Ειδικευόμενοι γιατροί: Γιατί είναι ωρολογιακή βόμβα για το ΕΣΥ

Διαβάζεται σε 5'
Γιατροί νοσοκομείου (φωτογραφία αρχείου)
Γιατροί νοσοκομείου (φωτογραφία αρχείου) Eurokinissi

Έρευνα αποκαλύπτει ότι οι ειδικευόμενοι γιατροί στην Ελλάδα υπερβαίνουν κατά πολύ τα ευρωπαϊκά όρια εργασίας, με σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία τους και την ασφάλεια ασθενών.

Η πρώτη πανευρωπαϊκή μελέτη για τον χρόνο εργασίας και την ικανοποίηση των ειδικευόμενων ιατρών, το REST-JD Report 2025 της European Junior Doctors, προσφέρει την πληρέστερη μέχρι σήμερα εικόνα για τις πραγματικές συνθήκες εργασίας των γιατρών που βρίσκονται στο στάδιο της εκπαίδευση.

Η έρευνα βασίστηκε σε 6.165 απαντήσεις από 26 ευρωπαϊκές χώρες, με αναλυτική επεξεργασία δεδομένων για 19 από αυτές.

Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η υπέρβαση των νόμιμων ορίων εργασίας δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο αλλά διαρθρωτικό χαρακτηριστικό πολλών συστημάτων υγείας, όμως το υπουργείο Υγείας της χώρας μας καταπατά κάθε νόμιμο δικαίωμα.

Στην Ευρώπη: εργασία 57 ώρες την εβδομάδα

Σε επίπεδο Ευρώπης, οι ειδικευόμενοι δηλώνουν ότι εργάζονται κατά μέσο όρο 57 ώρες την εβδομάδα, δηλαδή 17 ώρες περισσότερες από τον τυπικό συμβατικό μέσο όρο των 40 ωρών και 9 ώρες πάνω από το ανώτατο όριο των 48 ωρών που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Οδηγία για τον Χρόνο Εργασίας (EWTD).

Η υπέρβαση δεν αφορά μια μειοψηφία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης:

  • Το 71% των ειδικευόμενων υπερβαίνει το όριο των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
  • Το 20% εργάζεται περισσότερες από 70 ώρες την εβδομάδα.
  • Το 10% ξεπερνά τις 80 ώρες εβδομαδιαίως.
  • Η διάμεση διάρκεια της μεγαλύτερης συνεχόμενης βάρδιας τον μήνα αναφοράς είναι 24 ώρες.

Παράλληλα, το 88% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι εργάζεται υπερωριακά και από αυτούς, το 69% αναφέρει ότι η υπερωρία δεν αποζημιώνεται ούτε με αμοιβή ούτε με ρεπό.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η απόκλιση από το νομικό πλαίσιο δεν είναι περιστασιακή, καθώς η ίδια η Οδηγία προβλέπει:

  • Μέγιστο μέσο όρο 48 ωρών εργασίας ανά επταήμερο (συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών).
  • Ελάχιστη ημερήσια ανάπαυση 11 συνεχόμενων ωρών.
  • Ελάχιστη εβδομαδιαία ανάπαυση 24 συνεχόμενων ωρών επιπλέον της ημερήσιας.
  • Τουλάχιστον 4 εβδομάδες ετήσιας άδειας.

Ωστόσο, η μελέτη καταγράφει συστηματικές παραβιάσεις αυτών των προϋποθέσεων.

Στην Ελλάδα: εργασία 72 ώρες και σχεδόν καθολικές 24ωρες εφημερίες

Η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο μέσο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας μεταξύ των χωρών που αναλύθηκαν που φτάνει τις 72 ώρες την εβδομάδα.

Πρόκειται για τον μεγαλύτερο μέσο όρο στην έρευνα.

Τα επιμέρους δεδομένα για τη χώρα είναι ενδεικτικά:

  • Το 98% των ειδικευόμενων πραγματοποιεί 24ωρες βάρδιες.
  • Το 96% εργάζεται νυχτερινές βάρδιες.
  • Ο μέσος αριθμός νυχτερινών βαρδιών ανέρχεται σε 7 τον μήνα.
  • Οι ημέρες ρεπό περιορίζονται σε 4 τον μήνα.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται επίσης στις χώρες με τις λιγότερες ημέρες ρεπό μηνιαίως, μαζί με χώρες όπως η Μάλτα και η Λετονία, όπου καταγράφονται 4–5 ημέρες ανάπαυσης.

Παρά το γεγονός ότι μόνο το 4% δηλώνει ότι δεν έλαβε τις 4 εβδομάδες ετήσιας άδειας, η καθημερινή επιβάρυνση και η συχνότητα των εφημεριών συνθέτουν ένα ιδιαίτερα βαρύ προφίλ εργασίας.

Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι η λειτουργία του ΕΣΥ στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υπερεργασία των ειδικευόμενων.

Ρεπό και άδειες

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι ειδικευόμενοι δηλώνουν κατά μέσο όρο 6 ημέρες ρεπό τον μήνα.

Παρότι το 85% αναφέρει ότι είχε τουλάχιστον μία πλήρη ημέρα ρεπό ανά εβδομάδα κάθε μήνα αναφοράς, αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό δεν εξασφάλισε ούτε αυτό το ελάχιστο.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το εύρημα ότι το 35% των ειδικευόμενων στην Ευρώπη δεν έλαβε τις 4 εβδομάδες ετήσιας άδειας κατά το προηγούμενο έτος.

Το στοιχείο αυτό υποδεικνύει δομικά εμπόδια στη χορήγηση άδειας, είτε λόγω ελλείψεων προσωπικού είτε λόγω οργανωτικών πρακτικών.

Επιπτώσεις στην υγεία των γιατρών

Η έκθεση συνοψίζει εκτενή επιστημονική βιβλιογραφία για τη σχέση παρατεταμένων ωραρίων και υγείας.

Η εργασία άνω των 48 ωρών εβδομαδιαίως συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, κατάθλιψης, άγχους, επαγγελματικής εξουθένωσης και μειωμένης ικανοποίησης από την εργασία.

Στους ειδικευόμενους, τα καταθλιπτικά συμπτώματα εμφανίζονται 5 έως 6 φορές συχνότερα κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης, ενώ όσοι εργάζονται υπερβολικά ωράρια σχεδόν τριπλασιάζουν τον σχετικό κίνδυνο σε σύγκριση με όσους εργάζονται 40–45 ώρες.

Η στέρηση ύπνου και η κόπωση επηρεάζουν άμεσα τη γνωστική λειτουργία, την προσοχή και τη λήψη αποφάσεων. Η μελέτη επισημαίνει ότι βάρδιες διάρκειας 24 ωρών ή εβδομάδες άνω των 50 ωρών σχετίζονται με σημαντικά αυξημένα σοβαρά ιατρικά λάθη, κάτι που σημαίνει ότι οι ασθενείς είναι το τελικό θύμα της διακυβέρνησης.

Ικανοποίηση και ισορροπία ζωής

Τα ευρήματα για την ικανοποίηση είναι εξίσου ανησυχητικά.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο:

  • Το 32% δηλώνει δυσαρεστημένο ή πολύ δυσαρεστημένο από την εργασία και την εκπαίδευσή του.
  • Το 23% δηλώνει ούτε ικανοποιημένο ούτε δυσαρεστημένο.
  • Μόνο το 25% δηλώνει ικανοποιημένο από την ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, ενώ το 52% δηλώνει δυσαρεστημένο.

Η εργασία άνω των 48 ωρών αυξάνει πάνω από τετραπλάσια την πιθανότητα δυσαρέσκειας από την ισορροπία ζωής (OR 4,62, 95% CI 4,08–5,24).

Η δυσαρέσκεια είναι υψηλότερη σε χώρες με μεγαλύτερα ωράρια, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η Ελλάδα.

Το εύρημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της προβλεπόμενης έλλειψης 600.000 γιατρών στην Ευρώπη έως το 2030.

Zήτημα βιωσιμότητας

Η μελέτη καταλήγει ότι το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο αλλά συστημικό. Σε 17 από τις 19 χώρες που αναλύθηκαν, ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας υπερβαίνει τις 48 ώρες. Η ύπαρξη νομικού πλαισίου δεν αρκεί όταν η επιβολή και ο έλεγχος είναι ανεπαρκείς.

Στην ελληνική περίπτωση, οι 72 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας αποτελούν ένδειξη μιας βαθύτερης δυσλειτουργίας: της εξάρτησης του συστήματος από τη συνεχή διαθεσιμότητα και αντοχή των ειδικευόμενων. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στα εργασιακά δικαιώματα. Αφορά την ποιότητα της εκπαίδευσης, την ασφάλεια των ασθενών και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ΕΣΥ.

Η συμμόρφωση με το 48ωρο και η διασφάλιση ουσιαστικής ανάπαυσης δεν αποτελούν απλώς νομική υποχρέωση. Συνιστούν προϋπόθεση για τη διατήρηση ενός λειτουργικού, ασφαλούς και βιώσιμου συστήματος υγείας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα