Οι επιστήμονες βρήκαν το “κλειδί” της μακροζωίας – Και το κουβαλάμε μέσα μας
Διαβάζεται σε 4'
Μια νέα μελέτη υποστηρίζει ότι το νήμα της ανθρώπινης ζωής ίσως κόβεται -ή κρατά περισσότερο- εξαρτώμενο από κάτι που κουβαλάμε μέσα μας.
- 29 Ιανουαρίου 2026 23:36
Κάποιοι που φτάνουν σε πολύ προχωρημένη ηλικία, αποδίδουν το περασμένο της ηλικίας του σε ένα ποτηράκι ουίσκι το βράδυ, άλλοι στο ότι “έζησαν ήσυχα” και μακριά από μπελάδες.
Τώρα όμως, επιστήμονες εκτιμούν ότι πλησίασαν σε ένα από τα πιο ουσιαστικά μυστικά της μακροζωίας και είναι πολύ πιο απλό (και πολύ πιο άβολο) απ’ όσο θα θέλαμε: τα γονίδιά μας.
Σε μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Science, οι ερευνητές εξηγούν ότι πολλές προηγούμενες προσπάθειες να “ξεκλειδωθεί” το γενετικό αποτύπωμα της ανθρώπινης διάρκειας ζωής δεν υπολόγισαν κάτι κρίσιμο: ότι αρκετές ζωές δεν τελειώνουν επειδή “έληξε ο βιολογικός χρόνος”, αλλά επειδή κόπηκαν απότομα από ατυχήματα, δολοφονίες, λοιμώξεις ή άλλους εξωτερικούς παράγοντες.
Αυτή η λεγόμενη “εξωγενής θνησιμότητα” αυξάνεται με την ηλικία, καθώς το σώμα γίνεται πιο εύθραυστο.
Ο καθηγητής Ούρι Άλον και η ομάδα του στο Επιστημονικό Ινστιτούτο Weizmann στο Ισραήλ υποστηρίζουν ότι η πραγματική γενετική συμβολή στη διάρκεια ζωής έχει μέχρι σήμερα “καλυφθεί“, σαν να υπάρχει ένα σήμα, αλλά ο θόρυβος να το σβήνει.
Η κληρονομικότητα και το “κρυμμένο” 50%
Η ομάδα εστίασε στην έννοια της “κληρονομικότητας”: το ποσοστό της διακύμανσης ενός χαρακτηριστικού, όπως το ύψος, το βάρος ή το προσδόκιμο ζωής που εξηγείται από τη γενετική και όχι από το περιβάλλον.
Οι προηγούμενες μελέτες για το ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής έδιναν τεράστια απόκλιση: η κληρονομικότητα είχε υπολογιστεί από μόλις 6% έως 33%. Όμως, σύμφωνα με τον Άλον και τους συνεργάτες του, αυτά τα ποσοστά είναι υποτιμημένα.
«Ελπίζω αυτό να εμπνεύσει τους ερευνητές να ψάξουν σε βάθος τα γονίδια που επηρεάζουν τη διάρκεια ζωής. Αυτά τα γονίδια θα μας δείξουν τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν τα εσωτερικά μας ρολόγια. Κάποια μέρα, θα μπορούσαν να μετατραπούν σε θεραπείες που επιβραδύνουν τον ρυθμό της γήρανσης και, έτσι, να επιβραδύνουν ταυτόχρονα όλες τις ασθένειες που σχετίζονται με την ηλικία», δήλωσε ο Άλον.
Οι επιστήμονες ανέπτυξαν ένα μαθηματικό μοντέλο που συνυπολογίζει την εξωγενή θνησιμότητα και την επίδραση της βιολογικής γήρανσης. Το “ρύθμισαν” με δεδομένα από ιστορικά αρχεία χιλιάδων ζευγαριών διδύμων σε Δανία και Σουηδία, αξιοποιώντας τις συσχετίσεις στη διάρκεια ζωής τους.
Αφαιρώντας το “βάρος” της εξωγενούς θνησιμότητας, κατάφεραν να αναδείξουν καθαρότερα το σήμα της βιολογικής γήρανσης που σχετίζεται με τα γονίδια.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: περίπου το 50% της διακύμανσης της ανθρώπινης διάρκειας ζωής φαίνεται να οφείλεται στη γενετική. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι αυτό το ποσοστό είναι αντίστοιχο με εκείνο που έχει παρατηρηθεί σε ποντίκια εργαστηρίου.
Το υπόλοιπο μισό
Το υπόλοιπο 50% της διακύμανσης, σύμφωνα με τη μελέτη, πιθανότατα εξηγείται από παράγοντες όπως τυχαίες βιολογικές επιδράσεις και περιβαλλοντικές συνθήκες.
«Εκεί περιμένουμε να βρούμε όλους τους “συνήθεις υπόπτους”: τρόπο ζωής, διατροφή, άσκηση, κοινωνικές σχέσεις, περιβάλλον και πολλά ακόμη», δήλωσε ο Μπεν Σενχάρ, συν-συγγραφέας της έρευνας, προσθέτοντας ότι ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον είναι πιθανό να αποκτούν μεγαλύτερη σημασία όσο μεγαλώνουμε.
Η ομάδα επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της και με στοιχεία από αμερικανική μελέτη σε αδέλφια υπεραιωνόβιων, όπου επίσης βρέθηκε κληρονομικότητα διάρκειας ζωής κοντά στο 50%.
Επιπλέον, σε άλλο σουηδικό dataset διαπιστώθηκε ότι όσο μειωνόταν η εξωγενής θνησιμότητα από τις αρχές του 20ού αιώνα -πιθανόν λόγω βελτιώσεων στη δημόσια υγεία- τόσο αυξανόταν η εκτιμώμενη γενετική συμβολή στη διάρκεια ζωής.
Με άλλα λόγια, όσο λιγότερο “σκοτώνει” ο κόσμος απ’ έξω, τόσο πιο καθαρά φαίνεται τι κάνει το σώμα από μέσα.
Η ομάδα διαπίστωσε επίσης ότι η κληρονομικότητα διαφέρει ανάλογα με την αιτία θανάτου (π.χ. καρκίνος ή άνοια) και την ηλικία.
Ο Σενχάρ πρόσθεσε ότι η καθημερινή εμπειρία επιβεβαιώνει τη σημασία της γενετικής. «Περίπου το 20% των υπεραιωνόβιων, για παράδειγμα, φτάνουν τα 100 χωρίς σοβαρές εξουθενωτικές ασθένειες», είπε, κάτι που θα μπορούσε να σημαίνει ότι τα γονίδιά τους έχουν προστατευτική δράση.
«Έχουν γίνει μελέτες για τον εντοπισμό αυτών των προστατευτικών γονιδίων, και πολλά έχουν βρεθεί, αλλά σίγουρα υπάρχουν ακόμη πολλά που δεν έχουμε ανακαλύψει», σημείωσε.
Παρότι η νέα μελέτη δεν συνυπολογίζει τον τρόπο με τον οποίο τα γονίδια επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα, ο καθηγητής Ρίτσαρντ Φάραγκερ του Πανεπιστημίου του Μπράιτον σχολίασε ότι τα ευρήματα δείχνουν πως οι άνθρωποι δεν αποτελούν “εξαίρεση” στην κληρονομικότητα της μακροζωίας.
«Και αυτό είναι χρήσιμο, γιατί σημαίνει ότι οι άνθρωποι μοιάζουν αρκετά με ένα είδος πάνω στο οποίο μελετάμε τη γήρανση και σου δίνει μια σχετική βεβαιότητα ότι παρεμβάσεις που λειτουργούν στα ποντίκια, μπορεί να λειτουργήσουν και στους ανθρώπους», ανέφερε.