Όταν ο Τραμπ έκανε το 2025 “έτος ανεστραμμένης προόδου” για την Υγεία
Διαβάζεται σε 8'
Το 2025 η κυβέρνηση Τραμπ πήρε αποφάσεις που ανέτρεψαν οποιαδήποτε πρόοδο είχε σημειωθεί στον τομέα της υγείας τα προηγούμενα χρόνια στις ΗΠΑ.
- 22 Ιανουαρίου 2026 09:21
Σε μια εποχή ραγδαίων επιστημονικών προόδων, είναι εύκολο να θεωρούμε δεδομένα τα ιατρικά επιτεύγματα. Περιμένουμε τακτικά ανακαλύψεις και καινοτομίες και το 2025 δεν απογοήτευσε. Ωστόσο, τα θετικά σημεία επισκιάστηκαν από μια σειρά πολιτικών αποφάσεων στις ΗΠΑ, οι οποίες αρχίζουν ήδη να καθυστερούν, παρά να προωθούν, την πρόοδο στον τομέα της δημόσιας υγείας.
Ο Λευκός Οίκος και το υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS) των ΗΠΑ, μέσα στο 2025 προχώρησαν σε σειρά πρωτοφανών ενεργειών σε θεμελιώδη ζητήματα δημόσιας υγείας.
Οι αποφάσεις αυτές δεν λήφθηκαν σε κενό πολιτικό χρόνο. Το 2025 αποτέλεσε χρονιά έντονων ιδεολογικών συγκρούσεων στις ΗΠΑ, με την υγεία να μετατρέπεται από πεδίο επιστημονικής συναίνεσης σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετώπισε βασικούς θεσμούς δημόσιας υγείας όχι ως τεχνοκρατικούς μηχανισμούς, αλλά ως ιδεολογικούς αντιπάλους που έπρεπε να «επαναπροσδιοριστούν».
Η αρχή έγινε τις πρώτες ημέρες του περασμένου έτους, με την αποδόμηση της USAID (Οργανισμός των ΗΠΑ για την Διεθνή Ανάπτυξη) , διακόπτοντας προγράμματα που προσφέρουν σωτήριες υγειονομικές παρεμβάσεις παγκοσμίως, όπως οι εμβολιασμοί στα παιδιά.
Στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο η κυβέρνηση μείωσε τους προϋπολογισμούς και το προσωπικό στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (NIH), ένα από τα κορυφαία κέντρα βιοϊατρικής έρευνας στον κόσμο και σημείο εκκίνησης για καινοτομίες όπως τα εμβόλια mRNA για την COVID-19 και οι ανοσοθεραπείες για τον καρκίνο.
Παράλληλα, το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) άρχισε να αμφισβητεί την ήδη εδραιωμένη ασφάλεια των εμβολίων, προκαλώντας ανησυχία στους ειδικούς της δημόσιας υγείας για ενδεχόμενη αύξηση μεταδοτικών ασθενειών. Οι σοβαρές συνέπειες αυτών των περιοριστικών μέτρων αναμένεται να γίνουν αισθητές για πολλά χρόνια.
Τα εμβόλια στο στόχαστρο του Τραμπ
Οι περισσότερες από αυτές τις αλλαγές που έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ σχετίζονται με την ατζέντα «Make America Healthy Again» (MAHA) και την καχυποψία απέναντι στα εμβόλια, της οποίας ηγείται ο υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, γνωστός, βέβαια, σκεπτικιστής των εμβολίων.
Τον Μάρτιο, το υπουργείο Υγείας απέσυρε σημαντικές επενδύσεις σε έρευνες για νέα εμβόλια mRNA, ενώ ο Κένεντι ανακοίνωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι το CDC δεν θα συνιστά πλέον το ετήσιο εμβόλιο για την COVID-19 για τους περισσότερους Αμερικανούς. Κάποιες πολιτείες δημιούργησαν δικές τους κατευθυντήριες οδηγίες, συνεχίζοντας να συνιστούν τα εμβόλια στους πολίτες τους και να καλύπτουν το κόστος.
Τον Ιούνιο, ο Κένεντι απέλυσε μέλη της επιτροπής συμβούλων εμβολίων του CDC και τους αντικατέστησε με άτομα που αμφισβητούν την ασφάλεια των εμβολίων.
Τον Αύγουστο, ο Τραμπ απέλυσε τη νέα επικεφαλής του CDC, Σούζαν Μονάρεζ, όταν συγκρούστηκε με τον Κένεντι σχετικά με τη στρατηγική του για τα εμβόλια.
Η κυβέρνηση επανίδρυσε, επίσης, μια ομάδα εργασίας για την επανεξέταση της ασφάλειας των παιδικών εμβολίων, παρόλο που τα δεδομένα δείχνουν ότι τα εμβόλια είναι ασφαλή. Στο τέλος της χρονιάς, η ιστοσελίδα του CDC αναθεώρησε τη δήλωση «τα εμβόλια δεν προκαλούν αυτισμό», υποστηρίζοντας ότι δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο.
Η μετατόπιση αυτή δεν επηρέασε μόνο τη δημόσια συζήτηση, αλλά και την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς υγείας. Δημοσκοπήσεις μέσα στο 2025 κατέγραψαν αύξηση της δυσπιστίας απέναντι στις επίσημες συστάσεις, ιδιαίτερα σε πολιτείες όπου οι ομοσπονδιακές οδηγίες αντικαταστάθηκαν από αντικρουόμενα τοπικά πρωτόκολλα.
Για πολλούς ειδικούς, το κόστος αυτής της σύγχυσης θα αποτυπωθεί όχι άμεσα, αλλά σε βάθος χρόνου.
Απειλές για τη μελλοντική πρόοδο της Ιατρικής
Οι ειδικοί δημόσιας υγείας αντιδρούν έντονα, επικαλούμενοι δεκαετίες ισχυρών επιστημονικών δεδομένων που αποδεικνύουν την ασφάλεια των εμβολίων και τη σύνδεσή τους με την προστασία της δημόσιας υγείας.
Η βάση αυτών των δεδομένων προέρχεται από τη χρηματοδότηση του NIH, το οποίο στηρίζει την επιστημονική έρευνα για κάθε πτυχή της ιατρικής. Αυτό που κινδυνεύει όταν περιορίζονται οι πόροι αυτής της θεμελιώδους έρευνας είναι η ίδια η επιστημονική γνώση που καθοδηγεί τις ιατρικές αποφάσεις στις ΗΠΑ, καθώς και η συνεχής εξέλιξη θεραπειών για διάφορες ασθένειες.
Οι ανοσοθεραπείες που σώζουν ζωές από τον καρκίνο, για παράδειγμα, βασίζονται σε χρηματοδότηση από το NIH, όπως και αρκετές γονιδιακές θεραπείες που απέφεραν θετικά αποτελέσματα για πρώτη φορά φέτος στη θεραπεία ασθενειών όπως η χορεία του Χάντινγκτον, η σπάνια γενετική νόσος των νεογνών, και η υψηλή χοληστερόλη.
Αυτές οι θεραπείες, καθώς και άλλες, ενδέχεται να προσφέρουν θεραπείες για πολλές παθήσεις στο μέλλον.
Χωρίς την απαραίτητη έρευνα που καθιστά δυνατές τέτοιες προόδους, ο ρυθμός καινοτόμων θεραπειών που μπορούν να σώσουν ζωές και να μειώσουν το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης ενδέχεται να μειωθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια, προειδοποιούν οι ειδικοί. Και καθώς οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, η ανάγκη για θεραπείες που ακόμη δεν έχουν καν ανακαλυφθεί μπορεί να καταστεί πιο επιτακτική από ποτέ.
Πανεπιστήμια: Μειωμένη χρηματοδότηση και ελευθερία λόγου
Κατά τη διάρκεια του 2025, τα αμερικανικά πανεπιστήμια βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας σειράς αμφιλεγόμενων πολιτικών πρωτοβουλιών που επηρέασαν τη λειτουργία τους και την ακαδημαϊκή ελευθερία.
Ο Τραμπ, επικεντρωμένος στην προώθηση της «ελευθερίας του λόγου», διατύπωσε σφοδρή κριτική στην επιρροή της αριστερής ιδεολογίας στις πανεπιστημιακές κοινότητες, κατηγορώντας τα ιδρύματα για περιορισμό των συντηρητικών φωνών.
Ως απάντηση, η κυβέρνησή του υιοθέτησε πολιτικές που απαιτούσαν από τα πανεπιστήμια να προστατεύουν την ελευθερία λόγου ή να κινδυνεύουν με απώλεια κρατικής χρηματοδότησης.
Παράλληλα, προχώρησε σε μειώσεις της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης για τα δημόσια πανεπιστήμια και τη μείωση των επιχορηγήσεων για ερευνητικά προγράμματα. Στόχος του ήταν να περιορίσει τη χρηματοδότηση σε τομείς που θεωρούσε μη ευθυγραμμισμένους με τις κυβερνητικές προτεραιότητες, όπως η έρευνα για την κλιματική αλλαγή.
Η περιορισμένη χρηματοδότηση συνέβαλε στην οικονομική ασφυξία για πολλές πανεπιστημιακές μονάδες, ενώ η μείωση του προσωπικού και της υποστήριξης έθεσε σε κίνδυνο την ποιότητα των ακαδημαϊκών προγραμμάτων.
Οι πολιτικές του Τραμπ προκάλεσαν αντιδράσεις από ακαδημαϊκούς και φοιτητές, οι οποίοι εκφράστηκαν για την υπονόμευση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της έρευνας. Η κριτική αυτή εντάθηκε όταν οι προσπάθειες του Λευκού Οίκου να προωθήσει τις συντηρητικές αξίες έρχονταν σε σύγκρουση με τις βασικές αρχές της ανώτατης εκπαίδευσης.
Η πολιτική του Τραμπ για τους δασμούς στα φάρμακα: Αποφάσεις και αποτελέσματα
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ ανακοίνωσε και εφάρμοσε μία πρωτόγνωρη πολιτική για τους δασμούς στα φάρμακα, που αποτέλεσε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα και στρατηγικά βήματα στην προσπάθεια της κυβέρνησής του να μειώσει το εμπορικό έλλειμμα και να ενισχύσει την αμερικανική βιομηχανία.
Οι υψηλοί δασμοί στους εισαγόμενους φαρμακευτικούς κλάδους είχαν ως κύριο στόχο να καταστήσουν τα φάρμακα πιο φθηνά για τους Αμερικανούς, ενώ ταυτόχρονα να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή.
Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα επιβληθούν δασμοί έως και 100% σε πολλά εισαγόμενα “επώνυμα” φάρμακα, τα οποία παρασκευάζονται εκτός ΗΠΑ. Αυτός ο σχεδιασμός είχε ως σκοπό να αναγκάσει τις φαρμακευτικές εταιρείες να κατασκευάζουν τα φάρμακά τους στις ΗΠΑ, ενισχύοντας έτσι την αμερικανική βιομηχανία και μειώνοντας τις τιμές μέσω της εγχώριας παραγωγής.
Ωστόσο, η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τις φαρμακευτικές εταιρείες, οι οποίες αντέτειναν ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αυξημένες τιμές για τους αμερικανούς καταναλωτές, ιδιαίτερα για τα γενόσημα φάρμακα.
Παρά τις αρχικές εξαγγελίες για άμεση εφαρμογή των δασμών τον Οκτώβριο του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ αναγκάστηκε να αναβάλει την πλήρη εφαρμογή τους. Αντίθετα, η απειλή των υψηλών δασμών χρησιμοποιήθηκε ως διαπραγματευτικό εργαλείο για να πιέσει τις φαρμακευτικές εταιρείες να μειώσουν τις τιμές των φαρμάκων τους στην αμερικανική αγορά.
Αυτή η στρατηγική απέφερε κάποια θετικά αποτελέσματα, καθώς πολλές μεγάλες φαρμακευτικές συμφώνησαν να μειώσουν τις τιμές τους, προκειμένου να αποφύγουν την επιβολή των δασμών. Εταιρείες όπως οι Pfizer, AstraZeneca και Eli Lilly συμφώνησαν σε μειώσεις τιμών για ορισμένα φάρμακα, όπως αντικαταθλιπτικά και φάρμακα για τον διαβήτη.
Η συμφωνία αυτή δημιούργησε ένα κλίμα αβεβαιότητας στην αγορά, καθώς πολλές φαρμακευτικές εταιρείες αναγκάστηκαν να εξετάσουν τη δυνατότητα αύξησης της παραγωγής εντός ΗΠΑ, προκειμένου να αποφύγουν τα αυξημένα κόστη από τους δασμούς.
Από την άλλη πλευρά, η εφαρμογή αυτών των μέτρων δημιούργησε αντιδράσεις από διεθνείς εμπορικούς εταίρους και πολιτικούς αναλυτές, οι οποίοι υποστήριξαν ότι οι υψηλοί δασμοί θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυξημένες τιμές για τα φάρμακα στη διεθνή αγορά, καθώς οι φαρμακοβιομηχανίες θα αναγκάζονταν να μετακυλίσουν το κόστος στους καταναλωτές.
Αν και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι ακόμα αβέβαια, είναι σαφές ότι η στρατηγική του Τραμπ έχει αναδείξει τις εντάσεις μεταξύ των κυβερνήσεων, των φαρμακευτικών εταιρειών και των καταναλωτών.
Οι δασμοί, αν και δεν εφαρμόστηκαν πλήρως, παρέμειναν ως απειλή για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και τη μείωση των τιμών, αν και το τελικό αποτέλεσμα για τους αμερικανούς πολίτες παραμένει υπό αμφισβήτηση.