Ανάλυση: Γιατί το Target Model για το ρεύμα δεν λειτούργησε όπως αναμενόταν στην Ελλάδα
Διαβάζεται σε 7'
Από την ολιγοπωλιακή αγορά στην κοινωνικά δίκαιη ενέργεια: Θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του Target Model
- 21 Ιανουαρίου 2026 14:34
Πέντε χρόνια μετά την πλήρη εφαρμογή του ευρωπαϊκού Target Model στην Ελλάδα, η υπόσχεση για χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και ουσιαστικό ανταγωνισμό παραμένει ανεκπλήρωτη. Παρά το άνοιγμα της αγοράς και την τυπική ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, ο ανταγωνισμός παραμένει περιορισμένος και η μεταβλητότητα των τιμών υψηλή, με αποτέλεσμα οι τιμές του ρεύματος να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και να διευρύνεται η ενεργειακή φτώχεια στη χώρα μας. Το πρόβλημα δεν είναι ωστόσο συγκυριακό, όπως συχνά προβάλλεται, αλλά βαθιά δομικό.
Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης 2021–2023 κατέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο τα όρια της αυτορρύθμισης στην αγορά ενέργειας. Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με απότομες αυξήσεις τιμών, οι οποίες μετακυλίστηκαν στους καταναλωτές, ενώ το κράτος αναγκάστηκε να παρέμβει εκτεταμένα με επιδοτήσεις και έκτακτα μέτρα για να απορροφήσει μέρος του κόστους. Παρά τη σημαντική δημοσιονομική προσπάθεια, τα δομικά χαρακτηριστικά της αγοράς παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητα, με αποτέλεσμα οι ίδιες πιέσεις να επανεμφανίζονται κάθε φορά που η κρατική στήριξη υποχωρεί.
Μια άνιση αγορά περιορισμένου ανταγωνισμού
Η ελληνική χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας χαρακτηρίζεται από ολιγοπωλιακή διάρθρωση, η οποία δημιουργεί αυξημένους κινδύνους συντονισμένης συμπεριφοράς μεταξύ των συμμετεχόντων. Η παραγωγή και η προμήθεια συγκεντρώνονται σε λίγους καθετοποιημένους ομίλους, ενώ η προθεσμιακή αγορά εμφανίζει χαμηλή ρευστότητα. Παράλληλα, η χώρα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από το φυσικό αέριο, το οποίο λειτουργεί συχνά ως οριακή τεχνολογία διαμόρφωσης των τιμών. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις και με περιορισμένη ανθεκτικότητα σε γεωπολιτικές κρίσεις.
Παράλληλα, οι στρεβλώσεις αυτές δεν πλήττουν όλους τους καταναλωτές με τον ίδιο τρόπο. Η υφιστάμενη αρχιτεκτονική της αγοράς δημιουργεί ανισότητες και εντός της ζήτησης: μεγάλες επιχειρήσεις και όμιλοι έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε εργαλεία σταθεροποίησης του κόστους, ενώ νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκτίθενται δυσανάλογα στη μεταβλητότητα των τιμών. Η ενεργειακή φτώχεια παραμένει εκτεταμένη, όχι μόνο ως αδυναμία επαρκούς θέρμανσης τον χειμώνα, αλλά και ως αδυναμία επαρκούς ψύξης το καλοκαίρι, ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό Νότο.
Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις και τα όριά τους
Κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης, η ελληνική κυβέρνηση, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, επέλεξε να επικεντρώσει τις παρεμβάσεις της κυρίως στη ζήτηση. Επιδοτήσεις λογαριασμών, μηχανισμοί ανάκτησης υπερεσόδων και προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας λειτούργησαν ως προσωρινό «μαξιλάρι» για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ωστόσο, η εμπειρία έδειξε ότι χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές, το πρόβλημα επανεμφανίζεται κάθε φορά που η κρατική στήριξη μειώνεται.
Η παρατεταμένη στήριξη της κατανάλωσης, αν και κοινωνικά αναγκαία σε συνθήκες κρίσης, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αναγκαία ρύθμιση των ίδιων των μηχανισμών της αγοράς. Αντίθετα, όταν παραμένει οριζόντια και μακροχρόνια, μειώνει την πολιτική και ρυθμιστική πίεση για θεσμικές μεταρρυθμίσεις και αφήνει περιθώρια διατήρησης υπερεσόδων σε ένα περιβάλλον περιορισμένου ανταγωνισμού.
Η ευκαιρία για διόρθωση εντός του Target Model
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στο ίδιο το Target Model, όσο στον τρόπο εφαρμογής του στην Ελλάδα. Η αναγκαία απάντηση δεν είναι η απόρριψή του, αλλά η διόρθωση και συμπλήρωσή του με βάση τα εργαλεία που ήδη προβλέπει το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Ένα πρώτο τέτοιο εργαλείο είναι η ενίσχυση των μακροχρόνιων διμερών συμβολαίων (PPAs) και της προθεσμιακής αγοράς. Τα PPAs μπορούν να προσφέρουν σταθερότητα τόσο στους παραγωγούς όσο και στους καταναλωτές, μειώνοντας την έκθεση στη βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα. Σήμερα, όμως, η πρόσβαση σε αυτά αφορά κυρίως μεγάλους καταναλωτές με ισχυρή πιστοληπτική ικανότητα. Για μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου κυριαρχούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, απαιτούνται στοχευμένες παρεμβάσεις που θα διευρύνουν τη συμμετοχή τους σε εργαλεία σταθεροποίησης του ενεργειακού κόστους, όπως σχήματα ομαδοποίησης ζήτησης, τυποποιημένα συμβατικά προϊόντα και μηχανισμοί δημόσιας εγγύησης συμβατοί με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Συμπληρωματικά, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα αμφίδρομα Συμβόλαια Διαφοράς (two-way CfDs), τα οποία κατοχυρώνονται ρητά στο πλαίσιο της πρόσφατης ευρωπαϊκής μεταρρύθμισης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο τη σταθεροποίηση των τιμών και την προστασία των καταναλωτών. Τα CfDs επιτρέπουν τη σταθεροποίηση των εσόδων των παραγωγών ΑΠΕ, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζουν ότι, όταν οι τιμές υπερβαίνουν ένα προκαθορισμένο επίπεδο, τα υπερέσοδα επιστρέφουν στους καταναλωτές. Με αυτόν τον τρόπο, περιορίζεται η μεταβλητότητα, προστατεύεται η κοινωνία από ακραίες αυξήσεις και μειώνεται η ανάγκη εκ των υστέρων επιδοτήσεων.
Ένα δεύτερο κρίσιμο πεδίο είναι η αγορά εξισορρόπησης, η οποία έχει εξελιχθεί σε σημαντική πηγή κόστους για το σύνολο των καταναλωτών. Η αναμόρφωση των κανόνων της, η καλύτερη αξιοποίηση των εσόδων από τις διασυνδέσεις και η ενίσχυση της διαφάνειας μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά τις επιβαρύνσεις. Παράλληλα, η ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης αγοράς ευελιξίας με αποθήκευση, απόκριση ζήτησης και ψηφιακά εργαλεία μπορεί να βελτιώσει τη σταθερότητα του συστήματος σε συνθήκες υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ.
Ρύθμιση, διαφάνεια και ο ρόλος της ΡΑΑΕΥ
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση διαδραματίζει η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ). Παρότι έχουν γίνει βήματα προς την κατεύθυνση της διαφάνειας, η Αρχή παραμένει υποστελεχωμένη και με περιορισμένη επιχειρησιακή δυνατότητα σε σύγκριση με αντίστοιχες ευρωπαϊκές αρχές. Η ενίσχυσή της σε ανθρώπινους πόρους, τεχνική επάρκεια και ουσιαστική ανεξαρτησία αποτελεί προϋπόθεση για αξιόπιστη εποπτεία της αγοράς.
Η συζήτηση για ανοικτά δεδομένα δεν αφορά απλώς τη δημοσίευση στοιχείων, η οποία σε κάποιο βαθμό ήδη πραγματοποιείται, αλλά τη συστηματική, συγκρίσιμη και έγκαιρη πρόσβαση σε κρίσιμα δεδομένα για όλους τους μηχανισμούς της αγοράς. Σήμερα, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι συχνά κατακερματισμένα και παρουσιάζονται σε διαφορετικές μορφές. Η αναβάθμιση της διαφάνειας προϋποθέτει την παροχή τυποποιημένων δεδομένων και συγκρίσιμων δεικτών κόστους ή υποκείμενων παραγόντων ανά τεχνολογία, σε επίπεδο συμβατό με το ρυθμιστικό πλαίσιο και την προστασία εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, ώστε να περιορίζεται η ασύμμετρη πληροφόρηση και να ενισχύεται η ουσιαστική εποπτεία της αγοράς. Χωρίς πραγματική διαφάνεια, ενισχύεται η ασύμμετρη πληροφόρηση και αυξάνονται οι κίνδυνοι στρεβλώσεων ή χειραγώγησης, ακόμη και όταν δεν παραβιάζονται τυπικά οι κανόνες της αγοράς.
Η ενέργεια ως κοινωνικό αγαθό – ενεργειακή δημοκρατία
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία αναγνωρίζει ότι η ενέργεια δεν είναι ένα ακόμη εμπόρευμα. Μέσω των Υπηρεσιών Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος και των Υποχρεώσεων Δημόσιας Υπηρεσίας, τα κράτη μέλη μπορούν να διασφαλίζουν καθολική και προσιτή πρόσβαση, ακόμη και με παρεκκλίσεις από τους κανόνες του ανταγωνισμού όταν αυτό είναι αναγκαίο.
Στην Ελλάδα, οι ΥΓΟΣ εφαρμόζονται ήδη μέσω των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας και του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου, αλλά συχνά αντιμετωπίζονται περιοριστικά ως απλοί μηχανισμοί επιδότησης. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι μπορούν να λειτουργήσουν πιο διαρθρωτικά: μέσω σταθερών κοινωνικών τιμολογίων, ενεργειακού διαμοιρασμού και, όπου χρειάζεται, δημοτικών ή δημόσιων σχημάτων προμήθειας που ενισχύουν τον ανταγωνισμό «από τα κάτω».
Σημαντικό ρόλο σε αυτό το νέο παράδειγμα μπορούν να διαδραματίσουν και οι Ενεργειακές Κοινότητες. Οι Τοπικές Αγορές Ενέργειας επιτρέπουν τη σύνδεση της τοπικής παραγωγής ΑΠΕ με την τοπική κατανάλωση. Όταν οι πολίτες επωφελούνται άμεσα από την ενέργεια που παράγεται στην περιοχή τους, η κοινωνική αποδοχή των έργων αυξάνεται και η μετάβαση αποκτά δημοκρατικό χαρακτήρα.
Συμπεράσματα και προτάσεις πολιτικής
Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι προσωρινές επιδοματικές λύσεις δεν αρκούν. Απαιτείται μια συνεκτική δημόσια πολιτική που θα συνδυάζει:
- έναν ισχυρό και πραγματικά ανεξάρτητο ρυθμιστή,
- διαφάνεια και ουσιαστικά ανοικτά δεδομένα, με συγκρίσιμη και έγκαιρη πρόσβαση σε κρίσιμους δείκτες για όλους τους μηχανισμούς της αγοράς,
- ενίσχυση της προθεσμιακής αγοράς, των PPAs και των CfDs,
- αναμόρφωση της αγοράς εξισορρόπησης και ανάπτυξη αγορών ευελιξίας,
- ενεργό συμμετοχή πολιτών με τη συγκρότηση Τοπικών Αγορών Ενέργειας και Ενεργειακών Κοινοτήτων.
Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί το Target Model να λειτουργήσει προς όφελος της κοινωνίας. Η ενέργεια είναι βασική προϋπόθεση αξιοπρεπούς διαβίωσης και η πρόσβαση σε αυτήν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα. Η μετάβαση σε ένα βιώσιμο ενεργειακό σύστημα δεν μπορεί να αφεθεί αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς, αλλά απαιτεί ρύθμιση με βάση το γενικό κοινωνικό συμφέρον, δημόσια ευθύνη και ενεργό κοινωνική συμμετοχή.
* Κώστας Μυλωνάς, Research Engineer – Energy Systems | MSc Energy Science & Technology – Κείμενο πολιτικής στο Παρατηρητήριο Βιώσιμης Ανάπτυξης του Ινστιτούτου ΕΝΑ