Ανδρέας Ρήγας: H αλήθεια είναι αντικειμενικό μέγεθος μόνον όταν εκφράζει νόμους και συνθήκες της φύσης

Διαβάζεται σε 12'
Ανδρέας Ρήγας: H αλήθεια είναι αντικειμενικό μέγεθος μόνον όταν εκφράζει νόμους και συνθήκες της φύσης

Ο συγγραφέας Ανδρέας Ρήγας μιλάει στον Οδυσσέα Ιωάννου με αφορμή το βιβλίο του «Η αλήθεια είναι ψάρι του βυθού» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αγγελάκη

Γεννήθηκε στην Καλαμάτα, σπούδασε στην Φιλοσοφική της Αθήνας κι εργάστηκε για σειρά ετών στην Δημόσια Εκπαίδευση. Μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην Αθήνα και στην Σύρο, έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με την ζωγραφική και από 1999 δανείζει την φωνή του στην μεταγλώττιση ταινιών κινουμένων σχεδίων και ντοκιμαντέρ.  Το πρώτο του μυθιστόρημα, η «Ματωμένη ταυτότητα» κυκλοφόρησε το 2017.

Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε το βιβλίο «Η αλήθεια είναι ψάρι του βυθού», από τις Εκδόσεις Αγγελάκη. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, μία ιστορία που εκτυλίσσεται στην Αθήνα, στα μέσα της δεκαετίας του 80.
Ιδιαίτερη πλοκή, χαρακτήρες οικείοι και μία γλώσσα που σε κερδίζει από τις πρώτες σελίδες. Ένα κουβάρι που μοιάζει δύσκολο να λυθεί, άνθρωποι με κρυμμένο, αφώτιστο παρελθόν, σε μία Αθήνα, λίγο πριν το Τσέρνομπιλ, που ζει την «ξέγνοιαστη» δεκαετία της. Ένα βιβλίο που σε κερδίζει ακόμη κι αν δεν είσαι αναγνώστης αστυνομικής λογοτεχνίας.
Γιατί «το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας»

Γιατί επέλεξες την Αθήνα της δεκαετίας τού ‘80 ως σκηνικό της ιστορίας; Οικείο περιβάλλον, γνώριμη εποχή;

Νομίζω ότι το γεγονός πως άρχισα να γράφω κάπως αργά, ήταν που καθόρισε και το σκηνικό των ιστοριών μου ως τώρα. Αν για τον αναγνώστη τα βιβλία μου είναι αστυνομικές ιστορίες, για μένα είναι παράλληλα και ένα είδος «εσωτερικών» απομνημονευμάτων, γιατί το υλικό που χρησιμοποίησα για να στήσω τα σκηνικά τους είναι οι αναμνήσεις μου από τις δεκαετίες, του ’60, ’70 και ’80, δηλαδή τα χρόνια που από παιδί γινόμουν διαδοχικά έφηβος, φοιτητής, φαντάρος, εργαζόμενος, οικογενειάρχης.

Ήταν χρόνια με πολύ έντονες πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις, με γεγονότα που καθόρισαν και εν μέρει καθορίζουν ακόμα την νεοελληνική κοινωνία, μαζί κι εμένα. Είναι εποχές που τις έζησα «από μέσα» και για τα καλά, τις ξέρω, μπορώ να τις αναπλάθω και να κυκλοφορώ με άνεση μέσα τους. Καθώς, μεγαλώνοντας, άρχισα να υποψιάζομαι ότι η μνήμη μου δεν θα λειτουργεί για πάντα ως σκληρός δίσκος άπειρης χωρητικότητας αλλά μάλλον ως ένα παλίμψηστο, πήρα την απόφαση, τις αναμνήσεις μου από εκείνες τις «ένδοξες» εποχές, προτού ξεθωριάσουν και σβηστούν, να τις κάνω σκηνικό για τις ιστορίες μου. Και λέω να συνεχίσω έτσι μέχρι, κάποτε, να ξεμπερδέψω μαζί τους…

Πόση προσωπική έρευνα κρύβει το βιβλίο, όσον αφορά πραγματολογικά στοιχεία;

Πολλή, είναι η αλήθεια… Αφετηρία μου ήταν σχεδόν πάντοτε οι γνώσεις και οι αναμνήσεις μου, αλλά προσέτρεχα συνεχώς σε πηγές για να τις επιβεβαιώνω και να τις εμπλουτίζω. Και όποτε χρειάστηκε να «φτιάξω» κάτι από το μηδέν, πάλι στην έρευνα στηρίχτηκα. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιο αναγνώστη μου.

Μου έγραψε ότι το μυθιστόρημά μου «Η αλήθεια είναι ψάρι του βυθού», το διατρέχει ένας ιδιότυπος κοσμοπολιτισμός. Μάλλον είχε δίκιο… Η ιστορία μου «ακουμπάει» στο Κολβέζι του Ζαΐρ, την Μπαστιά της Κορσικής και την Μασσαλία, το Σιντί Μπελ Αμπές της Γαλλικής Αλγερίας, το Cagayan de Oro των Φιλιππίνων, την Αντίγκουα της Καραϊβικής, το Λονδίνο του ΄60, την Λεμεσό της Κύπρου.

Την ίδια στιγμή ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης και του Ευαγγελισμού, τριγυρίζει σε σοκάκια της Πλάκας, σε ερημιές του Διονύσου, στα ντοκ του Πειραιά, στο Κολωνάκι και στο Ψυχικό, σε Αιγαιοπελαγίτικα καλντερίμια… Και στις σελίδες της έχει χωρέσει λεγεωνάριους της γαλλικής λεγεώνας, Μαλτέζους ναυτικούς, κορίτσια από τα μπαρ του Μιντανάο, καράβια με εξωτικά ονόματα, ύποπτες εξωχώριες εταιρίες…

Και βέβαια, πολύ σημαντικά γεγονότα της επικαιρότητας από εκείνη την εποχή, ακόμα και γεγονότα -σταθμούς όπως το τραγικό πυρηνικό δυστύχημα του Τσέρνομπιλ.
Για όλα τούτα και για άλλα πολλά που δεν τα αναφέρω τώρα για να μην διακινδυνέψω να κάνω κάποιο spoiler, έπρεπε να ανοίξω χάρτες, να ψάξω σε αρχεία εφημερίδων και περιοδικών της εποχής, να αναζητήσω στο διαδίκτυο απίθανες πληροφορίες, να ελέγξω και να διασταυρώσω την εγκυρότητά τους πριν τις βάλω στο χαρτί. Αποδείχτηκε ότι όλο αυτό ήταν επίπονο, αλλά βγήκα «πλουσιότερος», το ίδιο, ελπίζω, και η ιστορία μου.

Συνήθως, στα αστυνομικά μυθιστορήματα, ο κεντρικός ήρωας -που συνήθως είναι ντεντέκτιβ ή αστυνομικός, είναι οξυδερκής, κάπως ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, και με σχεδόν κατεστραμμένη προσωπική ζωή. Νομίζω πως εσύ δεν ακολούθησες αυτό το στερεότυπο, ή τουλάχιστον δεν το τόνισες.

Ο κεντρικός ήρωας όπως τον περιγράφεις, είναι όντως ικανή αλλά όχι και αναγκαία συνθήκη σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ομολογώ ότι αρχίζοντας να γράφω προβληματίστηκα πάνω σε αυτό, αλλά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η εμμονή μου σε στερεότυπα θα μπορούσε να γεννήσει καρικατούρες αντί για χαρακτήρες! Ο ήρωάς μου, ο αστυνόμος Οδυσσέας Γαλανόπουλος είναι όντως λιγότερο αντισυμβατικός, αλλά πιστεύω ότι αυτό ταιριάζει περισσότερο σε έναν Έλληνα αστυνομικό, δημόσιο υπάλληλο τελικά, εκείνης της εποχής.

Έχει όμως και ο Οδυσσέας μου τα «κολλήματά» του… Είναι απείθαρχος, επίμονος και ξεροκέφαλος κάτι που συχνά τον βάζει σε κίνδυνο αλλά τελικά τον βοηθάει να πιάσει το «ψάρι» του. Όσο για την προσωπική του ζωή, νομίζω ότι απλώς τώρα στάθηκε τυχερός. Οι προηγούμενες επιλογές του σε αυτόν τον τομέα, τις οποίες μάλιστα φρόντιζε να ντύνει και με ιδεολογικό άλλοθι, αργά ή γρήγορα θα τον οδηγούσαν σε μια προσωπική ζωή μίζερη και αδιέξοδη.

Δεν αισθάνομαι πάντως ότι πρωτοτυπώ πλάθοντας ένα τέτοιο mainstream χαρακτήρα, μπορώ αίφνης να σκεφτώ αρκετούς ήρωες αστυνομικών μυθιστορημάτων που δεν έχουν τα χαρακτηριστικά του περίφημου Χάρυ Χόλε, του διάσημου ήρωα του Τζο Νέσμπο. Όσο για μένα, αν εν τέλει πέτυχα να πλάσω έναν πειστικό Έλληνα αστυνόμο,- οι αναγνώστες θα το κρίνουν αυτό-, θα είμαι ικανοποιημένος…

Τι περιθώριο υπάρχει στο αστυνομικό μυθιστόρημα να σχολιαστεί το κοινωνικό αλλά και πολιτικό φόντο της εποχής;

Κάπου διάβασα ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας. Συμφωνώ. Αυτό συμβαίνει γιατί στις μέρες μας η παραβατικότητα και συνακόλουθα η εγκληματικότητα εξαπλώνονται γοργά σε όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής, στην οικογένεια, στις σχέσεις, στο σχολείο, στις παρέες, στα γήπεδα, στην οικονομική δραστηριότητα, στην πολιτική…

Όμως και εξελικτικά αν το δούμε, ξεκινώντας από τα hardboiled αστυνομικά της Αμερικής του 1920 και προχωρώντας στα αμερικανικά noir, στα γαλλικά neopolar αστυνομικά, φτάνοντας τέλος στα σκανδιναβικά noir και τα αντίστοιχα Μεσογειακά αστυνομικά, όλα κατηγορίες του αστυνομικού μυθιστορήματος, θα βρούμε πάντα μέσα τους, λιγότερο ή περισσότερο, την κριτική στις κοινωνικές συνθήκες ή στην πολιτικοοικονομική πραγματικότητα. Άρα, για να επανέλθω στο αρχικό ερώτημα, η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα και ο σχολιασμός της δεν βρίσκεται στο περιθώριο της αστυνομικής λογοτεχνίας αλλά διεκδικεί δυναμικά θέση στο κέντρο της, χωρίς ωστόσο αυτό να μετατρέπει τα μυθιστορήματα του είδους σε πολιτικά μανιφέστα ή κείμενα κοινωνικής καταγγελίας.

Θεωρώ ότι και στα δικά μου μυθιστορήματα υπάρχουν τέτοια σχόλια, πολιτικά και κοινωνικά. Επέλεξα να είναι χαμηλόφωνα αλλά ελπίζω ότι ο αναγνώστης θα τα αφουγκραστεί…

Συμφωνείς με τον χαρακτηρισμό «αστυνομικό μυθιστόρημα» ή αυτός είναι ένας χαρακτηρισμός που το διαχωρίζει από το μυθιστόρημα, ως λογοτεχνικό κώδικα;

Δίδασκα, θυμάμαι, τους μαθητές μου ότι βασικά στοιχεία του λογοτεχνικού κώδικα του μυθιστορήματος είναι ο πεζός λόγος, ο εκτεταμένος «μύθος», η πολυπλοκότητα στην διάρθρωση και την εξέλιξή του, τα πολλά πρόσωπα, η πολυδιάσπαση της αφηγηματικής δράσης σε χώρο και χρόνο κ.λπ. Το αστυνομικό μυθιστόρημα τα έχει όλα αυτά και μαζί κάποια ακόμα, όπως την ανατροπή, την λύση και την κάθαρση που έρχεται με την απονομή της δικαιοσύνης.

Οπότε, ακόμα και αν ήθελε κάποιος να διαχωρίσει το είδος του από το γένος στο οποίο δικαιωματικά ανήκει, δεν θα εύρισκε ικανά επιχειρήματα. Χαρακτηρισμοί όπως αστυνομικό μυθιστόρημα, κοινωνικό, ιστορικό κ.ά. , είναι χρήσιμοι για να συνεννοούμαστε και απαραίτητοι στην γραμματολογική μελέτη και έρευνα. Δεν είναι αξιολογικοί, δεν δημιουργούν πρόσημο, θετικό ή αρνητικό για ένα βιβλίο…

Η αλήθεια είναι κάποιο αντικειμενικό μέγεθος; Το αστυνομικό μυθιστόρημα στήνεται πάνω στην λογική, στην μεθοδολογία και στο τέλος στην απόδειξη της αλήθειας;

Νομίζω ότι η αλήθεια είναι αντικειμενικό μέγεθος μόνον όταν εκφράζει νόμους και συνθήκες της φύσης ή περιγράφει καταστάσεις που δεν είναι δυνατόν να ανατρέψει ο άνθρωπος (πχ τον θάνατο) . Όλες οι άλλες αλήθειες, είναι σχετικές, ανάμεσά τους και «τα ψάρια του βυθού», οι αλήθειες που φέρνει στο φως το αστυνομικό μυθιστόρημα.

Ό τι αποτελεί την ουσία στα έργα αυτού του είδους, δηλαδή οι παραβατικές πράξεις των ανθρώπων και τα κίνητρα που τις υπαγορεύουν, περιέχει κατ’ ανάγκη την υποκειμενικότητα, τα συναισθήματα, τις κοινωνικές συνθήκες και τις προσωπικές πεποιθήσεις, ακόμα και την μεροληψία ή την προκατάληψη. Το ίδιο ισχύει και για την απονομή της δικαιοσύνης, την κάθαρση με την οποία ένα αστυνομικό μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του.
Όμως ο αστυνομικός συγγραφέας πάντα προσπαθεί να στήσει την ιστορία του χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της αντικειμενικής αλήθειας, δηλαδή τους λογικούς συλλογισμούς, την μεθοδολογία και την απόδειξη.

Τα ίδια εργαλεία βάζει συνήθως και στα χέρια του πρωταγωνιστή του όποιος κι αν είναι αυτός, σκληροτράχηλος επιθεωρητής της Νέας Υόρκης, κουστουμαρισμένος πράκτορας του FBI, ιδιόρρυθμος Βέλγος ερευνητής, παρατηρητική γηραιά δεσποινίς της αγγλικής επαρχίας, «ψυχολόγος» επιθεωρητής στο βροχερό Παρίσι, Σουηδός συναισθηματικά ευάλωτος και λάτρης της Όπερας, δικαστής στην αρχαία Κίνα, μοναχός στην μεσαιωνική Αγγλία, καλοφαγάς αστυνόμος σε επαρχιακή πόλη της Σικελίας ή Έλληνας ομόλογός του με ιδιαίτερη αδυναμία στα γεμιστά της συζύγου του…

Ποιες είναι οι αναφορές σου στο αστυνομικό μυθιστόρημα; Συγγραφείς, βιβλία, από Ελλάδα αλλά και εξωτερικό.

Διαβάζω αστυνομικά ήδη από την εποχή που ήμουν μαθητής στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού! Ευτυχώς ο κυρ-Τάκης ο περιπτεράς της γειτονιά μας, δεν καταλάβαινε από απαγορεύσεις και «πολιτική ορθότητα», οπότε τροφοδοτούσε αφειδώς τα πιτσιρίκια των 10-12 χρονών με μεταχειρισμένα τεύχη των εβδομαδιαίων περιοδικών «Μυστήριο» και «Μάσκα» που δημοσίευαν αστυνομικές ιστορίες, ακατάλληλες, θεωρητικά, για τα μάτια μας.

Εκεί γνωρίστηκα και με τον ντετέκτιβ Λέμι Κόσιον του Πήτερ Τσέινι, που έγινε, και παραμένει, από τους πιο αγαπητούς μου ήρωες αστυνομικών ιστοριών! Αργότερα, στο γυμνάσιο, ήρθαν τα υπέροχα αστυνομικά Βίπερ με τις noir αστυνομικές ιστορίες καθώς και η αξέχαστη αστυνομική σειρά των εκδόσεων Λυχνάρι που με έβαλε στον κόσμο των ηρώων της μεγάλης Άγκαθα Κρίστι. Και πάλι μεταχειρισμένα τα αγόραζα με το πενιχρό μου χαρτζιλίκι, σκαλίζοντας και διαλέγοντας από τις στοίβες μεταχειρισμένων που τότε έβρισκε κανείς σχεδόν σε κάθε περίπτερο…

Στο τέλος της δεκαετίας του 70, φοιτητής πια, στους πάγκους με τα μεταχειρισμένα βιβλία πλάι στην Νομική, ανακάλυψα τον Ζορζ Σιμενόν και τον Μαιγκρέ του αλλά και τον δικό μας δικό μας, τον πατριάρχη του ελληνικού αστυνομικού Γιάννη Μαρή. Κι έτσι συνεχίστηκε η σχέση μου με την αστυνομική λογοτεχνία, με ενοχές και με συχνές και μακροχρόνιες απιστίες από την μεριά μου, το ομολογώ, ίσως γιατί είχαμε μπει πια στο ’80, εγώ τελείωνα την Φιλοσοφική και τα διαβάσματά μου είχαν «σοβαρέψει», τα αστυνομικά είχαν εξοριστεί αυστηρά στις καλοκαιρινές διακοπές…

Ευτυχώς, λίγο αργότερα κάποιοι εκδοτικοί οίκοι, ξεχωρίζω ανάμεσα τους την Άγρα και το Θεμέλιο για τις ιδιαίτερα επιμελημένες εκδόσεις τους, μου γνώρισαν αστυνομικούς συγγραφείς όπως ο Ρόμπερτ Βαν Γκούλικ με τον ήρωά του τον Δικαστή Τι, η Πίτρες Έλις με τον Αδελφό Κάντφελ, Βενεδικτίνο καλόγερο του Μεσαίωνα, ή μου ξανασύστησαν τον Ζωρζ Σιμενόν. Τα αστυνομικά μπορούσαν να ανέβουν επιτέλους και στα επάνω ράφια της βιβλιοθήκης μου!

Έκτοτε, από αστυνομική λογοτεχνία έχω διαβάσει «τον άμμο της θάλασσας». Σκανδιναβούς, Γάλλους, Ισλανδούς, Γερμανούς και άλλους, ανάμεσά τους και σημαντικούς συγγραφείς με πολύ δυνατά έργα. Και φυσικά πολλούς άξιους Έλληνες ομότεχνούς τους. Επιτρέψτε μου όμως να αναφερθώ ονομαστικά σε εκείνους που αγάπησα περισσότερο και νιώθω ότι με το σύνολο του έργου τους με επηρέασαν στην γραφή μου. Είναι ο μέγας Σιμενόν με τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, ο αξεπέραστος Αντρέα Καμιλλέρι με τον αστυνόμο Μονταλμπάνο, ο αγαπημένος Χένιγκ Μανκέλ με τον επιθεωρητή Κουρτ Βαλάντερ, και ο δικός μας σπουδαίος Πέτρος Μάρκαρης με τον αστυνόμο Χαρίτο.

Αν πρέπει να δηλώσω και τίτλους βιβλίων, θα διαλέξω βιβλία δύο συγγραφέων που δεν έχω ως τώρα αναφέρει. Θα υποκλίνομαι και θα επιστρέφω πάντα στο «Όνομα του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, που απέδειξε ότι μια αστυνομική ιστορία δένει αρμονικά ακόμα και με μια μονογραφία περί μοναχικών ταγμάτων και αιρέσεων του Μεσαίωνα, καθώς και στην τριλογία του Μωρίς Αττιά (Μαύρο Αλγέρι, Κόκκινη Μασσαλία, Παρίσι μπλουζ) που με έπεισε για την σημασία των υποσημειώσεων στο αστυνομικό μυθιστόρημα.
Έχεις κυκλοφορήσει δύο αστυνομικά μυθιστορήματα. Αυτή είναι μία οριστική απόφαση; Το επόμενο θα είναι επίσης αστυνομικό;

Ναι. «Μαγειρεύεται» ήδη το επόμενο αστυνομικό μου, αλλά όσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία μου, ξέρουν ότι συνηθίζω να ρίχνω στην χύτρα μου και μια-δυο δόσεις κοινωνικού καθώς και μια πρέζα περιπέτειας. Δηλώνω ευθαρσώς ότι εδώ δεν έχω οριστικοποιήσει ακόμα τις αναλογίες των υλικών μου…

Τέλος, ίσως προκύψει σύντομα και η έκδοση μιας δουλειάς μου που την έκανα στα διαλείμματα της συγγραφής του τελευταίου βιβλίου μου. Θα απευθύνεται σε παιδιά και δεν θα έχει καμία σχέση με κλέφτες και αστυνόμους!

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα