρωτιέται ενδόμυχα: “Πού ήμουν και πού έφτασα”.

Στην περιουσία του ανήκουν και τα “Daily Barn”. Εξηγεί μάλιστα πως 60-70 χρόνια πριν, τα καταστήματα ξεκίνησαν να πουλούν γάλα, επειδή οι ιδιοκτήτες τους είχαν αγελάδες. Με την πάροδο των χρόνων έβαλαν κι άλλα προϊόντα στα ράφια. “Ε, οι άνθρωποι αυτοί τα πουλούσαν και κάποια στιγμή τα πήραμε εμείς. Έτσι απλά”.

Πριν από ένα χρόνο άνοιξε το εστιατόριο «Κύμα» στο Roslyn του Long Island, που προσφέρει φρέσκο ψάρι και καλομαγειρεμένα ελληνικά και άλλα μεσογειακά φαγητά. Το εστιατόριο έχει σύγχρονη διακόσμηση και ανοιχτά χρώματα, με κυρίαρχο το γαλάζιο και το λευκό, που παραπέμπουν σε αιγαιοπελαγίτικο νησί. Στα εγκαίνια του εστιατορίου, καλωσορίζοντας τους φίλους του, ο Μάικ είπε:

“Εκείνο που έχει σημασία είναι το καλό φαγητό και η καλή εξυπηρέτηση του πελάτη. Θα προσπαθήσουμε να ευχαριστήσουμε όλον τον κόσμο και τους φίλους μας. Κι εγώ έχω όπως ξέρετε πολλούς φίλους”. Η φιλοσοφία του κ. Αγγελιάδη αποτελεί και την εγγύηση για τους πελάτες. “Για εμένα το να κάνω χίλια δολάρια παραπάνω την εβδομάδα και να έχω παράπονα από τους πελάτες μας, δεν θα με ευχαριστεί. Θέλω να μου τηλεφωνούν οι φίλοι μου και να μου λένε, ‘Μερκούρη βρες μας ένα τραπέζι γιατί δεν υπάρχει μέρος απόψε’. Αυτή θα είναι η ευχαρίστησή μου. Αν παίρνω παράπονα για το φαγητό, θα τους δώσω τα κλειδιά”.

Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και
Πώς Έλληνας μαραγκός έγινε μεγιστάνας στις ΗΠΑ και

Ο Μάικ και η Ελλάδα, η Ελλάδα και ο Μάικ

Για το ελληνικό αδιέξοδο, ο Μάικ μέσες άκρες, σχολίαζε πάντα: “Δεν είμαι οικονομολόγος, αλλά μπορώ να σας πω τη δική μου άποψη. Νομίζω ότι δεν φτάσαμε ακόμη στα χειρότερα. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας και ο κόσμος πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να παλέψει για το καλύτερο, δεν γίνεται αλλιώς”.   

Στις πιο ευτυχισμένες ημέρες της ζωής του, αναφέρει μία και μοναδική: “Την ημέρα που γνώρισα την γυναίκα μου και με παντρεύτηκε. Ακολούθησαν οι μέρες που φέραμε στη ζωή τα τέσσερα μας κορίτσια. Γενικά όμως δεν υπάρχουν μεμονωμένες χαρές ή μεμονωμένες λύπες, αλλά κάθε μέρα και στιγμή που περνά πρέπει ο άνθρωπος να κάνει ό, τι μπορεί καλύτερα, για να κοιμάται ήσυχα”.

Και από τις πιο λυπητερές ημέρες που θυμάται είναι η ημέρα που ανακοινώθηκε στον ίδιο και την οικογένειά του, ότι η αδερφή του πάσχει από πολιομυελίτιδα (η ίδια σήμερα ζει στη Ρόδο).

Αν και δεν μετάνιωσε ποτέ που έφυγε από τη Σύμη, ισχυρίζεται ότι το νησί αυτό είναι η Ιθάκη του και στην ερώτηση πόσο αγαπά την Ελλάδα, με κλίμακα από το 1 έως το 10, ο ίδιος απαντά πάντα “10”. “Τα επαγγελματικά μου φτερά ήταν αυτά που δεν με κρατούσαν εκεί και τίποτε άλλο”.

 

Πηγή Φωτογραφιών: Το περιοδικό "Εθνικός Κήρυξ", Σάββατο 16 - Κυριακή 17 Οκτωβρίου 2010

SHARE:

24Media Network