Έξυπνο εσώρουχο: Αεριζόμαστε πάνω από 30 φορές την ημέρα
Διαβάζεται σε 4'
Ένα καινοτόμο «έξυπνο» εσώρουχο καταγράφει με ακρίβεια τα εντερικά αέρια, αποκαλύπτοντας πόσο συχνά αεριζόμαστε και τι δείχνει αυτό για την υγεία μας.
- 16 Φεβρουαρίου 2026 13:01
Ένα καινοτόμο έξυπνο εσώρουχο που καταγράφει τα αέρια του σώματος φέρνει την επιστημονική έρευνα πιο κοντά από ποτέ στην καθημερινή ζωή. Οι ερευνητές εξετάζουν πλέον πόσο συχνά θεωρείται φυσιολογικό να αεριζόμαστε και τι αποκαλύπτουν τα σχετικά δεδομένα για την υγεία μας.
Παρότι τα αέρια συχνά αντιμετωπίζονται ως ταμπού, αποτελούν βασικό δείκτη της λειτουργίας του πεπτικού συστήματος και της δραστηριότητας του εντερικού μικροβιώματος. Η συχνότητα και η ένταση παραγωγής τους διαφέρουν σημαντικά από άτομο σε άτομο και επηρεάζονται από τη διατροφή, την πρόσληψη φυτικών ινών, τη σύσταση των εντερικών βακτηρίων και τη συνολική μεταβολική λειτουργία.
Σύμφωνα με ανάλυση στο Nature Reviews Gastroenterology & Hepatology, η παραγωγή εντερικών αερίων συνδέεται άμεσα με τη ζύμωση υδατανθράκων από το μικροβίωμα, διαδικασία κρίσιμη για την υγεία του παχέος εντέρου και την παραγωγή ωφέλιμων μεταβολιτών, όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι διαφοροποιήσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη παθολογικές, αλλά αντικατοπτρίζουν τη μοναδική βακτηριακή «οικολογία» κάθε οργανισμού.
Επιστήμονες από το University of Maryland ανέπτυξαν συσκευή σε μορφή «έξυπνου εσωρούχου» που καταγράφει με ακρίβεια πόσο συχνά αποβάλλει κάποιος αέρια.
Αεριζόμαστε διπλάσιες φορές από ό,τι πιστευόταν
Η πρώτη μελέτη έδειξε ότι οι άνθρωποι αερίζονται δύο φορές συχνότερα σε σχέση με όσα θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Κατά μέσο όρο, ένας άνθρωπος αποβάλλει 32 φορές την ημέρα, έναντι των 14 που παλαιότερα θεωρούνταν φυσιολογικές.
Στα άκρα του φάσματος βρίσκονται οι «Υπερπαραγωγοί υδρογόνου», με 40–50 αέρια ημερησίως, και οι «Zen Digesters», που παρά την κατανάλωση 25–38 γραμμαρίων φυτικών ινών ημερησίως, μπορεί να παράγουν μόλις τέσσερα αέρια την ημέρα.
Η συσκευή, μεγέθους νομίσματος, προσαρμόζεται σε κοινό εσώρουχο και μέσω ηλεκτροχημικού αισθητήρα καταγράφει συνεχώς το υδρογόνο και άλλα εντερικά αέρια.
Επειδή το υδρογόνο παράγεται αποκλειστικά από μικρόβια, η παρακολούθησή του παρέχει άμεση ένδειξη για τη δραστηριότητα του μικροβιώματος.Ποιο κενό καλύπτει η νέα τεχνολογία
Η έρευνα καλύπτει ένα σημαντικό κενό στη ιατρική γνώση. Ενώ υπάρχουν σαφείς δείκτες για καρδιακό ρυθμό, χοληστερόλη και γλυκόζη αίματος, δεν υπήρχε αντικειμενικός δείκτης για την παραγωγή αερίων.
Ο επικεφαλής συγγραφέας, Dr Brantley Hall, δηλώνει: «Δεν γνωρίζουμε στην πραγματικότητα πώς μοιάζει η φυσιολογική παραγωγή αερίων».
Μέχρι σήμερα, οι εκτιμήσεις βασίζονταν σε αυτοαναφορές, οι οποίες είναι αναξιόπιστες, ειδικά κατά τη διάρκεια του ύπνου. Επιπλέον, τα άτομα διαφέρουν ως προς τη σπλαχνική ευαισθησία, γεγονός που επηρεάζει την αντίληψη των αερίων.
Οι εναλλακτικές μέθοδοι ήταν βραχυπρόθεσμες και επεμβατικές εργαστηριακές εξετάσεις, καθιστώντας δύσκολη την αντικειμενική αξιολόγηση.
Αντίθετα, το «έξυπνο» εσώρουχο είναι μικρό, εύχρηστο και σχεδόν ανεπαίσθητο. Πάνω από 80% των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι ήταν άνετο και θα το φορούσαν εφόσον τους το συνέστηνε γιατρός.
Η τεχνολογία αυτή προσφέρει για πρώτη φορά ακριβείς μετρήσεις σε πραγματικό χρόνο και καθορίζει ένα απαραίτητο baseline για την αξιολόγηση της υπερβολικής παραγωγής αερίων.
Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη
Οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν γλυκά με μικρή ποσότητα ινουλίνης, πρεβιοτικής φυτικής ίνας. Η συσκευή ανίχνευσε την αυξημένη παραγωγή υδρογόνου με ακρίβεια 94,7%.
Στην αρχική δοκιμή, 19 ενήλικες φόρεσαν τη συσκευή για μία εβδομάδα.
Η έρευνα επεκτείνεται μέσω του εθνικού προγράμματος «Human Flatus Atlas», στο οποίο μπορούν να συμμετάσχουν άτομα άνω των 18 ετών που κατοικούν στις ΗΠΑ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι Zen Digesters και οι Υπερπαραγωγοί υδρογόνου, ενώ συλλέγονται και δείγματα κοπράνων για ανάλυση μικροβιώματος, ώστε να διερευνηθούν οι λόγοι των μεγάλων αποκλίσεων.
Όπως τονίζει ο Dr Hall, το πρόγραμμα θα καθιερώσει αντικειμενικούς δείκτες για τη μικροβιακή ζύμωση του εντέρου, συμβάλλοντας στην αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο διατροφικές, προβιοτικές και πρεβιοτικές παρεμβάσεις επηρεάζουν τη δραστηριότητα του μικροβιώματος.