iStock

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟ “ΤΡΑΥΜΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ”

Το σώμα των εργατριών μαθαίνει να είναι πάντα λειτουργικό αν και πάντα κουρασμένο. Η σκληρή πραγματικότητα της ζωής στο εργοστάσιο.

“Τύλιξε γρήγορα τα μαλλιά της πλεξίδα γύρω από το κεφάλι, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της από το πήλινο κανάτι κι έπιασε μάνι-μάνι να κάνει τις δουλειές. Ό,τι προλάβει, όπως πάντα και πιο βιαστικά ακόμα. Από τότε που δούλευε στο εργοστάσιο, ούτε στην αυλή δεν προλάβαινε να καθίσει, ούτε μια κουβέντα ν’ αλλάξει με τις γειτόνισσές της. Έφευγε νύχτα ακόμα”

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ίριδος Αυδή – Καλκάνη, “Εκείνο το πρωί: Πειραιάς 1892, Η πρώτη απεργία εργατριών στην Ελλάδα”

133 χρόνια μετά, εκατοντάδες εργάτριες στα εργοστάσια της χώρας αναγνωρίζουν σε αυτές τις γραμμές τον κομματιασμένο τους εαυτό.

Μία από αυτές και η Μελίνα.

Η Μελίνα δουλεύει στην γραμμή παραγωγής ενός εργοστασίου (το οποίο, σεβόμενοι την επιθυμία της, δεν θα κατονομάσουμε) εδώ και πέντε χρόνια. Έχει δύο παιδιά, μία κόρη 16 ετών και έναν γιο στα 11. Η ζωή της οργανώνεται γύρω από την καθημερινή αγωνία της επιβίωσης, την απουσία ύπνου και την εξάντληση που γίνεται κανονικότητα.

“Δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί” μου απάντησε σαστισμένη, όταν κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας τη ρώτησα πότε ξεκουράζεται. Αφελής κι εγώ. Πότε να ξεκουραστεί όταν 24 ώρες το 24ωρο πρέπει να είναι ”στο πόδι”;

“Όταν δουλεύω νύχτα, θα φύγω από το σπίτι γύρω στις 10. 11 παρά 10 χτυπάμε κάρτα και μπαίνουμε μέσα και δουλεύουμε μέχρι τις 7. Μετά φεύγω και φτάνω σπίτι κατά τις 7:35-7:40, ετοιμάζω τα πράγματα των παιδιών να πάνε σχολείο, μετά κάνω ένα μπάνιο, κοιμάμαι και σηκώνομαι πριν γυρίσουν. Κάνω όσες δουλειές μπορώ, τους μαγειρεύω και μετά το απόγευμα προσπαθώ να ξανακοιμηθώ, για να αντέξω στη δουλειά”, περιγράφει.

Η Μελίνα δεν δουλεύει μόνο νύχτα. Όπως και στα περισσότερα εργοστάσια, οι εργάτες και οι εργάτριες έχουν κυλιόμενο ωράριο. Πρωί – απόγευμα και βράδυ. Όμως, η πιο δύσκολη βάρδια είναι η νυχτερινή.

“Η νύχτα δεν αντέχεται” μου εξηγεί. “Απλά υπάρχεις. Κοιμάσαι και ξυπνάς αναγκαστικά. Δεν έχεις δύναμη να κάνεις κάτι άλλο. Όταν είμαι νύχτα, δεν περνάνε με τίποτα οι μέρες. Θα ήθελα να έχω μια πρωινή δουλειά, αλλά με 800 ευρώ τι να πρωτοκάνεις. Θα ήθελα να γυρίζω σπίτι μου το μεσημέρι ή το απόγευμα και να διαβάζω εγώ τα παιδιά, ή να βλέπουμε καμιά ταινία πριν κοιμηθούν και να περνάμε χρόνο μαζί. Τώρα δεν τα βλέπω. Ούτε όταν είμαι νύχτα ούτε όταν είμαι απόγευμα. Υπάρχουν φορές που είμαι νύχτα, και θέλει η κόρη μου το απόγευμα να μου πει κάτι και της λέω ότι θέλω να κοιμηθώ. “Αμάν ρε μαμά” μου λέει και αναγκάζομαι και ξυπνάω, γιατί θέλω να ξέρει ότι είμαι εδώ. Αλλά την ώρα που μου μιλάει, δεν είμαι εγώ. Δεν έχω το μυαλό. Δεν ξέρω πώς να στο εξηγήσω. Δεν υπαρχεις ως ανθρωπος, νιώθεις ότι είσαι ρομποτ. Είσαι εξαντλημένη και δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται. Καμιά φορά όταν πάω το παιδί στο σχολείο, συναντώ τις άλλες μαμάδες, μου λένε “πάμε να πιούμε έναν καφέ” και εγώ να σκέφτομαι “θέλω να πάω, αλλά αν πάω τι ώρα θα γυρίσω; πότε θα κοιμηθώ; δεν θα μπορέσω καν να μιλήσω, θα είμαι κομμάτια”, αφηγείται μεταξύ σύντομων παύσεων, σαν να έχει ανάγκη “να τα πει κάπου”.

Το σώμα της Μελίνας, όπως και χιλιάδων ακόμα ανθρώπων που σφυρηλατούνται στη γραμμή παραγωγής, έχει μάθει να είναι πάντα λειτουργικό αν και πάντα κουρασμένο. Και για τις γυναίκες αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο, καθώς καλούνται να ισορροπήσουν διαρκώς ανάμεσα στον ρόλο της εργάτριας, της μαμάς, της φροντίστριας, συνθλίβοντας κάθε έννοια προσωπικού χρόνου και αυτοφροντίδας.

iStock

Εκτός, όμως, από τη διαρκή εξάντληση, η δουλειά στο εργοστάσιο είναι συνώνυμη και του φόβου.

“Είσαι καθημερινά στον κίνδυνο” μου αναφέρει, συζητώντας για το πολύνεκρο εργατικό δυστύχημα στη μπισκοτοβιομηχανία “Βιολάντα” στα Τρίκαλα. “Χθες το βράδυ άκουσα έναν θόρυβο από τη μηχανή, και σκέφτηκα “λες θα πεθάνουμε;”. Και το φοβασαι αυτο, φοβασαι μην γίνει κάτι και δεν γυρισεις στα παιδια σου”.

Η Μελίνα έχει δει, μες στα χρόνια, δεκάδες συναδέλφους και συναδέλφισσές της να τραυματίζονται σοβαρά εν ώρα εργασίας. Έχει καταλάβει από πρώτο χέρι, ότι τα μέτρα ασφαλείας σπάνια προηγούνται των ατυχημάτων.

“Δεν γίνεται να βγάζουμε εμείς όλη τη δουλειά και εκείνοι να κοιτάνε πώς θα βγάζουν εκατομμύρια. Αν υπάρχει η δυνατότητα να φτιάξεις κάτι, να το ελέγξεις, γιατί να μην το κάνεις; Γιατί να πηγαίνουμε στη δουλειά χωρίς να ξέρουμε αν θα γυρίσουμε σπίτι;”.

“Όταν άλλαζε δουλειά, γινόταν η κανονική μαμά μου”

“Από τότε που θυμάμαι τη μητέρα μου, δούλευε στα εργοστάσια” μου λέει η Βάσια.

Η Βάσια περιγράφει τη ζωή στο εργοστάσιο ως μια βαθιά τραυματική εμπειρία, που ελάχιστα έχει μελετηθεί, και οι επιπτώσεις της αγγίζουν όχι μόνο όσους δουλεύουν στη γραμμή παραγωγής, αλλά και εκείνους που μένουν “πίσω”.

Το βίωμα που μπορεί να πάρει ένα παιδί από τη δουλειά στο εργοστάσιο μεταφέρεται κυρίως μέσω της σιωπής. Δεν υπάρχει κάποιος που θα γυρίσει και θα πει: ‘Πω, πόσο δύσκολα πέρασα σήμερα’ ή ‘Τι μου έτυχε’, γιατί είναι τόσο βαρύ όλο αυτό που κουβαλάνε, που δεν θέλουν να το μεταδώσουν στην οικογένειά τους. Το καταλαβαίνεις από τα χέρια τους, από τον τρόπο που κοιτάνε, από την ένταση της φωνής τους σε μια κατά τα άλλα ήρεμη στιγμή, και κυρίως από τους ήχους. Τους πρωινούς ήχους, όταν σηκώνεται η μάνα σου στις 2 το βράδυ για δουλειά ή φεύγει στις 10 το βράδυ και γυρίζει στις 6 το πρωί. Ή όταν πρέπει να κάνεις ησυχία σε ώρες που συνήθως δεν θα έπρεπε, γιατί πρέπει η μαμά σου να κοιμηθεί.”

Η Βάσια μου περιγράφει την καθημερινότητα της μητέρας της και είναι σαν να ακούω το καθημερινό πρόγραμμα της Μελίνας. Δουλειά, σπίτι, παιδιά, ελάχιστος ύπνος, μόνιμη κούραση.

“Όταν ερχόταν από τη δουλειά ήταν σαν ζόμπι. Ήταν σαν να της έχεις πάρει την ψυχή, ρε παιδί μου, δεν μπορώ να σου το εξηγήσω. Σαν να της έχεις ρουφήξει όλη την ενέργεια. Με πρησμένα μάτια, ψιλοχαμένη όπου κι αν κοίταζε. Απλά ήθελε να πέσει να κοιμηθεί”, θυμάται.

“Βάσια εσύ ήξερες τι δουλειά κάνει η μαμά σου ως παιδάκι;”, τη ρωτάω.

“Ήξερα, αλλά δεν καταλάβαινα ακριβώς τι σήμαινε στην πράξη. Το καταλάβαινα, όμως, από τη διαφορά που ένιωθα με τα άλλα παιδιά. Αυτό είναι κάτι πάρα πολύ χαρακτηριστικό, και το ένιωθα πολλές φορές μεγαλώνοντας. Και λόγω της εμφάνισης της μητέρας μου, γιατί όταν δουλεύεις στο εργοστάσιο, φαίνεται. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, αλλά πολλές φορές, όταν βλέπω γυναίκες στον δρόμο, μπορώ να καταλάβω αν δουλεύουν σε εργοστάσιο ή όχι. Έχουν μια άλλη εμφάνιση. Ας πούμε, η μητέρα μου ήταν πάντα λίγο πιο κουρασμένη από τις άλλες μαμάδες. Το έβλεπα. Γιατί αλλάζει και τον σκελετό σου το εργοστάσιο, κάποιες φορές είσαι πιο σκυμμένος από το φυσιολογικό. Και εκτός από την εμφάνιση, το καταλάβαινα από τις συζητήσεις. Όταν έβλεπα ότι είχαν χρόνο να πάνε για καφέ, και μου φαινόταν εξωφρενικό. Ή έβλεπα πόσο χαρούμενες μπορεί να ήταν ή πόση ενέργεια έβγαζαν. Ήταν πολύ έντονο”, μου απαντά και στο μυαλό μου σχηματίζεται η εικόνα της Μελίνας, που αρνείται την πρόσκληση για καφέ -που τόσο έχει ανάγκη- “γιατί που χρόνος για τέτοια τώρα”.

“Η δουλειά της μητέρας σου στο εργοστάσιο επηρέασε τη σχέση σας;”, ρωτάω τη Βάσια.

“Δημιουργήθηκε ένα ρήγμα σίγουρα, όχι τόσο λόγω της απουσίας, αλλά εξαιτίας της ενέργειας που είχε. Ήταν ευέξαπτη. Υπήρχε μια ένταση στην ατμόσφαιρα, χωρίς να έχει συμβεί κάτι, απλά λόγω της δουλειάς. Ή τύχαινε πολλές φορές να θέλω να της πω κάτι και εκείνη να με άκουγε, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν συγκεντρωμένη σε αυτά που της λέω” -“κάνω ότι την ακούω αλλά δεν την ακούω” όπως περιέγραψε και νωρίτερα η Μελίνα.

“Αυτό, όμως, είναι κάτι το οποίο εισπράττει το παιδί. Το καταλαβαίνει από το βλέμμα, τις λέξεις, τις κινήσεις. Είναι σαν να υπάρχει ο γονέας σου, αλλά να μην είναι ο γονέας σου. Και αυτό το καταλάβαινα πολύ έντονα όταν άλλαζε δουλεια. Γιατί υπήρξαν αρκετές φορές μέσα σε αυτά τα χρόνια που η μητέρα μου έκανε και άλλες δουλειές. Ε, όταν άλλαζε δουλειά γινόταν η κανονική μαμά μου, όταν έμπαινε στο εργοστάσιο, γινόταν η μαμά του εργοστασίου”.

iStock

Η Βάσια δεν έχει ακούσει πολλές ιστορίες για τη ζωή εντός του εργοστασίου. Κανείς δεν θέλει να μιλάει για το εργοστάσιο. Πλέον η μητέρα της έχει συνταξιοδοτηθεί και όλο και κάτι καινούργιο φτάνει στα αυτιά της.

“Πωπω και εμείς τέτοια παθαίναμε. Είχαμε διαρροή αμμωνίας δύο με τρεις φορές το μήνα και τρέχαμε σαν τις παλαβές. Σαν τα ποντίκια θα πεθαίναμε” είπε κάποια στιγμή στη Βάσια ενώ έβλεπαν στις ειδήσεις για τη διαρροή προπανίου, που προκάλεσε τη φονική έκρηξη στο εργοστάσιο της μπισκοτοβιομηχανίας “Βιολάντα” στα Τρίκαλα.

“Μου το έλεγε χαλαρά, σαν να το είχαν κανονικοποίησει και να το έβλεπαν κι αυτό ως μέρος της δουλειά τους. Ευτυχώς στο εργοστάσιο που ήταν, υπήρχε και σωματείο και ήταν δεδομένο ότι με την παραμικρή μυρωδιά τα παρατάνε όλα και βγαίνουν έξω. Στα Τρίκαλα ούτε αυτό δεν υπήρχε”, προσθέτει.

“Η αδελφή μου πήγε στο εργοστάσιο να δουλέψει, αλλά την έκαψαν. Γιατί έλεγαν όλες οι κοπέλες εκεί που δούλευαν, συν η μητέρα μου, που ήταν προϊσταμένη πρωινής βάρδιας, ότι μυρίζει υγραέριο. Μύριζαν οι τουαλέτες σε σημείο που δεν μπορούσαν να πάνε τουαλέτα και έκλειναν τις μύτες τους. Το έλεγαν στον υπεύθυνο, το ήξερε και το αφεντικό και έλεγε στους εργαζομένους να το διορθώσουν, να το φτιάξουν”, ανέφερε, μεταξύ άλλων, σε δηλώσεις της η αδελφή της Έλενας Κατσαρού, που έχασε τη ζωή της από την έκρηξη στην μπισκοτοβιομηχανία, αναδεικνύοντας με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τις εγκληματικές προτεραιότητες των υπευθύνων.

Στην ουσία, τα μπισκότα έπρεπε να παράγονται 24 ώρες το 24ωρο αλλά τα μέτρα πρόληψης και ασφάλειας των εργαζομένων, μπορούσαν να περιμένουν.

“Η καταστροφή στην Βιολάντα αποκαλύπτει αυτό που βιώναμε όλοι εμείς μεγαλώνοντας. Την εκτεταμένη άγνοια για το τι σημαίνει πραγματικά “ζωή στο εργοστάσιο” και αποκαλύπτει πόσο λίγο έχει αντιληφθεί η κοινωνία αυτό το βάρος” σημειώνει η Βάσια. “Υπάρχει αορατότητα και κοινωνική υποτίμηση απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους. Η αξία τους αναγνωρίζεται μόνο σε περίπτωση ατυχήματος ή θανάτου, και αυτό μου φαίνεται πραγματικά τρομακτικό”, καταλήγει.

Φονική έκρηξη στο εργοστάσιο Βιολάντα στα Τρίκαλα
Φονική έκρηξη στο εργοστάσιο Βιολάντα στα Τρίκαλα INTIME NEWS

Κάθε εργαζόμενος και εργαζόμενη που πάει για δουλειά χωρίς καμία βεβαιότητα ότι θα γυρίσει σπίτι δεν είναι απλώς αριθμοί στη γραμμή παραγωγής. Είναι άνθρωποι με όνειρα, με οικογένειες, με δικαιώματα.

Η Σταυρούλα Μπουκοβάλα, η Βασιλική Σκαμπαρδώνη, η Αναστασία Νάσιου, η Έλενα Κατσαρού, η Αγάπη Μπουνόβα και πολλοί ακόμα που άφησαν την τελευταία τους πνοή εν ώρα εργασίας (τουλάχιστον 201 για το 2025 σύμφωνα με τον ΟΣΕΤΕΕ) δεν ήταν “άτυχα θύματα μιας τραγωδίας”. Αλλά θύματα ενός προδιαγεγραμμένου εγκλήματος με υπεύθυνους τους εκάστοτε εργοδότες, που θέτουν την κερδοφορία των επιχειρήσεών τους πάνω από τη ζωή των εργαζομένων τους, και τους κυβερνώντες, που αποψιλώνουν συστηματικά τα εργασιακά δικαιώματα και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, αφήνωντας τον κόσμο του μόχθου απροστάτευτο και εκτεθειμένο.

Εργατικά Ατυχήματα: Οι άνθρωποι πέρα από τους αριθμούς

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα