ΕΛΣΤΑΤ: Πώς η δημόσια υγεία “παραδίδεται” σταδιακά στους ιδιώτες
Διαβάζεται σε 4'
Δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία συστηματικά αυξάνεται η ιδιωτική δαπάνη των ασφαλισμένων στην Υγεία φέρνει στο φως νέα έκθεση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
- 02 Απριλίου 2026 14:17
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) αποτυπώνουν μια σαφή μεταβολή στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ): η ενίσχυσή του στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στις ιδιωτικές δαπάνες και την τσέπη των πολιτών.
Η νέα έκθεση «Η Ελλάδα με αριθμούς» αναδεικνύει ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου η κρατική συμμετοχή υποχωρεί ποσοστιαία, ενώ το οικονομικό βάρος μεταφέρεται στα νοικοκυριά.
Παρότι οι συνολικές δαπάνες υγείας αυξήθηκαν (από 15,7 δισ. ευρώ το 2020 σε σχεδόν 19,9 δισ. το 2024), η αύξηση αυτή δεν συνοδεύεται από ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα του συστήματος. Αντίθετα, καταγράφεται ενίσχυση της ιδιωτικής χρηματοδότησης, η οποία έφτασε τα 7,7 δισ. ευρώ και αντιστοιχεί περίπου στο 39% του συνόλου.
Μετατόπιση κόστους στους πολίτες που πληρώνουν υποχρεωτική ασφάλιση για να έχουν υγεία
Η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι το οικονομικό βάρος μετακυλίεται άμεσα στους πολίτες, εντείνοντας τις ανισότητες στην πρόσβαση στην υγεία.
- Αύξηση ιδιωτικών πληρωμών (out-of-pocket)
- Οι άμεσες δαπάνες των νοικοκυριών αυξήθηκαν από 5,25 δισ. ευρώ το 2020 σε 6,8 δισ. ευρώ το 2024, φτάνοντας το 34,2% της συνολικής χρηματοδότησης.
- Ενίσχυση ιδιωτικής ασφάλισης
- Οι δαπάνες μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών προγραμμάτων ανήλθαν σε 974,9 εκατ. ευρώ (από 678,2 εκατ.), προσεγγίζοντας το 5% του συνόλου.
- Μετακύλιση κόστους στον ασθενή
- Οι πολίτες καλούνται να καλύψουν κενά του συστήματος μέσω συμμετοχών, φαρμάκων και απευθείας πληρωμών ή προσφυγής στον ιδιωτικό τομέα.
- Υποχώρηση της δημόσιας χρηματοδότησης
Παρά την αύξηση των απόλυτων ποσών, η συμμετοχή του κράτους στο ΕΣΥ μειώνεται σε σχετικούς όρους.
- Η δημόσια δαπάνη αυξήθηκε από 9,7 σε 12 δισ. ευρώ.
Το ποσοστό της, όμως, υποχώρησε από 62,0% το 2020 σε 60,6% το 2024.
Το μερίδιο του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε αντίστοιχα στο 39,1%.
Ανθρώπινο δυναμικό: Ποσοτική επάρκεια, ποιοτικό έλλειμμα
Δεν είναι, όμως, τα οικονομικά μεγέθη το μόνο «παράδοξο» που φωτίζει η έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ. Αυτή τη φορά, αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό.
Η Ελλάδα καταγράφει μια υπερεπάρκεια γιατρών, με την αναλογία να αυξάνεται σταθερά και να φτάνει τους 6,7 ιατρούς ανά 1.000 κατοίκους το 2024.
Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα και ενίσχυση με ιατρικό δυναμικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Ο τεράστιος αυτός αριθμός περιλαμβάνει το σύνολο των εγγεγραμμένων γιατρών στην επικράτεια, ενσωματώνοντας τον υπερδιογκωμένο ιδιωτικό τομέα (ελευθεροεπαγγελματίες, ιδιωτικές κλινικές) και τους οδοντιάτρους.
Αυτή η υπερσυγκέντρωση επιστημόνων εκτός των τειχών του ΕΣΥ εξηγεί απόλυτα τις δραματικές εκκλήσεις των νοσοκομειακών ενώσεων για την τραγική υποστελέχωση του ΕΣΥ.
Η γενική ιατρική, κρίσιμη για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, παραμένει καθηλωμένη στο 0,4, αποτυπώνοντας ένα διαχρονικό έλλειμμα.
Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία γιατρών στη χώρα, αλλά η αδυναμία του κράτους να τους προσελκύσει και να τους συγκρατήσει στο δημόσιο σύστημα, εξαιτίας των εξαντλητικών συνθηκών εργασίας και των μη ανταγωνιστικών αμοιβών.
Υποδομές: Στασιμότητα και περιορισμένες βελτιώσεις
Τα χρόνια προβλήματα υγείας συνεχίζουν να ταλαιπωρούν σταθερά περίπου το 24% του πληθυσμού (σχεδόν 1 στους 4 πολίτες), επιβεβαιώνοντας ότι το φορτίο νοσηρότητας δεν υποχωρεί.
Παράλληλα, σημαντικό τμήμα του πληθυσμού συνεχίζει να βιώνει περιορισμούς στην καθημερινότητά του λόγω υγείας.
Περίπου 9% δηλώνει «πολύ μεγάλο» περιορισμό και ένα επιπλέον ποσοστό, που φτάνει έως και το 13% τα προηγούμενα χρόνια, αναφέρει «μεγάλο» περιορισμό.
Χρόνια προβλήματα υγείας
Η κατάσταση της υγείας του πληθυσμού δεν παρουσιάζει ουσιαστική βελτίωση, διατηρώντας υψηλό φορτίο νοσηρότητας.
- Περίπου 24% του πληθυσμού (1 στους 4) αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα υγείας.
- Περίπου 9% δηλώνει πολύ σοβαρούς περιορισμούς στην καθημερινότητα.
- Έως και 13% αναφέρει σημαντικούς περιορισμούς τα προηγούμενα χρόνια.
Η συνολική εικόνα καταδεικνύει ότι η αυξημένη χρηματοδότηση δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη βελτίωση της προσβασιμότητας, της επάρκειας και της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας.