Στον Ενδιάμεσο Χώρο της Πινακοθήκης το φως παίζει παιχνίδια εξουσίας

Διαβάζεται σε 9'
Στον Ενδιάμεσο Χώρο της Πινακοθήκης το φως παίζει παιχνίδια εξουσίας
Στιγμιότυπο από το βίντεο "Εθνική Καρτερία/Η Βάση", Νατάσα Μπιζά (2025)

Μια ξενάγηση στον Ενδιάμεσο Χώρο της Εθνικής Πινακοθήκης, στην έκθεση “Changing Grounds, Συμπληρωματικές αφηγήσεις” της Νατάσας Μπιζά, φέρνει την αρχειακή τέχνη στο προσκήνιο και αναδεικνύει τις ιστορίες που γεννιούνται από λεπτομέρειες – εκεί όπου η μνήμη, το φως και ο χρόνος οργανώνουν μια νέα αφήγηση.

Μια ξενάγηση στον Ενδιάμεσο Χώρο της Εθνικής Πινακοθήκης, στην έκθεση «Changing Grounds, Συμπληρωματικές αφηγήσεις» της Νατάσας Μπιζά, φέρνει το αρχείο του Μουσείου στο προσκήνιο και αποκαλύπτει ιστορίες κρυμμένες σε λεπτομέρειες που εδώ αποκτούν άλλη βαρύτητα. Σε αυτή την έκθεση το αρχείο δεν λειτουργεί ως φόντο, αλλά ως ενεργός αφηγητής.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες προς τον Ενδιάμεσο Χώρο μάς υποδέχεται η εγκατάσταση με περσίδες μεταβλητών διαστάσεων μέσα από τις οποίες ξεπροβάλλουν τέσσερις φωτογραφίες με τίτλο “Η μέρα που τοποθετήθηκαν οι κουρτίνες”. Ένας φωτογραφικός πρόλογος ανασυρμένος από τα έγκατα του αρχείου της ΕΠΜΑΣ, σαν η έκθεση να σου ψιθυρίζει από την αρχή ότι εδώ το παρελθόν δεν στέκεται ως φόντο. Παίρνει θέση και περιμένει τον επισκέπτη να ανατρέξει μέσα του.

Ποιες ερμηνείες φωτίζονται και ποιες μένουν σιωπηλές;

Νατάσα Μπιζά, Ερευνώντας για το έργο 15 Νοεμβρίου 1969, Η μέρα που τοποθετήθηκαν οι κουρτίνες (2025), Αρχείο ΕΠΜΑΣ, 2023

Η εικαστικός Νατάσα Μπιζά – με προσήλωση και ενσυναίσθηση στην αρχειακή τέχνη – δουλεύει πάνω σε κάτι που συχνά αντιμετωπίζεται ως παρωχημένο: τα ίχνη εξέλιξης ενός θεσμού. Το ιστορικό αρχείο της Πινακοθήκης, τα διοικητικά έγγραφα, οι φωτογραφίες, οι φάκελοι, οι αλληλογραφίες, οι υποσημειώσεις, οι «εκκρεμότητες» παίρνουν ζωή. Ένα υλικό φαινομενικά ανενεργό, αθόρυβα τοποθετημένο σε ερμάρια, αλλά που όταν το κοιτάξεις προσεκτικά, φανερώνει το πώς συγκροτείται η μνήμη. Ψήγματα πληροφορίας που αλιεύονται από το αρχείο αποκτούν για την καλλιτέχνιδα, σώμα και νόημα.

Ο Ενδιάμεσος Χώρος είναι ακριβώς αυτό: ένας τόπος όπου το μουσείο ανοίγει διάλογο ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα, στις ιστορικές συλλογές του και τη σύγχρονη τέχνη. Ένα πρόγραμμα των τελευταίων ετών που επιτρέπει σε μια σύγχρονη καλλιτεχνική πρακτική να διασταυρωθεί με το αρχείο, όχι ως «πηγή έμπνευσης», αλλά ως πεδίο ευθύνης. Γιατί ένα αρχείο, όπως μας λέει η Νατάσα Μπιζά, κουβαλά πάντα επιλογές. Τι καταγράφεται και τι παραλείπεται; Ποιες ερμηνείες φωτίζονται και ποιες μένουν σιωπηλές; Τι ταξινομείται και πώς δημοσιοποιείται;

Η καλλιτέχνις δούλεψε σε αγαστή συνεννόηση με την επιμελήτρια Ελπινίκη Μεϊντάνη για δυόμισι χρόνια, εξετάζοντας το ιστορικό αρχείο της Πινακοθήκης. Όπως μας εξηγούν και οι δύο, εκτός από τα πρακτικά συνεδριάσεων και το φωτογραφικό αρχείο το νήμα ξετυλίχθηκε και σε συνεντεύξεις με πραγματικά πρόσωπα που έριξαν το δικό τους φως στα ευρήματα.

Στιγμιότυπο από το βίντεο "Εθνική Καρτερία/Η Βάση", Νατάσα Μπιζά (2025)

Από τη μελέτη αυτή αναδύθηκαν τρεις κεντρικές ενότητες που διατρέχουν την έκθεση: το κτίριο, οι άνθρωποι, οι συλλογές. Από εκεί προέκυψαν τέσσερις εικαστικές αφηγήσεις, τέσσερα έργα που αξιοποιούν διαφορετικά μέσα: από βίντεο και εγκατάσταση μέχρι χαράξεις σε ορείχαλκο και ένα καλλιτεχνικό βιβλίο. Το νήμα που τα ενώνει είναι το φως. Το φως ως ορατότητα και ανάδειξη. Ως ρύθμιση και έλεγχος. Ως κάτι βαθιά πολιτικό, που ορίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες κάτι μπορεί να υπάρξει, να ιδωθεί, να ενθυμηθεί.

Το Κτίριο

Στην ενότητα του Κτιρίου, το βλέμμα ανοίγει σε μια διαδρομή σχεδόν “νομαδική”. Στο βίντεο “Changing Grounds: Οικόπεδα, διαμερίσματα, μέγαρα, στρατώνες, νεκροταφεία” (διάρκεια 15:45”) βλέπουμε την περιπέτεια της αναζήτησης μόνιμης στέγασης της Πινακοθήκης να ξεδιπλώνεται, από τις αρχές του 20ού αιώνα έως το 1970, οπότε και εγκαινιάστηκε το κτίριο Α.

Η καλλιτέχνιδα σημειώνει τις πιθανές και προσωρινές λύσεις που έπεσαν στο τραπέζι: οικόπεδα, διαμερίσματα, μέγαρα, στρατώνες, νεκροταφεία. Λέξεις που μοιάζουν με τίτλους κεφαλαίων μιας ιστορίας για το πώς ένας θεσμός προσπαθεί να σταθεί αυτόνομος, μέσα σε πολιτικές μεταβολές, διοικητικές αποφάσεις και κοινωνικές μετατοπίσεις. Ταυτόχρονα η θέαση έχει ένα έντονο προσωπικό στοιχείο, καθώς και η ίδια σε νεαρή ηλικία έχει περπατήσει και ζήσει ένα κομμάτι της εξέλιξης του κτιρίου.

Στιγμιότυπο από το βίντεο "Changing Grοunds, Οικόπεδα, διαμερίσματα, μέγαρα, στρατώνες και. νεκροταφεία", Νατάσα Μπιζά (2025)

Η ίδια η έρευνα ξεκινά πάντα από μια λεπτομέρεια, όπως μας λέει η κ. Μπιζά. Εδώ το έναυσμα ήταν μια σημείωση του πρώην διευθυντή της Πινακοθήκης, Μαρίνου Καλιγά το 1976, στην οποία ανέφερε ότι η διάταξη των ανοιγμάτων των παραθύρων δεν ήταν η αρχική, αλλά είχε τροποποιηθεί με απόφαση του διαδόχου Ανδρέα Ιωάννου – εμβόλιμος από το δικτατορικό καθεστώς. Και πάλι εδώ η αναφορά στο φως!

Από εκεί η καλλιτέχνις ακολουθεί ένα ίχνος που την οδηγεί στο έργο “15 Νοεμβρίου 1969, Η μέρα που τοποθετήθηκαν οι κουρτίνες” με μια σειρά τεσσάρων φωτογραφιών στις οποίες το ανθρώπινο στοιχείο βασιλεύει δια της απουσίας του. Οι κουρτίνες κρεμάστηκαν χωρίς ακόμα να έχουν στρίφωμα και περιμένουν.

Νατάσα Μπιζά, Ερευνώντας για το έργο 15 Νοεμβρίου 1969, Η μέρα που τοποθετήθηκαν οι κουρτίνες (2025), Αρχείο ΕΠΜΑΣ, 2023

Άλλη μια λεπτομέρεια που παίζει με το φως, είναι η πτώση δέντρου στα παράθυρα της Πινακοθήκης τον χειμώνα του 2006 και το ομώνυμο έργο με μια σειρά φωτογραφιών που αλιεύτηκαν από το αρχείο. Και, μέσα από αυτή την «τεχνική» διαδρομή, ανοίγει ένα ερώτημα με πολιτική σκιά: ποιος ρυθμίζει το φως ενός δημόσιου χώρου τέχνης, σε ποια στιγμή, και για ποιον λόγο.

Άνθρωποι

Η έκθεση αποκτά μια απροσδόκητη νοσταλγία όταν η Νατάσα Μπιζά επιλέγει να παρουσιάσει φωτογραφίες από τους εργαζόμενους της Πινακοθήκης. Δεκαέξι αρχειακές φωτογραφίες από κοπή βασιλόπιτας το 1991 γίνονται η βάση της αφήγησης. Χρόνια διαφορετικά, πρόσωπα αναγνωρίσιμα από σημερινούς εργαζόμενους: συντηρητές, φύλακες, άνθρωποι του μουσείου που «βλέπουν» ξανά τη δική τους κοινότητα.

Η καλλιτέχνιδα χαράζει αυτές τις εικόνες με laser πάνω σε ορείχαλκο, έτσι ώστε η μορφή του προσώπου να μεταβάλλεται όσο ο θεατής μετακινείται. Ένα παιχνίδι ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο. Αλλάζεις θέση και κερδίζεις/χάνεις ορατότητα με το σώμα σου. Η θέαση γίνεται πράξη και μια αφορμή για σκέψη πάνω στην ορατότητα όσων εργάζονται στους θεσμούς της τέχνης.

Στιγμιότυπο από το βίντεο "Εθνική Καρτερία/Η Βάση", Νατάσα Μπιζά (2025)

Συλλογές

Η οπτικοακουστική αφήγηση «Εθνική Καρτερία / Η Βάση» είναι ένα από τα δύο έργα που συνομιλούν με τον θεματικό άξονα Συλλογές. Πρόκειται για ένα βίντεο στο οποίο η εικαστικός αφηγείται την περιπεπλεγμένη ιστορία του γλυπτού “Εθνική Καρτερία” του Χρήστου Καπράλου και, μέσα από αυτήν, ανοίγει έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από τη χρήση του δημόσιου χώρου, το φύλο, την εθνική ταυτότητα και την ιδεολογία.

Το αρχειακό υλικό ακολουθεί τη διαδρομή του γλυπτού: από την αρχική τοποθέτησή του στη Ρόδο, έως την αποκαθήλωσή του, την αμφισβήτηση, τη μετακίνηση και τις έντονες αντιδράσεις που το συνόδευσαν. Αντιδράσεις που, τελικά, λένε περισσότερα για την κοινωνία που τις παρήγαγε παρά για την ίδια την καλλιτεχνική αξία του έργου. Στο αφηγηματικό βίντεο παρακολουθούμε τόσο την πορεία της Καρτερίας —το γύψινο εκμαγείο της ανήκει στις συλλογές της Πινακοθήκης— όσο και τη βουβή «επιβίωση» της βάσης της, σχεδιασμένης από τον αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη.

Η αφήγηση κορυφώνεται σε μια σχεδόν σουρεαλιστική συνθήκη. Η βάση της Καρτερίας, το βάθρο του γλυπτού, παραμένει ακίνητη στον ίδιο τόπο από το 1952, επί δεκαετίες· ένα απομεινάρι που όλοι προσπερνούν, ένα αντικείμενο «κρυμμένο» σε κοινή θέα. Μπροστά από το βίντεο τοποθετείται μια πραγματική κατασκευή από ξύλο και ορείχαλκο, η οποία παραπέμπει νοηματικά στη βάση του γλυπτού και αποκτά νέα χρήση και νέο νόημα — για παράδειγμα μέσα από δράσεις και εργαστήρια που τη «κατοικούν» διαφορετικά, επανενεργοποιώντας τη μνήμη και τη σημασία της.

Το δεύτερο έργο της ενότητας Συλλογές παίρνει τη μορφή ενός καλλιτεχνικού βιβλίου 65 σελίδων, που ξεφυλλίζεται αργά, σαν άσκηση προσοχής. Weisskrankheit – Η ασθένεια του φωτός φωτίζει, μέσα από αλληλογραφία της δεκαετίας του 1920, την ιστορία της “Εαρινής Συμφωνίας” του Νικόλαου Γύζη (1842-1901), ένα έργο του 19ου αιώνα από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης, το οποίο δώρισε ο Αντώνιος Μπενάκης το 1928.

Το έργο μεταβάλλεται με τον χρόνο, καθώς επηρεάζεται από τη λεγόμενη «ασθένεια του φωτός», μια υλική φθορά που αλλοιώνει την όψη του. Στις επιστολές του Μπενάκη με έναν Ελβετό έμπορο τέχνης, το φως γίνεται πάλι αφορμή για μια σειρά από ανοιχτά ερωτήματα που παραμένουν επίμονα επίκαιρα: τι σημαίνει αυθεντικότητα, πώς ορίζεται η αξία, πού τελειώνει η συντήρηση και πώς αντέχει ένα έργο στον χρόνο.

Νατάσα Μπιζά, Ερευνώντας για το έργο Weisskrakeit - Η ασθένεια του φωτός (2025), Αρχείο ΕΠΜΑΣ, 2024

Η Ν. Μπιζά δεν κυνηγά την τελική απάντηση σαν τελεσίδικη κατάληξη. Παίρνει φράσεις, τηλεγραφήματα, υπογραφές, επιστολόχαρτα – τα τοποθετεί στο βιβλίο – και τα μετατρέπει σε ανοιχτά ερωτήματα. Πότε ένα έργο θεωρείται ολοκληρωμένο. Τι σημαίνει φθορά. Πώς επιβιώνει η αξία όταν η ύλη μεταμορφώνεται.

Το “Changing Grounds” – συνολικά – μας δείχνει πώς η μνήμη αλλάζει έδαφος: μετακινείται, επαναδιαπραγματεύεται, αποκτά νέες χρήσεις. Και μας υπενθυμίζει ότι τίποτα μέσα σε έναν δημόσιο θεσμό δεν είναι ουδέτερο. Ούτε το φως. Ούτε το κτίριο. Σίγουρα ούτε οι άνθρωποι που εργάζονται σιωπηλά για να σταθεί όρθια η ιστορία του.

*Η Εθνική Πινακοθήκη συνεχίζει με δημόσιο πρόγραμμα και μηνιαίες θεματικές ξεναγήσεις γύρω από την έκθεση και τις συλλογές – ειδικά τις Τετάρτες που ο χώρος μένει ανοιχτός έως αργά. Οι ξεναγήσεις και τα εκπαιδευτικά εργαστήρια για παιδιά, με υλικό από το αρχείο, κάνουν κάτι απλό και πολύτιμο: μετατρέπουν την «αρχειακή τέχνη» σε εμπειρία κατανοητή, ζωντανή, κοινή.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα