ΑΪΝΟ ΜΑΥΡΙΓΙΑΝΝΑΚΗ: Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΣΕΦ ΠΟΥ “ΜΑΓΕΨΕ” ΤΗ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ
Στο Ελσίνκι, μια σεφ φέρνει την Κρήτη στο τραπέζι, γεφυρώνοντας τη νοσταλγία με τη δημιουργία.
Η Αΐνο Μαυριγιαννάκη έχει δύο πατρίδες: την Ελλάδα και τη Φινλανδία. Ο πατέρας της θεωρούσε ότι ήταν πολύ έξυπνη για να γίνει σεφ. Δεν την έπεισε όμως. Από την ηλικία των 28 ετών κάνει το επάγγελμα των ονείρων της — όχι χωρίς δυσκολίες και απογοητεύσεις. Το ταξίδι της αποτελεί ένα κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας της Ελλάδας, αυτής που οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες νέους Έλληνες να μαζέψουν τα μπογαλάκια τους και να αναζητήσουν άλλες πατρίδες για να χτίσουν τα όνειρά τους.
Η Ελλάδα την έδιωξε, την υποδέχτηκε η Φινλανδία. «Είναι ευλογία και κατάρα το γεγονός ότι έχω δύο πατρίδες. Από τη μία πλευρά, είναι υπέροχο ότι αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου τόσο στη Φινλανδία όσο και στην Ελλάδα. Από την άλλη, μου λείπει συνεχώς η χώρα στην οποία δεν βρίσκομαι», είχε πει στο φινλανδικό anna.fi—και αυτή η διαπίστωση φαίνεται ότι έχει καθορίσει εν μέρει την πορεία της.
Ξεκίνησε τη ζωή της στην ελληνική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Η Φινλανδή μητέρα της είχε πάει στην Αμερική για να σπουδάσει αγγλικά, ο πατέρας της, καταγόμενος από τα Χανιά, για να αναζητήσει δουλειά και μια καλύτερη ζωή. Εκεί οι δρόμοι τους ενώθηκαν. Έφτιαχναν μαζί γούνες. Με τα χρήματα που συγκέντρωσαν έχτισαν ένα σπίτι στα Χανιά. Μετακόμισαν όλοι μαζί εκεί όταν η Αΐνο ήταν επτά ετών.
Η ζωή στα Χανιά ήταν πολύ διαφορετική. Υπήρχε ακόμα αθωότητα. Τα παιδιά διασκέδαζαν στους δρόμους χωρίς να χρειάζεται οι γονείς να τα παρακολουθούν τόσο στενά όπως συνέβαινε στην Αμερική. Κι η Αΐνο έπαιζε με τα άλλα παιδιά, χωρίς παπούτσια στην άμμο της παραλίας.
Αγαπούσε πολύ τα ζώα και ήταν καλή αθλήτρια. Κέρδισε διασχολικούς αγώνες στο ακόντιο. Θα μπορούσε να μπει στην προπονητική ομάδα των Ολυμπιακών Αγώνων, όμως ένα πρόβλημα στη μέση την εμπόδισε να συνεχίσει.
«Ο πατέρας μου μού έλεγε να τελειώσω πρώτα τη σχολή, υποστηρίζοντας πως οι δουλειές στα εστιατόρια δεν είναι καλές», θυμάται η Άινο Μαυριγιαννάκη. «Μπορεί και να είχε δίκιο, αλλά εμένα μου άρεσε πολύ».
Στα 18 της ξεκίνησε σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις — έβγαζε νόημα. Είχε μεγαλώσει σε μια οικογένεια όπου η μητέρα ήταν Φινλανδή και ο πατέρας Έλληνας· είχε ζήσει τα πρώτα χρόνια της ζωής της στη Νέα Υόρκη. Ονειρευόταν πως ίσως κάποια μέρα θα γινόταν διπλωμάτης. Όσο περνούσαν όμως τα χρόνια, συνειδητοποιούσε ότι μια κόρη υδραυλικού δεν θα μπορούσε εύκολα να κάνει ένα τέτοιο επάγγελμα. Τελικά, δεν αποφοίτησε ποτέ.
Η οικονομική κρίση είχε χτυπήσει τη χώρα, οι πόρτες ήταν παντού κλειστές, δεν μπορούσε ούτε να πληρώνει το νοίκι στο διαμέρισμα που νοίκιαζε, με αποτέλεσμα να φιλοξενείται σε σπίτια φίλων ή να μένει σε κοινόβια.
Η Αΐνο ήταν πια 28 ετών χωρίς να έχει κάποιο ξεκάθαρο μονοπάτι μπροστά της. Κάποιες μέρες δυσκολευόταν ακόμα και να βάλει ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι. Μετά από δέκα χρόνια ζωής στη Θεσσαλονίκη, αποφάσισε να φύγει από την Ελλάδα —όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι νέοι— για να καταλήξει στην άλλη πατρίδα της, τη Φινλανδία.
Ξεκίνησε μαθήματα μαγειρικής στη Σχολή Εστίασης Perho, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα και ιστορικά επαγγελματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Φινλανδίας, από το οποίο έχει αποφοιτήσει μεγάλο μέρος των κορυφαίων σεφ και επαγγελματιών εστίασης της χώρας. Η περίοδος των σπουδών δεν ήταν εύκολη, αφού έπρεπε παράλληλα να εργάζεται για να επιβιώσει οικονομικά. Όμως τα κατάφερε. Έγινε σεφ.
Δύο κόσμοι, δύο νοοτροπίες
Η Αΐνο περιγράφει μια θεμελιώδη διαφορά στον τρόπο που λειτουργούν οι δύο κοινωνίες:«Εδώ πέρα, έτσι όπως είναι οργανωμένα τα πράγματα, ο καθένας νιώθει ότι το κόστος του να κάνει την “μπαγαποντιά” είναι μεγαλύτερο από το όφελος», εξηγεί. «Κι ας μην υπάρχουν τόσοι έλεγχοι από εφορίες και φορείς όπως στην Ελλάδα, είναι καθιερωμένο στη νοοτροπία ότι δεν αξίζει να “μαγειρεύεις” τα στοιχεία. Δεν έχει νόημα».
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χώρος της εστίασης στη Φινλανδία είναι ειδυλλιακός. «Η αλήθεια είναι ότι και εδώ υπάρχει bullying και διάφορα άλλα θέματα», παραδέχεται. «Ωστόσο, σε κάποια άλλα πράγματα είναι τυπικοί και δεν έχεις αυτό το έξτρα βάρος στο κεφάλι σου που έχεις στην Ελλάδα».
Η πανδημία ως σημείο καμπής
Αν η οικονομική κρίση την ανάγκασε να φύγει από την Ελλάδα, η πανδημία του κορονοϊού τη βρήκε στη Φινλανδία — και πάλι σε αδιέξοδο.
Ο κλάδος της εστίασης χτυπήθηκε παντού, και η Άινο Μαυριγιαννάκη έμεινε άνεργη. Αντί να παραδοθεί, αναζήτησε νέους τρόπους διεξόδου.
«Τότε άρχισα να πουλάω φαγητό από το σπίτι, κυρίως για να έχω κάτι να απασχολούμαι», λέει. «Ενώ το σκεφτόμουν καιρό, τότε το πήρα απόφαση και το έκανα».
Ετοίμαζε πακέτα με ελληνικό, καθημερινό φαγητό, δουλεύοντας θεματικά: πασχαλινά πακέτα, μενού εμπνευσμένα από τη Θεσσαλονίκη, συνοδευόμενα από playlists που δημιουργούσε ένας φίλος της, DJ που πλέον έχει φύγει από τη ζωή.
Εκείνη την περίοδο ξεκίνησε να αξιοποιεί πιο συστηματικά τα social media. Η αρχή ήταν διστακτική. «Δεν ένιωθα καθόλου άνετα, δεν ήθελα καν να δείξω το πρόσωπό μου ή να μιλήσω στην κάμερα», ομολογεί. «Απλά, στην πορεία κατάλαβα ότι δεν κερδίζω κάτι με το να κρύβομαι ή με το να δείχνω υπερβολική ταπεινότητα».
Σήμερα, η παρουσία της στα social media έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ περισσότερο από απλή προβολή συνταγών. Τα βίντεό της έχουν σκηνοθεσία, φιλοξενεί καλεσμένους, ενώ όταν επισκέπτεται τη Θεσσαλονίκη ή τα Χανιά προτείνει μαγαζιά που θεωρεί αυθεντικά.
Η κάμερα ως θεραπεία
«Θεωρώ ότι οι εποχές έχουν αλλάξει και πρέπει να αποδεχτούμε τα εργαλεία και τα μέσα που διαθέτουμε», λέει η Αΐνο. «Προσωπικά, όπως και πολλοί άλλοι, είχα δυσκολία να βγω μπροστά στην κάμερα. Βλέπεις κάποιους να το κάνουν με άνεση, αλλά στην πραγματικότητα θέλει εξάσκηση για να εκθέσεις τον εαυτό σου εκεί έξω».
Η εξάσκηση όμως απέδωσε. «Ακόμα και τώρα κάποιες φορές ζορίζομαι, αλλά λέω στον εαυτό μου “κάν’ το” και τελικά σου περνάει, το μαθαίνεις», εξηγεί. «Σίγουρα έχει πολλά τεχνικά κομμάτια να μάθεις, και δεν πειράζει αν δεν τα κάνεις τέλεια στην αρχή. Πρέπει να το δοκιμάσεις, αλλιώς πώς θα μάθεις;»
Πέρα από την πρακτική διάσταση, η διαδικασία αποδείχθηκε για εκείνη κάτι βαθύτερο.«Τελικά μου αρέσει πολύ», ομολογεί. «Είναι δημιουργικό και θα έλεγα πως το έχω βρει και θεραπευτικό, γιατί παλιότερα… κρυβόμουν. Δεν είναι αναγκαστικά κακό το να προβάλλεις τη δουλειά σου ή να δείχνεις τον εαυτό σου».
Τα pop-up εστιατόρια και η τέχνη της προσαρμογής
Η προσέγγιση του φινλανδικού κοινού απαιτεί στρατηγική. Πολλά πιάτα που για τους Έλληνες είναι αυτονόητα, για τους Φινλανδούς αποτελούν γευστικά μία ανακάλυψη. «Πρέπει να τους κερδίσω πρώτα με κάποια πιο απλά πιάτα —που εμείς θεωρούμε ότι “τα κάνει η γιαγιά μας”—τα οποία όμως εκείνοι δεν τα ξέρουν», λέει. «Προσπαθώ να τους προσεγγίσω “με το μαλακό” για να αποκτήσουν εμπιστοσύνη, ώστε μετά να μπορώ να δείξω και πιο εξεζητημένα πράγματα. Αυτός είναι και ο σκοπός μου: να μάθουν περισσότερα για το εύρος της ελληνικής κουζίνας».
Πέρα από τα social media, η σεφ έχει επεκταθεί και στα pop-up εστιατόρια, σε προσωρινές δηλαδή γαστρονομικές εμπειρίες όπου σερβίρει κρητικές γεύσεις στο φινλανδικό κοινό. Η ερώτηση που προκύπτει είναι αναπόφευκτη: διατηρεί τις συνταγές αυτούσιες ή τις προσαρμόζει στα τοπικά δεδομένα;
«Γενικά, προσαρμόζω τις συνταγές», λέει. Ένα παράδειγμα είναι το πιλάφι που σέρβιρε σε ένα χριστουγεννιάτικο event σε ανοιχτό χώρο: αντί για την κλασική εκδοχή, το συνόδευσε με ρόδι, γιαούρτι και τραγανή πέτσα από κοτόπουλο. Η προσαρμογή δεν σημαίνει αναγκαστικά αλλοίωση, πρόκειται για έναν διάλογο ανάμεσα σε δύο γαστρονομικές παραδόσεις.
Γυναίκα σεφ σε ανδροκρατούμενο χώρο
Η επαγγελματική κουζίνα παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, ανδρικό προπύργιο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Φινλανδία. Η έχει βιώσει και τις δύο πραγματικότητες.
«Παντού είναι κάπως “μάτσο” η κατάσταση», παρατηρεί. «Ακόμα και εδώ υπάρχουν απαρχαιωμένες αντιλήψεις που περνάνε από γενιά σε γενιά. Μπορεί να μη φαίνονται τόσο έντονα όσο στην Κρήτη, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι τόσο εκφραστικοί και ανοιχτοί στο να δείξουν το συναίσθημά τους, αλλά και εδώ υπάρχουν».
Η σύνδεση της μαγειρικής με τη θηλυκότητα —μέσω της έννοιας της φροντίδας— δημιουργεί μια ιδιόμορφη αντίφαση: ενώ το φαγητό παραδοσιακά συνδέεται με τη γυναίκα στο σπίτι, η επαγγελματική κουζίνα λειτουργεί με κώδικες που απαιτούν την απόκρυψη οποιασδήποτε «αδυναμίας».
«Υπάρχει από σεξισμός μέχρι περιφρόνηση, ότι οι γυναίκες “δεν αντέχουν”», λέει ευθέως η Μαυριγιαννάκη. Και προσθέτει: «Κατά κάποιο τρόπο γίνεται σκόπιμα για να επιβεβαιωθεί αυτή η αντίληψη».
Διαφορετικά προβλήματα, ίδια ουσία
Η σύγκριση ανάμεσα στις δύο χώρες δεν οδηγεί σε απλοϊκά συμπεράσματα. «Εξαρτάται τι θα σου τύχει», απαντά όταν ερωτάται αν οι συμπεριφορές είναι καλύτερες στη Φινλανδία. «Σε ένα πρώτο, επιφανειακό επίπεδο ίσως ναι, αλλά όπως είπαμε υπάρχουν άλλα προβλήματα».
Η διαφορά έγκειται στη μορφή, όχι στην ουσία. «Εδώ δεν είναι σύνηθες να σου φέρονται άσχημα επειδή είσαι γυναίκα, αλλά μπορεί να μη πληρωθείς στην ώρα σου», εξηγεί. «Θα έχεις όλα τα νόμιμα, όπως άδειες κ.λπ., αλλά μπορεί να αντιμετωπίσεις bullying».
«Και γιατί πρέπει να είναι δυσάρεστες οι συνθήκες στο εστιατόριο; Σίγουρα υπάρχει ορθοστασία και πίεση χρόνου, αλλά αυτό θα έπρεπε να είναι όλο», σκέφτεται.
H νέα γενιά σεφ
Η ερώτηση για μια πιθανή επιστροφή στην Ελλάδα ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για το τι μπορεί να προσφέρει η εμπειρία του εξωτερικού, ιδίως στους νέους που ξεκινούν στον χώρο της εστίασης.
«Σίγουρα στη μαγειρική, επειδή είναι πολύ πρακτικό επάγγελμα, η εμπειρία μετράει, όπως και σε άλλες δουλειές», τονίζει η σεφ. «Είναι συνηθισμένο ακόμα και στην ίδια χώρα να αλλάζεις μαγαζιά για να μάθεις πράγματα ανάλογα με τα ενδιαφέροντά σου».
Η μετανάστευση, στο πλαίσιο αυτό, δεν χρειάζεται να είναι μονόδρομος. «Με το να πας στο εξωτερικό, μπορεί να δεις κάποια άλλα πράγματα τα οποία να σε βοηθήσουν και ίσως μετά να θες να γυρίσεις», λέει. «Δεν χρειάζεται να κάτσεις αναγκαστικά για πάντα».
Πέρα από τις τεχνικές δεξιότητες, η εμπειρία του εξωτερικού προσφέρει κάτι εξίσου σημαντικό: ένα μέτρο σύγκρισης. «Πέρα από το εργασιακό, βλέπεις πώς λειτουργούν τα πράγματα αλλού, κάτι που σε βοηθάει να κάνεις αλλαγές αν γυρίσεις πίσω», εξηγεί.
Η τελευταία της παρατήρηση αγγίζει μια βαθύτερη πληγή της ελληνικής κοινωνίας: «Γιατί, καλώς ή κακώς, στην Ελλάδα συχνά σου λένε “σώπα, έτσι είναι, μην λες τίποτα”. Όταν δεν έχεις μέτρο σύγκρισης, είναι πολύ πιο εύκολο να σε κάνουν να σωπάσεις και να αποδεχθείς καταστάσεις που δεν θα έπρεπε».
Η επιστροφή που απέτυχε
Η ερώτηση για μια πιθανή επιστροφή στην Ελλάδα δεν είναι υποθετική για την Αΐνο Μαυριγιαννάκη. «Γύρισα μία φορά και ξανάφυγα, είναι πολυεπίπεδα τα προβλήματα στη χώρα».
Τα εμπόδια που περιγράφει είναι απτά και σύγχρονα: η στεγαστική κρίση, η εποχικότητα της εργασίας, η αδυναμία να χτίσει κανείς μια σταθερή ζωή. «Τώρα δεν μπορείς να βρεις σπίτι», εξηγεί. «Κι αν ήθελα να γυρίσω, σκέφτομαι πού θα μείνω. Μετά, σε μέρη όπως τα Χανιά, παίζει πάρα πολύ η δουλειά με τη σεζόν. Εγώ δεν θέλω να δουλεύω σεζόν· να μην έχω ζωή τον μισό χρόνο και τον υπόλοιπο μισό να βαριέμαι».
Το αρχικό σχέδιο ήταν διαφορετικό. «Ο σκοπός μου ήταν να έρθω εδώ, να βγάλω λεφτά και να γυρίσω», θυμάται. «Αλλά εδώ δεν βγάζεις πλέον λεφτά πουθενά. Είναι τρομερό. Κάποια πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα δεν υπάρχουν πια πουθενά».
Η απογοήτευση είναι εμφανής. «Μερικά πράγματα που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια δεν τα φανταζόμουν ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα — ή μάλλον εφιάλτες», λέει. «Οπότε δεν ξέρω πώς μπορώ να γυρίσω».
Νέα σχέδια, νέα πραγματικότητα
Η πανδημία ανέτρεψε πολλά. Η σεφ επέστρεψε στη Φινλανδία λόγω του κορωνοϊού, και ενώ προσπαθούσε να σταθεροποιήσει τη ζωή της, η οικονομία επιδεινώθηκε. «Δεν είμαι καιρό ελεύθερος επαγγελματίας και οι συνθήκες δεν είναι οι καλύτερες», παραδέχεται.
Αυτή η αβεβαιότητα την οδήγησε να επανεξετάσει τους στόχους της. «Ενώ παλιά ήθελα δικό μου εστιατόριο, τώρα σκέφτομαι κάτι πιο πολυδιάστατο», λέει. «Θέλω να έχω βάση στη Φινλανδία, αλλά να μπορώ να κινούμαι πιο ελεύθερα».
Η λύση που αναζητά είναι η κινητικότητα ανάμεσα στις δύο πατρίδες της. «Ο στόχος μου είναι να μπορώ να κινούμαι ανάμεσα στις δύο χώρες μου», εξηγεί. «Αν είμαι μόνο στην Ελλάδα, μου λείπει η Φινλανδία, και αν είμαι μόνο εδώ, μου λείπει η Ελλάδα».
«Δεν μπορώ να είμαι δεσμευμένη υπάλληλος σε ένα μαγαζί, ούτε να έχω δικό μου, εκτός αν το στήσω διαφορετικά», λέει. Τα social media έχουν γίνει το εργαλείο που της επιτρέπει αυτή την ευελιξία. «Μου επιτρέπουν να δουλεύω μέσω ίντερνετ, κάτι που αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι είναι εφικτό, παρόλο που μου φαινόταν απίθανο», λέει.
Η κατάρα και η ευλογία της διπλής ταυτότητας
«Ποια χώρα αγαπάς περισσότερο, την Ελλάδα ή τη Φινλανδία;» Η ερώτηση την κάνει να χαμογελάσει. «Αυτό μόνο οι Έλληνες με ρωτάνε! Ποτέ δεν με έχει ρωτήσει Φινλανδός».
Η απάντηση δεν είναι απλή — και ίσως δεν υπάρχει. «Προφανώς, επειδή έχω μεγαλώσει πιο πολύ στην Ελλάδα, έχω πιο έντονα ελληνικά στοιχεία», λέει. «Από την άλλη, ανάλογα πού βρίσκομαι, φαίνονται πιο έντονα τα στοιχεία του άλλου μέρους».
Η διπλή ταυτότητα φέρνει μαζί της μια μόνιμη αίσθηση ελλείμματος. «Είναι λίγο σαν κατάρα, όπως σου είπα, γιατί πάντα θα σου λείπει κάτι», παραδέχεται. «Αλλά κάπου πρέπει να το ισορροπήσεις ή να βρεις τρόπο να το κάνεις εσύ».
Η μαγειρική έχει γίνει το μέσο για αυτή την ισορροπία. «Προσπαθώ να το βρω αυτό και μέσα από τη δουλειά μου», λέει. Και εδώ οι δύο πολιτισμοί διαφέρουν ριζικά: «Σίγουρα η Ελλάδα έχει πιο έντονο το στοιχείο γύρω από το φαγητό σε σχέση με τη Φινλανδία. Δεν είναι ότι δεν υπάρχει καλό φαγητό εδώ, αλλά δεν είναι τόσο “πορωμένοι” όπως εμείς, που καθόμαστε στο τραπέζι και περνάμε ώρες. Εδώ δεν έχουν τόσο αυτή την εθνική υπερηφάνεια για το φαγητό τους, είναι πιο ουδέτεροι».
Δύο κουλτούρες, δύο σχέσεις με το φαγητό
Στην Ελλάδα, η ταβέρνα στο χωριό, η παρέα, το κρασί και οι ώρες στο τραπέζι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής. Στη Φινλανδία, η εικόνα είναι διαφορετική. Η γαστρονομική παράδοση υπάρχει—τα καπνιστά προϊόντα, για παράδειγμα, αποτελούν κομμάτι της κληρονομιάς της. «Προφανώς λόγω των καιρικών συνθηκών έπρεπε να συντηρούν τα τρόφιμα, γι’ αυτό και τα καπνιστά», εξηγεί. Όμως η ευρύτερη κουλτούρα του φαγητού παρέμεινε για δεκαετίες υποανάπτυκτη.
Η εξήγηση δεν είναι απλή, ούτε μονοδιάστατη. «Η κουλτούρα του φαγητού είναι λιγότερο ανεπτυγμένη για πολλούς λόγους», αναλύει η σεφ. «Λόγω πολέμων, κακουχιών, αλλά και επειδή η βιομηχανική επανάσταση ήρθε πιο γρήγορα εδώ, με αποτέλεσμα να δουλεύουν και ο πατέρας και η μητέρα».
Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν: τα ωράρια των σχολείων, η αραιοκατοικημένη χώρα, ακόμα και η ποτοαπαγόρευση που ίσχυε παλιότερα, και «εξαιτίας της οποίας έβλεπαν πολύ αρνητικά τα εστιατόρια», σημειώνει.
«Εγώ δεν έχω αναμνήσεις ως παιδί, όταν ερχόμουν εδώ, να τρώμε έξω», λέει. «Αντίθετα, τα ξαδέρφια μου στην Ελλάδα έχουν όλο αναμνήσεις με φαγητό, ταβέρνες και εξόδους».
Η Φινλανδία ήταν για πολλά χρόνια φτωχή χώρα. «Εδώ υπήρχαν πάρα πολύ λίγα εστιατόρια και ήταν μόνο για ειδικές περιστάσεις», εξηγεί. «Η οικονομία βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια, καθώς το 1991 είχαν περάσει μια φοβερή κρίση».
Η εξέλιξη όμως είναι ορατή. «Από το 2012 που ήρθα στη σχολή μέχρι τώρα, η κατάσταση έχει εξελιχθεί φοβερά όσον αφορά τη γαστρονομία και τα εστιατόρια», παρατηρεί η σεφ.
Η Φινλανδία ήταν για πολλά χρόνια φτωχή χώρα. «Εδώ υπήρχαν πάρα πολύ λίγα εστιατόρια και ήταν μόνο για ειδικές περιστάσεις», εξηγεί. «Η οικονομία βελτιώθηκε τα τελευταία χρόνια, καθώς το 1991 είχαν περάσει μια φοβερή κρίση».
Η εξέλιξη όμως είναι ορατή. «Από το 2012 που ήρθα στη σχολή μέχρι τώρα, η κατάσταση έχει εξελιχθεί φοβερά όσον αφορά τη γαστρονομία και τα εστιατόρια», παρατηρεί η σεφ.
Παρόλα αυτά, η νοοτροπία παραμένει διαφορετική. «Στην Ελλάδα θα σπαταλήσουμε και τα τελευταία μας λεφτά για να φάμε έξω», λέει χαρακτηριστικά. «Εδώ τώρα που δεν πάει καλά η οικονομία, λένε ότι ακόμα και αυτοί που έχουν λεφτά δεν τα χαλάνε, αλλά τα βάζουν στην άκρη. Λέγεται ότι αυτή τη στιγμή έχουν τις περισσότερες αποταμιεύσεις στην ιστορία της χώρας».