Κρυπτονομίσματα: Πώς από “αόρατα” θα μπουν σε ρότα φορολόγησης;
Διαβάζεται σε 7'
Νέο πλαίσιο φορολογικής διαφάνειας επιχειρείται να διαμορφωθεί στα κρυπτονομίσματα με αυτόματη ανταλλαγή στοιχείων μέσω ΟΟΣΑ.
- 14 Φεβρουαρίου 2026 07:27
Μπορεί τα κρυπτονομίσματα να αποτελούν πλέον μια βασική επενδυτικής δραστηριότητας, ωστόσο στην Ελλάδα βρίσκονται, ως προς τη φορολόγηση τους, σε μια “γκρίζα ζώνη”. Έτσι ούτε όσοι και όσες αποκτούν υπεραξίες μπορούν να τα επικαλεστούν ως “εισόδημα” αλλά ούτε και η εφορία μπορεί να τα εντοπίσει και να τα φορολογήσει.
Ουσιαστικά, ακόμη, παρά το ότι έχουν συσταθεί σχετικές ομάδες εργασίας και έχουν γίνει κάποιες επεξεργασίες δεν υπάρχει το κατάλληλο φορολογικό πλαίσιο για τη φορολόγηση της υπεραξίας που προκύπτει από την πώληση κρυπτονομισμάτων. Άρα δεν μπορεί τα κέρδη να μπουν στην οικονομία ως νομίμως αποκτηθέντα από τους επενδυτές.
Εκκρεμότητες
Μία από τις βασικές εκκρεμότητες έχει να κάνει με την αδειοδότηση των πλατφορμών crypto που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα πριν από την εφαρμογή του Κανονισμού MiCA. Πρόσφατα, με σχετική απόφαση παρατάθηκε έως τις 30 Ιουνίου 2026 η προθεσμία αδειοδότησης για τις έξι πλατφόρμες crypto που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα πριν από την εφαρμογή του Κανονισμού MiCA.
Προφανώς οι εποπτικές αρχές και δη η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε συνεργασία με την Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, θεωρούν ότι απαιτείται πρόσθετος χρόνος για να αποκτήσουν οι έξι αυτές πλατφόρμες πλήρη άδεια. Να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα τελούσαν υπό περιορισμένη εποπτεία, κυρίως σε θέματα νομιμοποίησης εσόδων,
Φορολόγηση
Την ίδια ώρα το Υπουργείο Οικονομικών επεξεργάζεται σενάρια για το πώς θα διασφαλίσει όρους διαφάνειας στην αγορά αλλά και το πώς θα εντάξει στην νόμιμη οικονομία τα κέρδη από έναν κλάδο που καλπάζει. Με βάση πληροφορίες στο τραπέζι είναι είτε η αυτοτελής φορολόγηση της υπεραξίας με έναν βασικό συντελεστή συντελεστή της τάξεως του 15%, σημαντικά μεγαλύτερος (τριπλάσιος) π.χ. από τα μερίσματα, είτε η μηδενική φορολόγηση ως κίνητρο για την “αποκάλυψη” περιουσιακών στοιχείων.
Υπενθυμίζεται ότι σήμερα τα κρυπτονομίσματα θεωρούνται ως ως μέσο πληρωμής και όχι ως επενδυτικό προϊόν. Πάντως πολλοί φορολογούμενοι τα δηλώσουν ατύπως, αναγράφοντας αξία κτήσης και πώλησης στους κωδικούς 743 και 781 και την υπεραξία στον κωδικό 865 του Ε1, καταβάλλοντας φόρο 15% ώστε να μπορούν να δικαιολογήσουν τα κεφάλαια σε περίπτωση ελέγχου. Βέβαια αυτό δεν λειτουργεί “στερεα” κι έτσι συχνά δεν μπορεί να τεκμηριωθεί μια υπεραξία π.χ. σε ένα “πόθεν έσχες”.
Ένα σημαντικό βήμα
Πάντως, ήδη, ένα σημαντικό βήμα έχει γίνει. Πλέον, η Ελλάδα εντάσσεται στο διεθνές σύστημα αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών του ΟΟΣΑ για τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Με την κύρωση της πολυμερούς συμφωνίας για το Crypto-Asset Reporting Framework (CARF), η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων αποκτά πλέον τη δυνατότητα να παρακολουθεί συστηματικά τη δραστηριότητα των φορολογικών κατοίκων στις πλατφόρμες συναλλαγών crypto, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.
Με την εφαρμογή του CARF, επεκτείνεται ένα μοντέλο που εφαρμόζεται ήδη στις τράπεζες. Πρόκειται για το CRS (Common Reporting Standard), το διεθνές πρότυπο αυτόματης ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών για τραπεζικούς λογαριασμούς. Μέσω αυτού, οι χώρες ανταλλάσσουν στοιχεία για καταθέσεις, τόκους και εισοδήματα πολιτών που διατηρούν λογαριασμούς στο εξωτερικό. Η ίδια λογική μεταφέρεται πλέον και στον κόσμο των κρυπτονομισμάτων.
Στην πράξη, όπως οι τράπεζες στέλνουν δεδομένα για τις κινήσεις των πελατών τους, έτσι και τα ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων θα υποχρεώνονται να διαβιβάζουν αναλυτικές πληροφορίες για τις συναλλαγές των χρηστών. Η ανταλλαγή θα γίνεται αυτόματα κάθε χρόνο μεταξύ των κρατών που συμμετέχουν στη συμφωνία, δημιουργώντας ένα παγκόσμιο δίκτυο φορολογικής πληροφόρησης για την ψηφιακή οικονομία.
Η ΑΑΔΕ
Με τη συμφωνία, η ΑΑΔΕ ορίζεται ως η αρμόδια αρχή για τη συλλογή, επεξεργασία και διαβίβαση φορολογικών στοιχείων που αφορούν χρήστες κρυπτοστοιχείων. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 και για κάθε επόμενο έτος, τα δεδομένα θα αποστέλλονται αυτόματα στις φορολογικές αρχές άλλων χωρών που συμμετέχουν στη συμφωνία, ενώ η Ελλάδα θα λαμβάνει αντίστοιχες πληροφορίες για Έλληνες φορολογικούς κατοίκους που δραστηριοποιούνται σε ξένες πλατφόρμες.
Αναλυτικά ο νόμος, πλέον, προσδιορίζει τις πληροφορίες που θα πρέπει να αποστέλλουν οι πάροχοι, οι οποίες και θα διαβιβάζονται στις φορολογικές αρχές που έχουν επίσης υιοθετήσει τις οδηγίες της Ε.Ε.
Οι πληροφορίες αυτές είναι:
- Το όνομα, η διεύθυνση, η δικαιοδοσία κατοικίας, ο ΑΦΜ και η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου).
- Η επωνυμία, η διεύθυνση και ο αριθμός αναγνώρισης του δηλούντος παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.
- Κάθε είδος σχετικού κρυπτοστοιχείου σε σχέση με το οποίο ο δηλών πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει πραγματοποιήσει συναλλαγές κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου αναφοράς.
- Η πλήρης ονομασία του είδους του σχετικού κρυπτοστοιχείου.
- Το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι παραστατικού νομίσματος.
- Το συνολικό ακαθάριστο ποσό που εισπράχθηκε.
- Ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι παραστατικού νομίσματος.
- Η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι άλλων σχετικών κρυπτοστοιχείων.
- Η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι άλλων σχετικών κρυπτοστοιχείων.
- Η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των δηλωτέων συναλλαγών πληρωμών λιανικής.
- Η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον δηλούντα πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.
Ουσιαστικά με το νέο καθεστώς οι λεγόμενοι «δηλούντες πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων»: ανταλλακτήρια, μεσίτες, πλατφόρμες trading και ψηφιακά πορτοφόλια που διαχειρίζονται λογαριασμούς πελατών επειχείται να μπουν σε ρότα δοιαφάνειας, καθώς θα πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρές διαδικασίες ταυτοποίησης, να ζητούν από τους χρήστες στοιχεία φορολογικής κατοικίας και ΑΦΜ και να τηρούν αναλυτικά αρχεία για τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Με τον τρόπο αυτό, οι φορολογικές αρχές θα έχουν μια συνολική εικόνα της επενδυτικής δραστηριότητας κάθε χρήστη, διευκολύνοντας τους ελέγχους και τις διασταυρώσεις με τις φορολογικές δηλώσεις. Για τους ιδιώτες επενδυτές, η αλλαγή σημαίνει ότι η δραστηριότητα στα οργανωμένα ανταλλακτήρια δεν θα είναι πλέον «αόρατη».
Έτσι, ένας φορολογικός κάτοικος Ελλάδας που συναλλάσσεται σε πλατφόρμα του εξωτερικού θα δηλώνεται αυτόματα στην ΑΑΔΕ, χωρίς να απαιτείται κάποιο επιπλέον αίτημα ή έρευνα. Αντίστοιχα, αλλοδαποί χρήστες ελληνικών παρόχων θα αναφέρονται στις χώρες τους.
Μια χαρακτηριστική περίπτωση
Ενδεικτική, πάντως, της μέχρι τώρα “θολής κατάστασης” είναι το ό,τι έγινε με τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), που πρόσφατα ακύρωσε πρόστιμα και φόρους που είχαν επιβληθεί από φορολογικές αρχές σε κέρδη από πώληση κρυπτονομισμάτων, επικαλούμενη το υφιστάμενο νομοθετικό κενό.
Ο έλεγχος ξεκίνησε από τραπεζικό λογαριασμό φορολογούμενης στο εξωτερικό, στον οποίο βρέθηκαν 50.000 ευρώ από πώληση κρυπτονομισμάτων. Η αρχική επένδυση ήταν 38.000 ευρώ, με την υπεραξία να ανέρχεται στα 12.000 ευρώ. Οι ελεγκτές του Ελεγκτικού Κέντρου Αττικής θεώρησαν το ποσό αυτό ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και καταλόγισαν φόρους και πρόστιμα που ξεπέρασαν συνολικά τις 24.000 ευρώ.
Ωστόσο, η ΔΕΔ έκρινε πως η φορολόγηση αυτή ήταν εσφαλμένη, επικαλούμενη τις διατάξεις του Ν. 4172/2013. Σύμφωνα με την απόφαση, τα κέρδη από κρυπτονομίσματα δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που ορίζουν τη φορολόγηση υπεραξιών από τίτλους, καθώς η σχετική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει τα ψηφιακά νομίσματα.