Κώστας Μπερικόπουλος: “Ενεργοποιείσαι όταν σου χτυπάει την πόρτα ο κίνδυνος”

Διαβάζεται σε 12'
Ο Κώστας Μπερικόπουλος
Ο Κώστας Μπερικόπουλος

«Λουκής Λάρας – Μια μουσική αφήγηση», ένα έργο μοναδικό και ιδιαίτερο για μία ιστορία που αφορά τη σφαγή της Χίου αλλά επί της ουσίας αφορά όλους μας. Ολους εμάς που μπορεί να πρωί να ξυπνήσουμε και οι ζωές μας να μυρίζουν θάνατο.

Ο Κώστας Μπερικόπουλος είναι ο αφηγητής, είναι ο Λουκής  Λάρας  και μας μιλά για πράγματα που δεν συλλαμβάνει καν ο νους – τόσο τραγικά. Γεγονότα όμως που είναι τόσο μακρινά που συχνά τα ξεχνάμε, τα προσπερνάμε, μπορεί καν να μην τα γνωρίζουμε. Ο Κώστας μιλά για αυτό και για άλλα. Με τον γλυκό του τρόπο και τη στεντόρεια φωνή, τη βαθιά ευγένεια και ενσυναίσθηση, τη διακριτικότητα μα την ωραία -με σεμνότητα- αυτοπεποίηση του ηθοποιού που χρόνια κοπιάζει αγόγγυστα και χαίρεται βαθιά.

Πώς φθάσατε σε αυτό το έργο Κώστα;

Πριν από περίπου τρία χρόνια μου το ζήτησε ο Δημήτρης -που είχε μια γλυκιά εμμονή με το έργο, του άρεσε πάρα πολύ- μαζί με τον μουσικό και ηθοποιό, Λευτέρη Βενιάδη. Είπε λοιπόν «Σκέφτομαι να γράψω μουσική γι’ αυτό το έργο του Βικέλα και θα ήθελα να το κάνουμε με μια μορφή μουσικής αφήγησης».
Έτσι, σιγά-σιγά, το ξεκινήσαμε και φτιάξαμε μια παράσταση όπου τη μουσική έχει γράψει ο Λευτέρης. Είναι μια μουσική που διατρέχει όλη την παράσταση. Στη σκηνοθεσία και στο κείμενο συνεργαζόμαστε με τον Δημήτρη Χαλιώτη.

Είμαστε τρεις ερμηνευτές: ο Νίκος Ζιάζιαρης (τενόρος), ο Αλέξανδρος Μποτίνης που παίζει βιολοντσέλο, κι εγώ στην αφήγηση. Στην ουσία, ο καθένας μας λέει την ιστορία, μέσα από την τέχνη και το αντικείμενό του,.

Το βιολοντσέλο, ας πούμε, εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα του Λουκή. Ο Νίκος τραγουδάει κάποια κομμάτια, πάλι μέσα από τον κόσμο του Λουκή, κι εγώ αφηγούμαι την ιστορία. Είναι σαν να έχουμε τρεις «κουκίδες»: ο καθένας, με τον τρόπο που ξέρει και μπορεί, λέει το ίδιο αφήγημα.

Και ποιο είναι το ενδιαφέρον σε αυτή την προσωπικότητα;

Το ότι είναι ένας αντι-ήρωας. Μιλάμε για μια νουβέλα του Βικέλα, που αφορά τη διαδρομή αυτού του ανθρώπου, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με την Επανάσταση. Ήταν από εύπορη οικογένεια αφού ο πατέρας του έμπορος. Ετσι βλέπουμε όλη την καταστροφή, τη σφαγή της Χίου, μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που δεν έχει το «ηρωικό» σχήμα του αγωνιστή.

Εκείνος, λοιπόν, παραμένει θεατής που απλώς εμπλέκεται συναισθηματικά;

Αλλάζει ασφαλώς, γιατί ξαφνικά βιώνει μια πραγματικότητα που δεν ήξερε. Η Χίος, ας πούμε, ήταν νησί πάρα πολύ πλούσιο. Τόσο πλούσιο, που δεν πλήρωνε καν χαράτσι στους Τούρκους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, λόγω παραγωγής μαστίχας και μεταξιού. Ηταν σε πλήρη οικονομική άνθηση. Δεν ήταν, δηλαδή, μόνο οι καραβοκύρηδες· ήταν άνθρωποι πολύ ψηλά τοποθετημένοι, οικονομικά και κοινωνικά.

Εχει ήδη ανέβει…

Ναι, πριν από δύο καλοκαίρια στη Χίο. Παίξαμε κατά τη διάρκεια του Μουσικού Φεστιβάλ Χίου στην αυλή του Μουσείου Μαστίχας. Εκεί ήρθε μία καθηγήτρια Πανεπιστημίου, που είχε ασχοληθεί ειδικά με τη σφαγή της Χίου και μας είπε ότι για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα περπατούσες στο νησί και πατούσες πάνω σε πτώματα. Το νησί ήταν σπαρμένο με πτώματα και για χρόνια μύριζε αίμα.

Μάζεψαν γυναικόπαιδα και τα στρίμωξαν από τη μία στον Άγιο Μηνά και από την άλλη στη Νέα Μονή – μιλάμε για 3.000 και 5.000 ανθρώπους, μόνο γυναικόπαιδα, σε δύο σημεία. Οπότε καταλαβαίνεις το μέγεθος του πληθυσμού που σφαγιάστηκε, από τα μάτια του Λουκή.
Και κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση: πώς έβλεπαν οι Χιώτες τους Τούρκους. Σαν γίγαντες, σαν όχι-ανθρώπους. Από τον φόβο τους φαίνονταν υπερμεγέθεις, και σε αγριότητα και σε παρουσία.

Δεν είναι τρομερό πόσο μακριά μας φαίνονται όλα αυτά και όσα φρικτά συμβαίνουν γενικώς είτε μακριά μας τοπικά είτε μακριά στον χρόνο;

Ετσι είναι. Κι εγώ, μόνο πηγαίνοντας εκεί, στη Χίο που μας έκαναν βόλτες στα στα Μαστιχοχώρια, στη Νέα Μονή και αλλού, και μας έλεγαν «εδώ σφαγιάστηκαν άνθρωποι», «εδώ έγιναν αυτά» το ένιωσα, τότε μόνο τα πράγματα παίρνουν άλλη διάσταση. Τότε γίνεται αληθινό. Στη Νέα Μονή, για παράδειγμα, εκθέτουν κρανία ανθρώπων -και πολλών μικρών παιδιών- όπου φαίνονται πάνω στο κρανίο ακόμη και τα χτυπήματα από τα γιαταγάνια και από τα όπλα τους. Έρχεσαι αντιμέτωπος με την πραγματικότητα τού ότι κάποιος μπορεί να φτάσει στο σημείο να πετάει ένα μωρό στον αέρα και να το σφάζει με τη λόγχη ή ότι κάποιος στην Πύλο αποφάσισε να κόψει ένα σκοινί και να βυθιστεί ένα καράβι όπου πνίγηκαν τόσες ψυχές.

Σκεφτόμουν όσο μίλαγες… για ποιο λόγο αντιδράσαμε τόσο έντονα με το Charlie Hebdo ενώ δεν αντιδρούμε το ίδιο με πολύ χειρότερα γεγονότα; Μάλλον επειδή είναι πιο κοντά μας και νιώθουμε ότι θα μπορούσε να συμβεί και σε εμάς. Δεν το εξηγώ αλλιώς.

Ενεργοποιείσαι όταν σου χτυπάει την πόρτα ο κίνδυνος. Εκεί ξυπνάει το ένστικτο. Θα σου πω ένα παράδειγμα άσχετο, αλλά και σχετικό. Έχω μια ξαδέλφη στη Σουηδία. Μου έστειλε χθες βράδυ μήνυμα και μου λέει: «Τι γίνεται; Είστε καλά; Ξέρω ότι είσαι μακριά από τη Γλυφάδα μεν αλλά είσαι σίγουρα ασφαλής από τις πλημμύρες;». Και τότε συνειδητοποίησα ότι δίπλα μας, λίγα χιλιόμετρα πιο ‘κει «κατέβηκε» το βουνό και σκοτώθηκαν άδικα δύο άνθρωποι.
Και έχουν βοηθήσει πολύ και τα social media σ’ αυτό. Από τη μία, η πληροφόρηση. Από την άλλη, επειδή επενεργεί στο θυμικό, κάποιες φορές κρούει τον κώδωνα, αλλά δυστυχώς ξεχνάμε εύκολα. Ίσως και ευτυχώς βέβαια, γιατί μπορεί να είναι άμυνα – δεν μπορείς να ζεις μονίμως έτσι.

Ωραία. Πες μου τώρα, Κώστα: τι άλλο δουλεύεις αυτή την περίοδο;

Την 1η Φεβρουαρίου ξεκινάω επίσημα πρόβες για το «Τζένη Τζένη» με τον Νίκο Καραθάνο, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Και έχω και κάποια γυρίσματα για τον «Μαέστρο», που θα γίνουν μέσα στον Απρίλη.

Τι σου αρέσει μετά από τόσα χρόνια δουλειάς; Τι απολαμβάνεις περισσότερο; Πολύ απλά, ανθρώπινα.

Αυτό που απολαμβάνω περισσότερο είναι τη συνθήκη της δουλειάς και τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι. Όταν είσαι νεότερος, λες «να παίξω αυτόν τον ρόλο, να παίξω εκείνον». Όχι ότι δεν έχει σημασία βέβαια αλλά τώρα πια, όταν μου προτείνουν μια δουλειά, το πρώτο που ρωτάω είναι: «ποιοι θα είμαστε;». Για να έχω την πολυτέλεια -γιατί περί πολυτέλειας πρόκειται, ειδικά στους δύσκολους καιρούς- να πω ένα «ναι» ή ένα «όχι» ώστε να νιώσω… όχι μόνο ασφαλής (που κι αυτό μετράει), αλλά να νιώσω όμορφα μέσα στη δουλειά.

Ε, δεν είναι και λίγο πράγμα να είσαι και το αγόρι της Χαρούλας…

Σίγουρα δεν είναι λίγο πράγμα, αλλά δεν μιλάω μόνο γι’ αυτό. Μιλάω για τη συγκυρία: ότι βρέθηκαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαζί. Και τίποτα δεν είναι τυχαίο: ο Χριστόφορος το ψάχνει πολύ και επιλέγει πολύ καλά τους συνεργάτες του – όχι μόνο τους ηθοποιούς. Κι αυτό το ίδιο συμβαίνει και τώρα, με τον Καραθάνο, και με τα παιδιά του «Λουκή».

Ποιες ήταν, λοιπόν, οι πιο ιδιαίτερες στιγμές σου; Όχι απαραίτητα οι μεγαλύτερες επιτυχίες – στιγμές που για σένα ήταν σημαντικές.

Αν το δω πρόχειρα, ήταν πάλι οι στιγμές που κάτι συνέβαινε με τους ανθρώπους. Είναι κάτι που με χαρακτηρίζει: βάζω πάνω απ’ όλα τον άνθρωπο. Όχι τον άνθρωπο σαν «ανώτερο ον», δεν εννοώ αυτό. Μιλάω για την επικοινωνία. Για τη συνύπαρξη.

Μήπως είναι θέμα γενιάς: εμείς δεν ζήσαμε μέσα σε ένα τηλέφωνο και μία οθόνη; Ή αδικώ τους νέους;

Όχι. Θα σου πω τι νομίζω. Εγώ, καταρχάς, δεν το χρησιμοποίησα ποτέ πολύ το Ιντερνετ και το τηλέφωνο, όχι γιατί δεν μπορώ, αλλά γιατί δεν με ενδιαφέρει να φάω τη ζωή μου εκεί. Δεν του γυρνάω την πλάτη: είναι μέσο άλλης γενιάς, άλλης λογικής. Αλλά δεν θέλω να ζω μέσα σ’ αυτό παρότι γράφω ασφαλώς σε υπολογιστή. Θέλω, όμως, κάποιες στιγμές να έχω δίπλα μου ένα καρνέ, να σημειώνω. Και πίστεψέ με, κάποιες φορές δεν αναγνωρίζω καν ότι έχω γράψει: έχουν «μουδιάσει» τα δάχτυλά μου από το πληκτρολόγιο.

Είχες μικρός έναν δάσκαλο που σε ενέπνευσε;

Ναι. Και είναι και μια «πληγή» αυτό. Είχα μια φοβερή φιλόλογο στην πρώτη και δευτέρα γυμνασίου – είχα δύο καταπληκτικές δηλαδή, αλλά η μία, η πανέμορφη, είναι που μου άρεσε πιο πολύ γιατί υπήρχε κι ένα στοιχείο… όχι ερωτικό, αλλά γοητείας.

Δεν θα την ξεχάσω ποτέ, την κυρία Κούβελα. Θυμάμαι, στο βιβλίο της Ιστορίας, όταν κάναμε για την Αίγυπτο, υπήρχε μια μικρή φωτογραφία από το Μουσείο. Μας μιλούσε για ένα ταξίδι της εκεί και για ένα άγαλμα και για το μεγαλείο του. Μεγάλωσα, πήγα κι εγώ στην Αίγυπτο, μπήκα στο Αρχαιολογικό Μουσείο και είδα αυτό που μου είχε περιγράψει. Όταν το είδα μπροστά μου σε προθήκη, «προσγειώθηκα» – ήταν αλλιώς, ένα πολύ μικρό αγαλματάκι. Αλλά το μεγαλείο που είχε χτίσει εκείνη στο μυαλό μου δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει.
Προσπάθησα να τη βρω χρόνια μετά. Έψαξα στο Facebook, βρήκα μια γυναίκα με το ίδιο επίθετο, έστειλα μήνυμα και μου είπε ότι δυστυχώς είχε πεθάνει. Ήταν μεγάλη, 90 χρονών. Και της είπα ότι υπήρξα μαθητής της – μπορεί να μη με θυμόταν, αλλά εγώ την έχω ακόμη βαθιά μέσα στην καρδιά μου.

Πολύ ωραίο. Ξέρεις, καμιά φορά όταν μεγαλώνουμε και έχουμε «κατακτήσει» τα πράγματα, σκέφτομαι ότι μας λείπουν οι δάσκαλοι.

Το χάνουμε, ναι. Αλλά η δουλειά η δική μας, ευτυχώς, έχει «αποστολές». Αν το ψάχνεις, το βρίσκεις – αλλά και τυχαία, κάποια στιγμή, θα σου εμφανιστεί μπροστά σου. Και μέσα στη δουλειά μου, πολλοί είναι οι άνθρωποι που με επηρέασαν. Αλλά ο ένας που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι ο Μίνως Βολανάκης. Ήταν μάγος – μια σχεδόν «μεταφυσική» φυσιογνωμία. Είχε κάτι από άλλον κόσμο και αυτό ήταν πάρα πολύ γοητευτικό.

Άρα τους σκηνοθέτες σου τους αγαπάς, τους ακούς πολύ.

Δεν μπορώ αλλιώς. Αν είμαι σε μια δουλειά, δεν γίνεται να μην ακούσω τον σκηνοθέτη. Δεν έχει νόημα. Αν θέλω να κάνω μόνο το δικό μου, σηκώνομαι και φεύγω και κάνω κάτι δικό μου. Πιστεύω στην ιεραρχία. Πιστεύω στον σκηνοθέτη. Και πιστεύω και στον ηθοποιό. Αλλά από τη στιγμή που αποφασίσαμε ότι θα μαζευτούμε αυτοί οι ηθοποιοί και θα μας σκηνοθετήσει κάποιος, δεν μπορώ να μην υπακούω.

«Κρυστάλλινος» κι εσύ και αυτό φαίνεται. Τελικά, δεν μπορείτε να κρυφτείτε. Οι καλοί καλοί και οι άλλοι…

Το «κρυστάλλινο» με την έννοια ότι το διαβάζεις; Ναι. Γιατί έχουμε μάθει ότι δεν μπορείς να μην είσαι ειλικρινής. Σιγά-σιγά το μαθαίνεις και γίνεται τρόπος ζωής. Μετά από 40 χρόνια δουλειάς δεν μπορώ να είμαι αλλιώς.
Και δεν είναι κάτι που το κάνεις μια φορά και τελείωσε. Κάθε φορά το πολεμάς σαν να ξεκινάς από την αρχή. Δεν υπάρχει συνταγή. Η πείρα σε βοηθάει να χειριστείς κάποια πράγματα, αλλά το σώμα μας, η ψυχή μας, πολλές φορές είναι «τεμπέληδες» και προσπαθούν να μας κρατήσουν πίσω: «Κράτα το αυτό για σένα, μην το δώσεις». Γιατί είναι επώδυνο, προσωπικό. Κι όμως αυτό είναι το κυνήγι του χαμένου θησαυρού για τον ηθοποιό: να προσπαθεί κάθε φορά να είναι ειλικρινής. Όχι μόνο σε κάθε έργο, αλλά και κάθε βράδυ στην παράσταση.

Η καλοσύνη είναι πάντως σοβαρή υπόθεση…

Ξέρεις νομίζω πως η καλοσύνη υπάρχει σε όλους και μιλάω για όλη την ανθρωπότητα με κάποιες εξαιρέσεις τύπου Τραμπ για παράδειγμα. Αλλά στο πώς διαμορφώνεσαι παίζει ρόλο και η δουλειά αφού το επάγγελμά μας μάς τρώει χρόνο. Μας αναγκάζει πολλές φορές να «ενδυόμαστε» έναν ρόλο που μας είναι απαραίτητος: είτε για να ενισχύσουμε τον ναρκισσισμό, τον εγωισμό μας, είτε γιατί δεν μπορούμε αλλιώς. Και αυτό με συγκινεί βαθιά.

Με ποια έννοια;

Με την έννοια της αδυναμίας. Γιατί όλοι αυτοί οι ρόλοι που αναγκαζόμαστε να παίζουμε τους παίζουμε από αδυναμία. Γιατί πρέπει να δείξουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε εκείνη τη στιγμή. Και πολλές φορές, ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω κι εγώ τον εαυτό μου. Λέω: «Τώρα αυτό γιατί το έκανες; Δεν είχες λόγο. Γιατί το είπες;». Κι όμως, για κάποιο λόγο το κάνεις. Αναγκαζόμαστε να παίζουμε, γιατί είμαστε αδύναμοι. Αυτό.

Λουκής Λάρας – Μια μουσική αφήγηση

Μουσική Σύνθεση, σύλληψη, σκηνοθετική επιμέλεια : Λευτέρης Βενιάδης
Διασκευή κειμένου, σκηνοθετική επιμέλεια : Δημήτρης Χαλιώτης
Φωτισμοί – εικαστική επιμέλεια: Σάκης Μπιρμπίλης
Ηχοληψία: Παναγιώτης Παρασκευαΐδης AUX Studio
Βοηθός Σκηνοθέτη: Αιμιλία Καραντζούλη
Ηθοποιός: Κώστας Μπερικόπουλος | Αντρική φωνή: Νίκος Ζιάζιαρης
Βιολοντσέλο: Αλέξανδρος Μποτίνης

Θέατρο Ολύμπια, Ακαδημίας 59, τηλ. 210 3642540

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η προπώληση ξεκίνησε:

https://www.more.com/gr-el/tickets/music/loukis-laras-mia-mousiki-afigisi

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα