Μονιμότητα και Σύνταγμα: Η αλήθεια πίσω από μια προσχηματική συζήτηση

Διαβάζεται σε 5'
Στέφανος Παραστατίδης
Στέφανος Παραστατίδης INTIME

Ο Στέφανος Παραστατίδης, βουλευτής Κιλκίς και υπεύθυνος Κ.Τ.Ε. Παιδείας του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, γράφει στο NEWS24/7 για τις μεταρρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση και για τη συνταγματική αναθεώρηση που θέλει να φέρει στο Δημόσιο.

Αιχμηρό βέλος στην φαρέτρα των «μεταρρυθμίσεων» που προωθεί η κυβέρνηση, μέσω της επικείμενης (;) συνταγματικής αναθεώρησης, είναι το γνωστό απλουστευτικό και προσχηματικό αφήγημα για «αξιολόγηση και κατάργηση της μονιμότητας στο Δημόσιο για να λειτουργήσει επιτέλους το κράτος». 

Μια αντίληψη που, στο πλαίσιο ενός επιτηδευμένου μεταρρυθμιστικού λαϊκισμού, παρουσιάζει την «μονιμότητα» ως ασυλία και ατιμωρησία των δημοσίων υπαλλήλων και καθιστά την αξιολόγηση διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου τιμωρητικού χαρακτήρα.

Η άποψη αυτή αντιμετωπίζει την «μονιμότητα» των δημοσίων υπαλλήλων ως ένα παρωχημένο ιστορικό κατάλοιπο που σήμερα λειτουργεί ως συντεχνιακό προνόμιο. Σε πλήρη αντίθεση με την ανάγκη που οδήγησε στην συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας των δημόσιων λειτουργών, που είναι η προστασία του κράτους από τον κομματισμό και την αυθαιρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Είναι θεσμική εγγύηση ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης και βασικός πυλώνας του Κράτους Δικαίου.

Όποιος προτείνει την κατάργησή αυτής της θωράκισης των δημόσιων λειτουργών οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: πώς θα προστατευθεί ο δημόσιος υπάλληλος στις περιπτώσεις που επιμένει να εφαρμόσει τον νόμο, υπέρ του δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος, έναντι πολιτικών πιέσεων για το αντίθετο;

Η κυβέρνηση παρουσιάζει την κατάργηση της «μονιμότητας» ως πανάκεια για την λύση των προβλημάτων λειτουργίας του Δημόσιου τομέα. Όμως τα πραγματικά προβλήματα είναι αλλού: στην υποστελέχωση, στη γήρανση του προσωπικού, στην πολυνομία και την κακονομία, στη ρυθμιστική αστάθεια, στην αυξανόμενη επιλογή συμβασιούχων έναντι μονίμων υπαλλήλων και, κυρίως, στη συστηματική πολιτική παρέμβαση στη διοικητική ιεραρχία. Κανένα από αυτά δεν οφείλεται στη «μονιμότητα». Αντιθέτως, η σταδιακή αποδόμησή της, αποδυναμώνει τη θεσμική μνήμη, τη λογοδοσία και την επαγγελματική ανεξαρτησία της διοίκησης. Δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης και όχι ευθύνης.

Η αξιολόγηση, από την άλλη πλευρά, είναι αναγκαία. Όχι όμως ως εργαλείο πειθαρχίας ή εκφοβισμού, αλλά ως εργαλείο βελτίωσης, επαγγελματικής εξέλιξης και αναβάθμισης των δημόσιων υπαλλήλων και των υπηρεσιών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να προωθήσει αυτή την ατζέντα για τα το δημόσιο τομέα την ώρα που, με ευθύνη της, σχεδόν το σύνολο των προϊσταμένων έχουν επιλεγεί και ορισθεί από την πολιτική ηγεσία, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία αξιολόγηση. Όπως μάλιστα ομολόγησε πρόσφατα η αρμόδια υφυπουργός σε δημόσιες δηλώσεις της, έχουν να γίνουν κρίσεις προϊσταμένων από την τελευταία φορά που κυβέρνησε το ΠΑΣΟΚ, το 2011. 

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια χειραγωγούμενη πολιτικά και κομματικά ιεραρχία, αφού οι υπάλληλοι που θέλουν να εξελιχθούν και να έχουν μια θέση ευθύνης στη δημόσια διοίκηση, ξέρουν ότι για να το πετύχουν, δεν μετρούν τα προσόντα, αλλά χρειάζεται και η εύνοια του εκάστοτε υπουργού. Εκτός, όμως, από τους τοποθετημένους «με εντολή υπουργού» προϊσταμένους, καταγράφεται και μια ραγδαία αύξηση των μετακλητών, οι οποίοι όλο και συχνότερα τοποθετούνται σε θέσεις ευθύνης. Τα στοιχεία είναι εύγλωττα: Την περίοδο 2013-2015 κυμαίνονταν περί τους 1800. Ανέβηκαν στους 2400 την περίοδο 2015-2019. Σήμερα φτάνουν τους 3.594

Ενώ η διεθνής εμπειρία διδάσκει ότι οι πιο αποτελεσματικές δημόσιες διοικήσεις (στη Γαλλία, τη Γερμανία, τις σκανδιναβικές χώρες) συνδυάζουν ισχυρή προστασία και εργασιακή ασφάλεια με θεσμοθετημένη, διαφανή και αντικειμενική αξιολόγηση, η κυβέρνηση ξεκινά την συζήτηση αντίστροφα. Αντί να μιλήσουμε για αξιολόγηση και αξιοκρατία στην επιλογή προϊσταμένων, για αποκομματικοποίηση της διοίκησης, για επιμόρφωση και εκπαίδευση του προσωπικού, σύγχρονα εργαλεία διοίκησης, στοχοποιείται η συνταγματική πρόβλεψη για την προστασία της ανεξαρτησίας των δημοσίων υπαλλήλων ως η αιτία για τις κακοδαιμονίες στην λειτουργία του κράτους.

Όμως το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο διαθέτει δικλείδες και προβλέπει την οριστική παύση δημοσίων υπαλλήλων: περίπου διακόσιοι υπάλληλοι απολύονται κάθε χρόνο λόγω σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων. Μάλιστα, στον πρόσφατο νόμο που πέρασε μόλις τον περασμένο Αύγουστο αυτή η κυβέρνηση για το νέο πειθαρχικό των δημοσίων υπαλλήλων (νόμος 5225/2025), προβλέπεται στο άρθρο 12 η δυνατότητα επιβολής της ποινής της οριστικής παύσης εξαιτίας «χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εντός ή εκτός της υπηρεσίας», η οποία εξαντλεί τα όρια αυστηρότητας για απροσδιόριστες συμπεριφορές κάτω από τα ασαφή επίθετα «αναξιοπρεπής» και «ανάξια» και μάλιστα όχι μόνο κατά τον εργασιακό αλλά και κατά τον προσωπικό βίο του υπαλλήλου.

Η πραγματικότητα είναι ότι το Δημόσιο δεν πάσχει από «υπερπροστασία» των υπαλλήλων, αλλά από πολιτική παρεμβατικότητα, υποστελέχωση και διοικητική ασυνέχεια οδηγούν σε κράτος εξαρτημένο και ευάλωτο.

Ένα κράτος που, πέρα όλων των άλλων, αναθέτει με παχυλές αμοιβές όλο και μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς των δημοσίων υπαλλήλων σε ιδιωτικές εταιρείες. Με αυτό τον τρόπο το Δημόσιο όχι μόνο σπαταλά πόρους αλλά και πολύτιμη γνώση, εμπειρία και ευκαιρίες κατάρτισης των στελεχών του, που μετατρέπονται σε εντελλόμενους βοηθούς των εταιριών. 

Με αυτά τα δεδομένα το Δημόσιο έχει πάψει να είναι ελκυστικό σαν εργοδότης. Πολλοί επιτυχόντες σε προκηρύξεις ΑΣΕΠ δεν αποδέχονται τον διορισμό τους. Ειδικά σε ειδικότητες (μηχανικοί, πληροφορικοί, κ.α) που η ζήτηση από τον ιδιωτικό τομέα και η διαφορά στις αμοιβές καθιστούν το Δημόσιο «μη ανταγωνιστικό» προορισμό.

Η δική μας θέση είναι καθαρή: ναι στην αξιολόγηση, ναι στη λογοδοσία, ναι στη βελτίωση της απόδοσης του δημόσιου τομέα. Με εργασιακή ασφάλεια, θεσμικές εγγυήσεις και συνταγματική προστασία της ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης. 

Διαφορετικά ο υπάλληλος δεν προστατεύεται, η αξιολόγηση γίνεται εργαλείο πολιτικής πίεσης, η διοίκηση διστάζει να πει τα δύσκολα όχι στην πολιτική ηγεσία, η διαφθορά δεν αποκαλύπτεται και το κράτος κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό της εκάστοτε εξουσίας, αντί να είναι ο θεσμικός εγγυητής του δημοσίου συμφέροντος.

Γι’ αυτό και οι περισσότερες σύγχρονες δημοκρατίες, παντού στον κόσμο, παρέχουν στους δημόσιους λειτουργούς αξιοκρατία στην επιλογή της ιεραρχίας, εργασιακή ασφάλεια, δίκαιη και αντικειμενική αξιολόγηση. 

Όχι ως μέτρο προστασίας κάποιας συντεχνίας αλλά ως επιλογή ευθύνης για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα