ΕΛΣΤΑΤ: Πώς η δημόσια υγεία “παραδίδεται” σταδιακά στους ιδιώτες

Διαβάζεται σε 4'
Θάλαμος νοσοκομείου
Θάλαμος νοσοκομείου Eurokinissi

Δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία συστηματικά αυξάνεται η ιδιωτική δαπάνη των ασφαλισμένων στην Υγεία φέρνει στο φως νέα έκθεση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) αποτυπώνουν μια σαφή μεταβολή στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ): η ενίσχυσή του στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στις ιδιωτικές δαπάνες και την τσέπη των πολιτών.

Η νέα έκθεση «Η Ελλάδα με αριθμούς» αναδεικνύει ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου η κρατική συμμετοχή υποχωρεί ποσοστιαία, ενώ το οικονομικό βάρος μεταφέρεται στα νοικοκυριά.

Παρότι οι συνολικές δαπάνες υγείας αυξήθηκαν (από 15,7 δισ. ευρώ το 2020 σε σχεδόν 19,9 δισ. το 2024), η αύξηση αυτή δεν συνοδεύεται από ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα του συστήματος. Αντίθετα, καταγράφεται ενίσχυση της ιδιωτικής χρηματοδότησης, η οποία έφτασε τα 7,7 δισ. ευρώ και αντιστοιχεί περίπου στο 39% του συνόλου.

Μετατόπιση κόστους στους πολίτες που πληρώνουν υποχρεωτική ασφάλιση για να έχουν υγεία

Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι το οικονομικό βάρος μετακυλίεται άμεσα στους πολίτες, εντείνοντας τις ανισότητες στην πρόσβαση στην υγεία.

  • Αύξηση ιδιωτικών πληρωμών (out-of-pocket)
  • Οι άμεσες δαπάνες των νοικοκυριών αυξήθηκαν από 5,25 δισ. ευρώ το 2020 σε 6,8 δισ. ευρώ το 2024, φτάνοντας το 34,2% της συνολικής χρηματοδότησης.
  • Ενίσχυση ιδιωτικής ασφάλισης
  • Οι δαπάνες μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών προγραμμάτων ανήλθαν σε 974,9 εκατ. ευρώ (από 678,2 εκατ.), προσεγγίζοντας το 5% του συνόλου.
  • Μετακύλιση κόστους στον ασθενή
  • Οι πολίτες καλούνται να καλύψουν κενά του συστήματος μέσω συμμετοχών, φαρμάκων και απευθείας πληρωμών ή προσφυγής στον ιδιωτικό τομέα.
  • Υποχώρηση της δημόσιας χρηματοδότησης

Παρά την αύξηση των απόλυτων ποσών, η συμμετοχή του κράτους στο ΕΣΥ μειώνεται σε σχετικούς όρους.

  • Η δημόσια δαπάνη αυξήθηκε από 9,7 σε 12 δισ. ευρώ.
    Το ποσοστό της, όμως, υποχώρησε από 62,0% το 2020 σε 60,6% το 2024.
    Το μερίδιο του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε αντίστοιχα στο 39,1%.

Ανθρώπινο δυναμικό: Ποσοτική επάρκεια, ποιοτικό έλλειμμα

Δεν είναι, όμως, τα οικονομικά μεγέθη το μόνο «παράδοξο» που φωτίζει η έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ. Αυτή τη φορά, αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό.

Η Ελλάδα καταγράφει μια υπερεπάρκεια γιατρών, με την αναλογία να αυξάνεται σταθερά και να φτάνει τους 6,7 ιατρούς ανά 1.000 κατοίκους το 2024.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα και ενίσχυση με ιατρικό δυναμικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Ο τεράστιος αυτός αριθμός περιλαμβάνει το σύνολο των εγγεγραμμένων γιατρών στην επικράτεια, ενσωματώνοντας τον υπερδιογκωμένο ιδιωτικό τομέα (ελευθεροεπαγγελματίες, ιδιωτικές κλινικές) και τους οδοντιάτρους.

Αυτή η υπερσυγκέντρωση επιστημόνων εκτός των τειχών του ΕΣΥ εξηγεί απόλυτα τις δραματικές εκκλήσεις των νοσοκομειακών ενώσεων για την τραγική υποστελέχωση του ΕΣΥ.

Η γενική ιατρική, κρίσιμη για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, παραμένει καθηλωμένη στο 0,4, αποτυπώνοντας ένα διαχρονικό έλλειμμα.

Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία γιατρών στη χώρα, αλλά η αδυναμία του κράτους να τους προσελκύσει και να τους συγκρατήσει στο δημόσιο σύστημα, εξαιτίας των εξαντλητικών συνθηκών εργασίας και των μη ανταγωνιστικών αμοιβών.

Υποδομές: Στασιμότητα και περιορισμένες βελτιώσεις

Τα χρόνια προβλήματα υγείας συνεχίζουν να ταλαιπωρούν σταθερά περίπου το 24% του πληθυσμού (σχεδόν 1 στους 4 πολίτες), επιβεβαιώνοντας ότι το φορτίο νοσηρότητας δεν υποχωρεί.

Παράλληλα, σημαντικό τμήμα του πληθυσμού συνεχίζει να βιώνει περιορισμούς στην καθημερινότητά του λόγω υγείας.

Περίπου 9% δηλώνει «πολύ μεγάλο» περιορισμό και ένα επιπλέον ποσοστό, που φτάνει έως και το 13% τα προηγούμενα χρόνια, αναφέρει «μεγάλο» περιορισμό.

Χρόνια προβλήματα υγείας

Η κατάσταση της υγείας του πληθυσμού δεν παρουσιάζει ουσιαστική βελτίωση, διατηρώντας υψηλό φορτίο νοσηρότητας.

  • Περίπου 24% του πληθυσμού (1 στους 4) αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα υγείας.
  • Περίπου 9% δηλώνει πολύ σοβαρούς περιορισμούς στην καθημερινότητα.
  • Έως και 13% αναφέρει σημαντικούς περιορισμούς τα προηγούμενα χρόνια.

Η συνολική εικόνα καταδεικνύει ότι η αυξημένη χρηματοδότηση δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη βελτίωση της προσβασιμότητας, της επάρκειας και της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα