Ψυχανάλυση και Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία: έχουν μέλλον;

Διαβάζεται σε 12'
Ψυχανάλυση και Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία: έχουν μέλλον;
ISTOCK

Μέρος 2: Στην εποχή της ψυχο-ευκολίας.

Στο πρώτο μέρος του κειμένου μου, έγραφα : «Στη χώρα μας, με το ταμπού του « Ψ » να έχει υποχωρήσει αρκετά αλλά και με τη συνειδητοποίηση από μεγάλο αριθμό ανθρώπων ότι η φροντίδα της ψυχικής υγείας είναι σημαντική και δεν αποτελεί ένα λούσο, έχει αναπτυχθεί ο τομέας της ψυχοθεραπείας. Παράλληλα αναπτύσσονται ( ή, μήπως, αναφύονται σα μανιτάρια; ) δομές και επαγγελματίες « Ψ υποστήριξης », πολυϊατρεία (πολυκαταστήματα ; ), κέντρα, ινστιτούτα, πλατφόρμες που υπόσχονται « ευρυθμία », «ευεξία », « ευ ζην » σε χαμηλό κόστος, γρήγορα και, μάλιστα, χωρίς …κόπο κ.ο.κ με την ταμπέλλα της «ψυχοθεραπείας ». Αρκετές φορές, κάποιες από τις παραπάνω υπηρεσίες και επαγγελματίες φορούν, επιπλέον, το φύλλο συκής της ψυχαναλυτικής προσέγγισης».

Τι γίνεται, λοιπόν, στην πράξη;

Ας μου επιτραπεί, εδώ, να μοιραστώ κάτι από την κλινική μου εμπειρία, πριν αναπτύξω κάποιες σκέψεις.

Η Αλίκη ( το όνομα της θεραπευόμενής μου ήταν, φυσικά, διαφορετικό. Επέλεξα το « Αλίκη » με βάση τη γνωστή Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων. Η νεαρή αυτή θεραπευόμενη είχε την παιδική περιέργεια, το θάρρος και το χιούμορ της Αλίκης ), ήταν μια φοιτήτρια ιατρικής, 20χρονών. Ήρθε στο ιατρείο μου, στο Παρίσι, μετά από παραπομπή ενός Γάλλου συναδέλφου. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, όπου είχε πλέον εμπεδωθεί μια αρχική εμπιστοσύνη, η Αλίκη έκανε ένα σχόλιο σχετικά με το «παρά-ξένο», δηλαδή μη-γαλλικό, επίθετό μου, Ekonomides. Αυτό το σχόλιο μου έδωσε την ευκαιρία να την προτρέψω να μου μιλήσει, πιο αναλυτικά, για το πως έφτασε σε μένα. Μου είπε ότι είχε ανοίξει τον τηλεφωνικό κατάλογο του 11ου και 12ου διαμερίσματος του Παρισιού, γιατί ήθελε ένα ψυχοθεραπευτή σε αυτά τα διαμερίσματα. Έμενε στο 11ο και πήγαινε στην Ιατρική Σχολή που έδρευε στο 12ο . Είχε επιλέξει το συνάδελφο (με το γαλλικότατο όνομα ) και έμενα διότι, μαζί με τη γεωγραφική εγγύτητα, υπήρχε και κάτι άλλο, κάτι το απροσδιόριστο, ένα ψυχανέμισμα, το οποίο την είχε τραβήξει σε αυτά τα δύο επίθετα.

Το επεξεργαστήκαμε στη συνέχεια της θεραπείας και προέκυψαν τα εξής: μας είχε επιλέξει με βάση ένα ασυνείδητο παιχνίδι « εγγύτητας/απόστασης ». Ο Γάλλος συνάδελφος είχε ένα κλασσικό γαλλικό όνομα και επίθετο. Επίσης, το επίθετό του ήταν ίδιο με το επίθετο του Γάλλου ηγέτη της Αντίστασης κατά των Γερμανών, Jean Moulin, ο οποίος είχε συλληφθεί από τη Γκεστάπο και δολοφονήθηκε στη συνέχεια τον Ιούλιο του 1943. Αυτός ο αγωνιστής ήταν, για την Αλίκη, όπως και για άλλους Γάλλους, αυτός που εξεγέρθηκε, που τόλμησε, αυτός που βγήκε από τα όρια της συνενοχής και της συνεργασίας της γαλλικής κυβέρνησης του Βισύ, αλλά και πολλών Γάλλων « απλών πολιτών », με τους ναζί.

Η Αλίκη απευθύνθηκε, αρχικά, στο Γάλλο συνάδελφο, δηλαδή στον πιο κοντινό. Στον οικείο και κοντινό πολιτισμικά αλλά, κυρίως, στον « ψυχικό » συμπατριώτη της, το συμπατριώτη που τόλμησε να εναντιωθεί στο Κακό. Ο Γάλλος συνάδελφος Jean François Moulin μην έχοντας διαθεσιμότητα εκείνη την περίοδο, την παρέπεμψε σε εμένα, χωρίς, μάλιστα, ο ίδιος να ξέρει ότι η Αλίκη με είχε σα δεύτερη επιλογή! Τελικά, η τύχη έφερε τη Αλίκη « κοντά » στο δεύτερο ψυχοθεραπευτή, που είχε επιλέξει με βάση το ασυνείδητό της. Τον Ξένο, με το « παράξενο » όνομα [ étrange: παράξενος vs étranger: ξένος]. Το όνομα μου την παρέπεμπε, όπως είπε, ταυτόχρονα στην Αρχαία Ελλάδα και την Ισπανία, λόγω της κατάληξης -des. Ένα όνομα, λοιπόν, που σε ψυχικό αλλά και σε απτό επίπεδο, είχε κάτι το μακρινό: α. μετανάστης ή παιδί μεταναστών, πάντως όχι βέρος Γάλλος. β. Όνομα από τόπους « μακρινούς » στο χρόνο ( Αρχαία Ελλάδα ) και στην απόσταση ( « εκτός συνόρων » ). Ταυτόχρονα τόποι « οικείοι » και « καλοί » : η Αρχαία Ελλάδα, ως λίκνο του Δυτικού πολιτισμού και της δημοκρατίας, η δημοκρατική Ισπανία του Εμφυλίου 1936-39.

Και, μιας και η Τύχη αρέσκεται να μας παίζει παιχνίδια, με τον « οικείο » για την Αλίκη, Γάλλο συνάδελφο, τον καλό και αγαπημένο Jean- François Moulin γνωριζόμασταν! Μαζί με την αμοιβαία αλληλεκτίμηση και εμπιστοσύνη στο επαγγελματικό πεδίο, μας συνέδεε και μια αδελφική φιλία! Πράγμα το οποίο η Αλίκη δεν μπορούσε να γνωρίζει, ούτε, φυσικά, το έμαθε ποτέ. Έτσι είναι οι καραμπόλες της Τύχης…

Η Αλίκη, λόγω της οικογενειακής της ιστορίας, είχε ένα σημαντικό πρόβλημα εμπιστοσύνης απέναντι στους άλλους όπως και δυσκολία με την εγγύτητα. Αυτό την οδηγούσε, από τη μία σε προσκολλητικές και εξαρτητικές σχέσεις και, από την άλλη σε παρορμητικές πράξεις, σε εξεγέρσεις, που εκείνη θεωρούσε «επαναστάσεις» ( η θεώρηση της Αλίκης που τη συνέδεε ψυχικά με την Αθηναϊκή Δημοκρατία, τον Ισπανικό Εμφύλιο, το όνομα του εκτελεσμένου Γάλλου πατριώτη το 1943 ), σε πετάγματα « αυτονομίας », όπως, παραδείγματος χάριν, το να βρει ψυχοθεραπευτή μόνη της, από το Χρυσό Οδηγό, με βάση τη διαίσθηση και τη γεωγραφία, αντί να ρωτήσει κάποιον γνωστό της, πράγμα πολύ πιο σύνηθες όταν οι άνθρωποι ψάχνουν για γιατρό και, πιο ιδιαίτερα, για ψυχοθεραπευτή.

Η Αλίκη είχε μιλήσει τηλεφωνικά αλλά αυτό δεν έπαυε να είναι μια διά ζώσης συνομιλία, με τον Jean-François Moulin και στη συνέχεια ήρθε σε μένα, όπου, εξίσου διά ζώσης, μπόρεσε να ξεδιπλώσει την προβληματική της, που αφορούσε το κοντά/μακριά, και το εμπιστοσύνη-μόνο-στον-εαυτό-μου-και-την τύχη/δυσπιστία-προς-τους-άλλους.

Κάποιο χρονικό διάστημα μετά τη συνεδρία, κατά την οποία είχε μιλήσει για το « παρά-ξένο » επίθετό μου, τον « Γάλλο », τον «Ξένο» και το τυχαίο της επιλογής της, αναφέρθηκε ξανά στο πως επέλεξε ψυχοθεραπευτή λέγοντας: « Όταν το σκέφτομαι τώρα, νιώθω ίλιγγο. Εμπιστεύτηκα την ψυχική μου υγεία σε δύο αγνώστους!… Πρέπει να ήμουν για δέσιμο …!» και έβαλε τα κλάματα. Η Αλίκη φυσικά και δεν « ήταν για δέσιμο »… Ήταν μια πονεμένη νεαρή κοπέλα, ένα παιδί χαμένο στο Απαγορευμένο Δάσος, κάποιο βράδυ με καταιγίδα, με Παράφρονες και Βόλντεμορτ τριγύρω (βλ. Χάρυ Πόττερ)﮲ ένα μικρομέγαλο παιδί, που είχε μάθει να « τα βγάζει πέρα μόνη της από μικρή. Και, φυσικά, αυτό μπορούσε να την κάνει να ριψοκινδυνεύσει. Επιτέλους, όμως, μπορούσε να μιλήσει για το φόβο της ελεύθερα και να κλάψει ελεύθερα…

Πως θα μπορούσαν να είχαν συμβεί όλα αυτά, χωρίς να είχε υπάρξει, πριν απ’ όλα, μια «υποδοχή»; Κάποια ή κάποιος που να ανοίξει την πόρτα, χωρίς να κρίνει, χωρίς να απαιτεί, χωρίς να κανοναρχεί, χωρίς να θέλει να επιδιορθώσει το « προβληματικό ανθρώπινο μηχάνημα » και να το παραδώσει « λειτουργικό » στην οικογένεια, την πατρίδα, την κοινωνία, την αγορά ; Πως θα μπορούσε να συμβεί « το θαύμα [ που ] συντελέστηκε, θαρρώ, στο χώρο του αοράτου » εάν δεν υπήρχε ο χρόνος και η ψυχική διαθεσιμότητα των δύο συνοδοιπόρων ;

Είναι δυνατόν να ανοίξει και να ξεδιπλώσει την ψυχή του ένας άνθρωπος εάν δεν του προσφερθούν συνθήκες, χρόνος, ψυχική διαθεσιμότητα ούτως ώστε να νιώσει εμπιστοσύνη και βεβαιότητα ότι

α. κάποιος τον υποδέχεται. Επιμένω να υπογραμμίζω την έννοια της υποδοχής, την οποία συνάντηση στη γαλλική ψυχανάλυση. Είναι ένα θεμελιώδες, ένα πρωταρχικό βήμα, που προηγείται από την αποδοχή, την απόρριψη ή ό,τι άλλο. Είναι η ανοιχτή πόρτα, που έχει ανάγκη το κάθε ανθρώπινο ον, είτε πρόκειται για τον ερχομό του στη ζωή, είτε για τον έρωτα, τη φιλία, το σχολείο, την επαγγελματική σχέση κλπ.

β. κάποιος είναι διαθέσιμος για να ακούσει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις φαντασίες, τις τρέλες ( με και χωρίς εισαγωγικά ). Να συζητήσει για αυτά, να ακούσει τι σημαίνουν για την θεραπευόμενη και το θεραπευόμενο κι όχι να του επιβάλλει αυτό που λέει η κοινή λογική, η κοινωνία, η οικογένεια κ.ο.κ. για αυτά. Να ψάξει μαζί του για το τι άλλο μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτά. Κάτι που κρύβεται φοβισμένο, ντροπαλό, ενοχικό, παραληρηματικό…

Οι Ψυχανάλυση και οι Ψυχαναλυτικές Ψυχοθεραπείες απαιτούν, όντως, χρόνο, ψυχικό χώρο, σκέψη, πόνο σε αρκετές φάσεις, χρήμα. Τα αποτελέσματα δεν έρχονται άμεσα. Ή έτσι φαίνεται…!

Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να δηλώσω το εξής.

Πιθανόν, αυτό που θα ακολουθήσει να ακουστεί, σε κάποιες και κάποιους, παράδοξο, αντιφατικό, παλαβό, διότι για κάποιους, ο ψυχοθεραπευτής οφείλει να είναι ένα υπερ-ορθολογικό, άκαμπτο – σα να έχει καταπιεί μπαστούνι – ον, το οποίο, κατά συνέπεια, δεν επιτρέπεται να λέει παράδοξα, « αντιφατικά » και « παλαβά » πράγματα. Αυτή η προσμονή είναι κατανοητή από την πλευρά των θεραπευόμενων, δυστυχώς όμως συμβαίνει και με ευθύνη αρκετών Ψ, οι οποίοι ταυτίζουν την επαγγελματική στάση και την ουδετερότητα, με κάτι το μηχανικό και άψυχο.

Σε μια τέτοια, λοιπόν, αντίδραση, έχω να πω: « Άκουσον δε …».

Θεωρώ ότι κάθε άνθρωπός έχει δικαίωμα να επιλέγει τον τρόπο, που του ταιριάζει για να βρει μια μορφή ψυχικής γαλήνης. Από τη στιγμή που δεν βλάπτει τους τριγύρω του, ούτε βλάπτει υπερβολικά τον εαυτό του, μπορεί να επιλέξει π.χ. μια πρακτική συμβουλευτικής υποβοήθησης, έναν πνευματικό, τη γιόγκα, το σπορ ακόμα και την αστρολογία. Μπορεί, επίσης, να επιλέξει κάποια μορφή… ψυχο-ξεπλύματος. Σε όλες τις περιπτώσεις, θεωρώ και υποστηρίζω, ότι δικαιούται να επιλέξει αυτό που του ταιριάζει και να « πάει πέρα στην τιμή και τη συνείδησή του». Εννοώ, με αυτό το στίχο του Καβάφη, ότι ένας άνθρωπος, που έχει επιλέξει την τάδε ή δείνα μέθοδο για την ψυχική του γαλήνη, υλοποιεί το δικαίωμα της επιλογής του. Ταυτόχρονα, όμως, αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτήν την επιλογή και, επομένως, οφείλει να ακούσει ( να υποδεχτεί ) τυχόν διαφορετικές απόψεις ή και κριτικές για αυτήν. Δεν είμαι υπέρμαχος της κατάργησης π.χ. των τυχερών παιχνιδιών, του coaching, των μεθόδων ψυχικής ευρωστίας και ευζωίας, της αστρολογίας κλπ. Όμως, ταυτόχρονα με την υπεράσπιση του δικαιώματος να επιλέγει κάποιος οτιδήποτε νιώθει πως τον βοηθά, θα υπερασπιστώ και το δικαίωμα στον αντίλογο και την κριτική για αυτές τις μεθόδους.

Για να μπορεί, όμως, ένας άνθρωπος να αναλάβει την ευθύνη της επιλογής του, όπως ανέφερα παραπάνω, υπάρχουν δύο προϋποθέσεις: η μία είναι του πελάτη, δηλαδή, να έχει ενημερωθεί για τη μέθοδο και τον επαγγελματία που επιλέγει. Η άλλη προϋπόθεση αφορά τον επαγγελματία.

Έτσι, θα υπερασπιστώ, πριν και πάνω απ’ όλα, το να απαιτούμε από τους « ψυχοϋποστηρικτές » να μη δηλώνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Είναι ζήτημα δεοντολογίας και επαγγελματισμού. Είναι ευθύνη για την ψυχοσυναισθηματική προστασία του ανθρώπου, ο οποίος προσφεύγει σε αυτούς. Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο επαγγελματίας δηλώνει αυτό που πραγματικά πράττει, ο κάθε άνθρωπος είναι ενήμερος και, έτσι, επιλέγει αυτό που προτιμά, αυτό που του ταιριάζει αλλά και αυτό που αντέχει ψυχικά. Το να παρουσιάζονται ως « ψυχοθεραπείες » και « ψυχανάλυση », πρακτικές που δεν έχουν τη δομή και το περιεχόμενο που απαιτούν η ψυχοθεραπεία και η ψυχανάλυση, εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η ψυχική ισορροπία του ανθρώπου που προσέρχεται σε κάποια μέθοδο ψυχοϋποστήριξης, η οποία υποδύεται μια μορφή ψυχοθεραπείας ή την ψυχανάλυση. Ο « θεραπευόμενος » περιμένει κάτι, φαντάζεται ότι κάνει κάτι, το οποίο, όμως, σε αυτές τις περιπτώσεις δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Αυτό και μόνο, είναι διαταρακτικό και τραυματικό για τον ψυχισμό. Είναι σαν ένα παιδί που « έρχεται » ( το φέρουν οι γονείς ) στον κόσμο και, ενώ περιμένει φροντίδα, στήριξη, χαρά, ζεστασιά, πλαισίωση συναντά ελλείματα, εγκατάλειψη, ψέμα, παγωνιά, κακοποίηση.

Όταν, αντιθέτως, ένας άνθρωπος γνωρίζει ότι παίρνει π.χ. πρακτικές συμβουλές και υποστήριξη χωρίς να του υπόσχονται μια εξερεύνηση της προσωπικής του ιστορίας σε βάθος, όταν ξέρει ότι κάνει coaching ή, γιατί όχι, ότι παίρνει αστρολογικές συμβουλές – και δεν το γράφω με καμία απαξιωτική διάθεση – κ.ο.κ, ξέρει τι πορεία ακολουθεί και δεν περιμένει κάτι άλλο. Μπορεί ασυνείδητα να περιμένει και κάτι άλλο. Αυτό είναι ανθρώπινο και, εν πολλοίς, αναπόφευκτό. Όμως, επειδή, εξ αρχής, το πλαίσιο είναι ξεκάθαρο εκ μέρους του επαγγελματία, εάν ο πελάτης δεν ικανοποιηθεί, εάν ματαιωθεί από την μέθοδο που επέλεξε, μπορεί – σε τελευταία ανάλυση – να θυμώσει με τον εαυτό του που δεν επέλεξε κάτι άλλο και, συνειδητοποιώντας ότι αυτή η πρακτική δεν τον βοήθησε, να πενθήσει την αποτυχημένη προσπάθεια και να ψάξει για κάτι πιο πρόσφορο. Δεν θα νιώσει, και δεν δικαιούται να νιώσει, προδομένο και εγκαταλελειμμένος. Εάν, όμως, ο επαγγελματίας του λέει ότι κάνει ψυχοθεραπεία ή ψυχανάλυση και ο πελάτης δεν λαμβάνει αυτό που αναλογεί σε αυτές τις πρακτικές, δικαίως θα νιώσει προδομένος και εγκαταλελειμμένος. Μπορεί, ακόμη, εξαιτίας μιας τέτοιας συνθήκης να γίνει δύσπιστος απέναντι στους Ψ, εν γένει. Μπορεί, πολύ πιθανά, αυτή η ψευδής κατάσταση να ξυπνήσει μέσα του τραύματα της παιδικής ηλικίας και μάλιστα σε μια συνθήκη και με έναν « θεραπευτή », που δεν θα μπορούν να υποδεχτούν την αναβίωση του τραύματος και να λειτουργήσουν θεραπευτικά. Αντίθετα, κινδυνεύει να υποστεί ένα δεύτερο τραύμα πάνω στο παιδικό.

Ας αναρωτηθούμε και ας σκεφτούμε, λοιπόν, εάν μπορεί να λειτουργήσει ως θεραπευτική υποδοχή ένα ψυχρό, διαδικτυακό ερωτηματολόγιο. Ας αναρωτηθούμε και ας σκεφτούμε εάν μπορούν να βοηθήσουν πραγματικά, υπηρεσίες γεμάτες υποσχέσεις για γρήγορες και φθηνές λύσεις, υπηρεσίες εύκολης γιατρειάς χωρίς τη βάσανο και τον κόπο της ψυχοθεραπείας, υπηρεσίες που ενώ αποτελούν έναν αχταρμά ( και όχι σύνθεση ) πρακτικών χρησιμοποιούν τον βαρύγδουπο και πολλά υποσχόμενο τίτλο «ψυχοθεραπεία » ή «ψυχανάλυση » ;

Τελειώνοντας, ας υπογραμμίσω κάτι το διασκεδαστικό αλλά και το αξιοσημείωτο.

Ας μη γελιόμαστε…

130 χρόνια μετά την έναρξη του ψυχαναλυτικού ταξιδιού, θεωρώντας ως εναρκτήριο λάκτισμα τις « Μελέτες για την Υστερία » των Φρόϋντ και Μπρόΐερ το 1895, όσο και εάν η ψυχανάλυση κριτικάρεται από άλλα ψυχοθεραπευτικά ρεύματα , όσο και εάν απαξιώνεται ως παρωχημένη ή, έστω, γραφική πρακτική από διάφορα ψυχοϋποστηρικτικά εγχειρήματα, όσο και εάν λοιδορείται, τελικά, όλοι …ψυχαναλυτές θέλουν να ονομάζονται !

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα