Έρευνα: Συγκρίνεται το πένθος για ένα κατοικίδιο με εκείνο για έναν συγγενή;
Διαβάζεται σε 4'
Ερευνητής ζητά την επέκταση των κατευθυντήριων γραμμών για τη διάγνωση της διαταραχή παρατεταμένου πένθους ώστε να καλύπτουν και τα άτομα που χάνουν κατοικίδια.
- 15 Ιανουαρίου 2026 22:26
To πένθος μετά τον θάνατο ενός κατοικίδιου μπορεί να είναι τόσο έντονο όσο το πένθος λόγω απώλειας ενός ανθρώπινου μέλους της οικογένειας, όπως φανερώνει έρευνα, επιβεβαιώνοντας αυτό που πολλοί ήδη γνωρίζουν σχετικά τον ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ των κηδεμένων και των κατοικίδιων.
Άνθρωποι που πενθούν την απώλεια ενός κατοικίδιου μπορεί να εμφανίσουν διαταραχή παρατεταμένου πένθους (Prolonged Grief Disorder – PGD), μια ψυχική διαταραχή που προκαλείται από τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο ακαδημαϊκό περιοδικό PLOS One.
Η PGD διαρκεί πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια και συχνά περιλαμβάνει έντονο αίθημα απόγνωσης, δυσκολίες στην κοινωνικοποίηση και στην καθημερινή λειτουργικότητα, καθώς και το αίσθημα ότι ένα κομμάτι του εαυτού έχει πεθάνει. Σήμερα, μόνο όσοι πενθούν την απώλεια ενός ανθρώπου μπορούν να διαγνωστούν με αυτή τη διαταραχή. Ωστόσο, ο καθηγητής που συνέγραψε τη μελέτη συνέστησε να επεκταθούν οι σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες ώστε να περιλαμβάνουν και τα κατοικίδια, γράφει ο Guardian.
Η έρευνα – η οποία διεξήχθη σε 975 ενήλικες στο Ηνωμένο Βασίλειο– διαπίστωσε ότι το 7,5% των ανθρώπων που είχαν χάσει κατοικίδιο πληρούσαν τα διαγνωστικά κριτήρια για PGD, ποσοστό περίπου ίδιο με εκείνο των ανθρώπων που είχαν χάσει έναν στενό φίλο. Το ποσοστό αυτό ήταν μόνο ελαφρώς χαμηλότερο από εκείνο μετά τον θάνατο παππού ή γιαγιάς (8,3%), αδελφού ή αδελφής (8,9%) ή ακόμη και συντρόφου (9,1%).
Μόνο όσοι είχαν χάσει γονείς ή παιδιά εμφάνιζαν τη διαταραχή σε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά, 11,2% και 21,3% αντίστοιχα. Περίπου το ένα πέμπτο των ανθρώπων που είχαν βιώσει τόσο απώλεια κατοικίδιου όσο και ανθρώπινη απώλεια δήλωσαν ότι η πρώτη ήταν χειρότερη, παρά το γεγονός ότι προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει πως οι άνθρωποι συχνά νιώθουν ντροπή, αμηχανία και απομόνωση όταν εκφράζουν τη θλίψη τους για τον θάνατο ενός κατοικίδιου.
Η μελέτη εκτίμησε ότι μία στις 12 περιπτώσεις PGD στο Ηνωμένο Βασίλειο οφείλεται στον θάνατο κατοικίδιου, δεδομένου ότι περίπου οι μισοί ενήλικες έχουν κατοικίδια και ότι το προσδόκιμο ζωής τους είναι σημαντικά μικρότερο από εκείνο των ανθρώπων.
Ο συγγραφέας της μελέτης, Φίλιπ Χάιλαντ, καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Maynooth στην Ιρλανδία, δήλωσε ότι η έρευνα έδειξε επίσης πως τα συμπτώματα αυτής της σοβαρής θλίψης για ένα κατοικίδιο ταυτίζονται απόλυτα με εκείνα για έναν άνθρωπο και ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βίωναν αυτές τις απώλειες.
Όπως είπε, η έρευνα παρείχε «συνεπή και πειστικά στοιχεία» και κάλεσε να επεκταθούν οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη διάγνωση της PGD.
Ο Χάιλαντ σημείωσε ότι οι διαγνωστικές οδηγίες «δεν επιτρέπουν τη διάγνωση PGD μετά τον θάνατο ενός κατοικίδιου, όμως αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να βιώσουν κλινικά σημαντικά επίπεδα θλίψης μετά τον θάνατο ενός κατοικίδιου, και σε ποσοστά συγκρίσιμα με ανθρώπινες απώλειες που θεωρούνται “νόμιμοι” παράγοντες κινδύνου για PGD».
Πρόσθεσε ότι, εάν τα ευρήματα επαληθευτούν από περαιτέρω έρευνα, αυτό θα σήμαινε ότι ένα άτομο «μπορεί να πληροί όλα τα συμπτωματικά και λειτουργικά κριτήρια για PGD, αλλά να μην είναι επιλέξιμο για διάγνωση αποκλειστικά και μόνο επειδή ο θανών δεν ανήκε στο είδος homo sapiens».
«Από ψυχολογική και εξελικτική σκοπιά, αυτή θα ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη θέση να υποστηριχθεί», είπε ο Χάιλαντ. «Η απόφαση να αποκλειστεί η απώλεια κατοικίδιου από το κριτήριο πένθους για την PGD μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνο επιστημονικά λανθασμένη αλλά και επίπονη».