Π. Παυλόπουλος: Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου στα Συντάγματα της περιόδου της Εθνεγερσίας του 1821
Διαβάζεται σε 33'
Ομιλία του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας κατά την Πανηγυρική Εκδήλωση του «Πατριωτικού Ομίλου Απογόνων Αγωνιστών του 1821 και Ιστορικών Γενών της Ελλάδος» για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821.
- 16 Μαρτίου 2026 21:22
Σε ομιλία του, με θέμα: “ Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στα Συντάγματα της περιόδου της Εθνεγερσίας του 1821”, κατά την Πανηγυρική Εκδήλωση του «Πατριωτικού Ομίλου Απογόνων Αγωνιστών του 1821 και Ιστορικών Γενών της Ελλάδος» για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
Πρόλογος
Η περίοδος μετά την Εθνεγερσία της 25ης Μαρτίου 1821 και έως την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 χαρακτηρίζεται, τουλάχιστον υπό θεσμικοπολιτική έποψη, ιδίως από τον αποκαλούμενο «συνταγματισμό» των Ελλήνων και την συνακόλουθη τάση κατοχύρωσης, προεχόντως μέσω των Συνταγμάτων της περιόδου αυτής, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Βεβαίως, ψήγματα ρυθμίσεων ως προς τα δικαιώματα αυτά εμπεριέχονται και στα «Τοπικά Πολιτεύματα» της περιόδου του 1821, όπως προκύπτει π.χ. από τις «περί χρεών ή καθηκόντων του Πολιτικού Συντάγματος» διατάξεις του «Στρατοπολιτικού Διοργανισμού της Νήσου Σάμου» της 12ης Μαΐου 1821, από τις «περί των γενικών δικαιωμάτων των κατοίκων της Νήσου Κρήτης» διατάξεις του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Νήσου Κρήτης» της 20ής Μαΐου 1822, από τις διατάξεις του Πρώτου Κεφαλαίου του «Οργανισμού της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος» της 9ης Νοεμβρίου 1821, από τις διατάξεις περί «Πολιτικών» και περί «Διακηρύξεως Δικαιωμάτων και Χρεών του Έλληνος» της «Νομικής Διατάξεως της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος» της 15ης Νοεμβρίου 1821 και από τις διατάξεις του «Πρώτου Κεφαλαίου» του «Οργανισμού της Πελοποννησιακής Γερουσίας» της 27ης Δεκεμβρίου 1821.
Όμως, μία πιο συστηματική και εμπεριστατωμένη κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό την επιρροή κυρίως της Γαλλικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 και της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων των ΗΠΑ του 1791 κατά τροποποίηση του Συντάγματος των ΗΠΑ του 1787, επιχειρήθηκε από το 1822 έως το 1827 αρχικώς μέσω των Προσωρινών Συνταγμάτων της αγωνιζόμενης Ελλάδας (του 1822 και του 1823) και, εν τέλει, μέσω του οριστικού «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» του 1827.
Ο προμνημονευόμενος «συνταγματισμός» των Ελλήνων της επαναστατικής περιόδου διαπνεόταν από την ανάγκη θεσμικής εμπέδωσης του εγχειρήματος δημιουργίας ενός ανεξάρτητου και αυτόνομου Νεότερου Ελληνικού Κράτους, το οποίο ευοδώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το 1830. Ενώ η δια των Συνταγμάτων τούτων πρώιμη κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπνεόταν, αντιστοίχως, από την ανάγκη θεσμικής εμπέδωσης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων των αγωνιζόμενων Ελλήνων ως έκφρασης στην πράξη της Ελευθερίας τους μετά από τέσσερις αιώνες μαρτυρίου εξαιτίας της τυραννίας του αιμοσταγούς οθωμανικού ζυγού. Χαρακτηριστικό εν προκειμένω είναι το προοίμιο των δύο πρώτων προσωρινών Συνταγμάτων, ήτοι του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», του 1822 και του «Νόμου της Επιδαύρου», του 1823, το οποίο είχε ως εξής: “Το Ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὑπὸ τὴν φρικώδη Ὀθωμανικὴν δυναστείαν, μὴ δυνάμενον νὰ φέρῃ τὸν βαρύτατον καὶ ἀπαραδειγμάτιστον ζυγὸν τῆς τυραννίας, καὶ ἀποσεῖσαν αὐτὸν μὲ μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διὰ τῶν νομίμων Παραστατῶν του, εἰς Ἐθνικὴν συνηγμένων Συνέλευσιν, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, «τὴν Πολιτικὴν αὐτοῦ ὕπαρξιν καὶ ἀνεξαρτησίαν»”.
Ι. Η θεσμική παρακαταθήκη του Ρήγα Βελεστινλή: «Τα Δίκαια του Ανθρώπου»
Πρέπει ευθύς εξαρχής να τονισθεί εμφατικώς ότι η επιρροή των θεσμικών και πολιτικών θέσεων του Ρήγα Βελεστινλή στην σκέψη και στις προθέσεις των αγωνιζόμενων, ποικιλοτρόπως, Ελλήνων για την εν γένει οργάνωση του μελλοντικού ανεξάρτητου και αυτόνομου Ελληνικού Έθνους-Κράτους δεν είναι αμελητέα. Εθνομάρτυρας και πρόδρομος της Εθνεγερσίας του 1821, ο Ρήγας Βελεστινλής επηρεάσθηκε, ενωρίς και εντόνως, από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Στα δε επιμέρους συγγράμματά του, γραμμένα στην δημώδη γλώσσα, είναι καταφανής η προσπάθειά του να φέρει σε επαφή τους Έλληνες με τις «νέες ιδέες», που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στην Ευρώπη της εποχής.
Α. Η «Νέα Πολιτική Διοίκησις» του Ρήγα Βελεστινλή ως οιονεί προπομπός της θεσμικής θεμελίωσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους
Η «Νέα Πολιτική Διοίκησις» του Ρήγα Βελεστινλή –υπό τον τίτλο «Ρήγα του φιλοπάτριδος, Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας. Υπέρ των νόμων –ελευθερία, ισονομία, αδελφότης– και της Πατρίδος», όπως τυπώθηκε το 1797 στην Βιέννη, φέρει όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός, έστω και πρωτόλειου, «σχεδίου Συντάγματος».
1. Τα ουσιώδη θεσμικά χαρακτηριστικά της «Νέας Πολιτικής Διοικήσεως» του Ρήγα Βελεστινλή
Η «Νέα Πολιτική Διοίκησις» εμπεριέχει το σύνολο των, άκρως φιλελεύθερων για την εποχή του, απόψεων του Ρήγα Βελεστινλή και αναδεικνύει, επιπροσθέτως, τις επαναστατικές του ιδέες με αποδέκτες τους απανταχού Έλληνες, προκειμένου να προετοιμασθεί η Εθνεγερσία για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Τούτο προκύπτει από τα τέσσερα επιμέρους τμήματα, τα οποία συνέθεσαν την «Νέαν Πολιτικήν Διοίκησιν», με την εξής κατάταξη:
α) Το πρώτο τμήμα –που αναδεικνύει τις, ήδη έκδηλες, επαναστατικές ιδέες του Ρήγα Βελεστινλή, κράμα Διαφωτισμού αλλά και μίας μορφής Ρομαντισμού, εν πολλοίς– εμπεριέχει την «Ἐπαναστατικὴν Προκήρυξιν ὑπὲρ τῶν Νόμων τῆς Πατρίδος». Άκρως αντιπροσωπευτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Ὁ μέχρι τοῦδε λέγω δυστυχὴς οὗτος λαὸς βλέπωντας ὅτι ὅλαι τοῦ αἱ θλίψεις καὶ ὀδύναι, τὰ καθημερινὰ δάκρυά του, ὁ ἀφανισμός του, προέρχονται ἀπὸ τὴν κακὴν καὶ ἀχρειεστάτην διοίκησιν, ἀπὸ τὴν στέρησιν καλῶν νόμων, ἀπεφάσισεν ἐνανδριζόμενος μίαν φορὰ νὰ ἀτενίση πρὸς τὸν οὐρανόν, νὰ ἐγείρη ἀνδρείως τὸν καταβεβαρημένον τράχηλόν του, καὶ ἐνοπλίζωντας ἐμμανῶς τοὺς βραχίονάς του μὲ τὰ ἅρματα τῆς ἐκδικήσεως καὶ τῆς ἀπελπισίας νὰ ἐκβοήση μεγαλοφώνως ἐνώπιον πάσης τῆς Οἰκουμένης, μὲ βροντώδη κραυγὴν τὰ ἱερὰ καὶ ἄμωμα δίκαια ὁποὺ θεόθεν τῷ ἐχαρίσθησαν διὰ νὰ ζήση ἡσύχως ἐπάνω εἰς τὴν γῆν. Ὅθεν διὰ νὰ ἠμποροῦν ὁμοθυμαδὸν ὅλοι οἱ κάτοικοι νὰ συγκρίνωσι πάντοτε μὲ ἄγρυπνον ὄμμα τὰ κινήματα τῆς Διοικήσεως τῶν διοικούντων, μὲ τὸν σκοπὸν τῆς κοινωνικῆς αὐτῶν νομοθεσίας, ἐκτινάζοντες ἀνδρικῶς τὸν οὐτιδανὸν ζυγὸν τοῦ δεσποτισμοῦ, καὶ ἐναγκαλιζόμενοι τὴν πολύτιμον ἐλευθερίαν τῶν ἐνδόξων προπατόρων των, νὰ μὴν ἀφεθῶσιν οὐδέποτε νὰ καταπατῶνται ὡς σκλάβοι εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τὴν ἀπάνθρωπον τυραννίαν, νὰ ἔχη ἕκαστος ὡς ἂν λαμπρὸν καθρέπτην ἐμπροστὰ εἰς τὰ ὀμμάτιά του τὰ θεμέλια τῆς ἐλευθερίας, τῆς σιγουρότητος καὶ τῆς εὐτυχίας του, νὰ γνωρίζουν ἐμφανέστατα οἱ κριταὶ ποῖον εἶναι τὸ δυσαπόφευκτον χρέος των πρὸς τοὺς κρινομένους ἐλευθέρους κατοίκους, καὶ οἱ νομοθέται καὶ πρῶτοι τῆς διοικήσεως τὸν εὐθύτατον κανόνα καθ’ ὀν πρέπει νὰ ρυθμίζεται καὶ ν’ ἀποβλέπη τὸ ἐπάγγελμά των πρὸς εὐδαιμονίαν τῶν πολιτῶν, κηρύττεται λαμπροφανὼς ἡ ἀκόλουθος δημοσία φανέρωσις τῶν πολυτίμων δικαίων τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τοῦ ἐλευθέρου κατοίκου τοῦ βασιλείου».
β) Το δεύτερο τμήμα, υπό τον τίτλο «Τα Δίκαια του ανθρώπου», αποτελεί ένα σχέδιο θεσμικής κατοχύρωσης, με συνταγματική βάση, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προφανώς επηρεασμένο περισσότερο από την Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Στο τμήμα αυτό, και ιδίως στο άρθρο 1, ο Ρήγας Βελεστινλής φανερώνει τις επιρροές που είχε υποστεί από την θεωρία περί «Κοινωνικού Συμβολαίου» : «Ὁ σκοπὸς ὁποῦ ἀπ’ ἀρχῆς κόσμου οἱ ἄνθρωποι ἐσυμμαζώχθησαν ἀπὸ τὰ δάση τὴν πρώτην φορὰν διὰ νὰ κατοικήσουν ὅλοι μαζὺ κτίζοντες χώρας καὶ πόλεις, εἶναι διὰ νὰ συμβοηθῶνται, καὶ νὰ ζῶσιν εὐτυχισμένοι, καὶ ὄχι νὰ συναντιτρώγωνται, ἢ νὰ ῥουφᾷ τὸ αἷμά τους ἕνας. Τότε ἔκαμαν βασιλέα διὰ νὰ ἀγρυπνῇ εἰς τὰ συμφέροντά των, διὰ νὰ ᾖναι βέβαιοι εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν φυσικῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ τοὺς τὰ ἀφαιρέσῃ κᾀνένας ἐπὶ τῆς γῆς.»
γ) Το τρίτο τμήμα φέρει τον τίτλο «Το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας», σε 124 άρθρα. Πρόκειται περί ολοκληρωμένου σχεδίου Συντάγματος για το μελλοντικό Ελληνικό Κράτος, το οποίο μάλιστα ο Ρήγας Βελεστινλής οραματίζεται, όπως προκύπτει αβιάστως από τον σχετικό ως άνω τίτλο, οργανωμένο σε δημοκρατικά θεμέλια. Και μάλιστα θεμέλια μίας μορφής Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, όπου κυριαρχούν οι αρμοδιότητες του σώματος των εκλεγμένων αντιπροσώπων, άρα αντιπροσώπων περιβεβλημένων με γνήσια δημοκρατική νομιμοποίηση, περίπου στο πρότυπο της «Κυβερνώσας Βουλής».
δ) Το τέταρτο τμήμα παραθέτει, ως κατακλείδα, τον «Θούριο» του Ρήγα Βελεστινλή, πραγματικό «vademecum» των Νεοελλήνων έως την έκρηξη της Εθνεγερσίας του 1821 αλλά και μετέπειτα.
2. Οι επιρροές πάνω στο θεσμικοπολιτικό έργο του Ρήγα Βελεστινλή. Από πλευράς Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το έργο του Ρήγα Βελεστινλή φέρει, όπως ήδη τονίσθηκε, έντονη την σφραγίδα της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 –με τις μετέπειτα συμπληρώσεις της το 1792– δηλαδή των ιδεωδών της Γαλλικής Επανάστασης, όπως προκύπτει από το προμνημονευόμενο δεύτερο τμήμα της «Νέας Πολιτικής Διοικήσεως» που καταγράφει τα «Δίκαια του ανθρώπου».
α) Σε ό,τι αφορά την πολιτειακή οργάνωση stricto sensu, η «Νέα Πολιτική Διοίκησις», με βάση το τρίτο τμήμα -που, όπως επίσης προαναφέρθηκε, φέρει τον τίτλο «το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας»– αποδεικνύει ότι ο Ρήγας Βελεστινλής επηρεάσθηκε από το Γαλλικό Σύνταγμα του 1792. Δηλαδή το Σύνταγμα, το οποίο ψηφίσθηκε από την «Convention Nationale», την 20ή Σεπτεμβρίου 1792, υπό την επιρροή των «Ορεινών» («Montagnards») που επικράτησαν, στην τελική ευθεία σύνταξης του Συντάγματος, των «Γιρονδίνων» («Girondins»). Ας σημειωθεί, ότι το ως άνω Σύνταγμα της Γαλλίας καθιερώνει ένα σύστημα άσκησης της πολιτικής εξουσίας κατά βάση από την Βουλή, ήτοι ένα σύστημα «Κυβερνώσας Βουλής». Επίσης, άφηνε μεγάλο περιθώριο λήψης αποφάσεων και νομοθέτησης μέσω δημοψηφισμάτων, επιχειρώντας μία επανασύνδεση με θεσμούς Άμεσης Δημοκρατίας.
β) Τέλος, σε ό,τι αφορά τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, το Γαλλικό Σύνταγμα του 1792 προσέθεσε αρκετά στην προαναφερόμενη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, όπως π.χ. τα δικαιώματα για λαϊκή βοήθεια, εργασία, εκπαίδευση και εξέγερση. Μάλιστα το τελευταίο μπορεί να θεωρηθεί και ως η απώτερη «μήτρα», η οποία «γέννησε» μετέπειτα αντίστοιχες διατάξεις σε πολλά άλλα Ευρωπαϊκά Συντάγματα –μεταξύ των οποίων και τα Ελληνικά– για τις εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος. Χαρακτηριστικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματός μας: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».
Β. Τα σπουδαιότερα «Δικαιώματα του Ανθρώπου» στην σκέψη του Ρήγα Βελεστινλή
Απλή επισκόπηση των σκέψεων του Ρήγα Βελεστινλή, όπως αυτές εκτίθενται στα 35 άρθρα περί των «Δικαίων του Ανθρώπου» κατά τ’ ανωτέρω, αρκεί για να αποδείξει ότι κατ’ αυτόν τα σπουδαιότερα Θεμελιώδη Δικαιώματα ενός πραγματικά Ελεύθερου Ανθρώπου είναι :
1. Τα δικαιώματα τα οποία απορρέουν από την εφαρμογή της αρχής της ισότητας, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις, και ιδίως της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου (άρθρο 3).
2. Το δικαίωμα των πολιτών να θεσπίζουν, από κοινού και εξ ίσου, τους νόμους οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και την λειτουργία της Πολιτείας (άρθρο 4).
3. Το δικαίωμα αναφορικά με την ίση πρόσβαση στα κάθε είδους αξιώματα καθώς και με την κατάργηση των κάθε είδους τίτλων ευγενείας (άρθρο 5).
4. Το δικαίωμα που συνίσταται στην άσκηση της ελευθερίας της γνώμης καθώς και στην ανεμπόδιστη έκφρασή της (άρθρο 7).
5. Το δικαίωμα σχετικά με την υπαγωγή καθενός στον φυσικό του δικαστή (άρθρο 10), το οποίο συνδέεται αναποσπάστως με την κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 13).
6. Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και η συνακόλουθη διακήρυξη ότι η απαλλοτρίωση επιτρέπεται μόνον όταν συντρέχει σπουδαία δημόσια ωφέλεια (άρθρα 19 και 20).
7. Και το δικαίωμα αντίστασης εναντίον της καταπίεσης, από όποιον και αν προέρχεται (άρθρο 33), το οποίο κορυφώνεται από το δικαίωμα επανάστασης εναντίον του τυράννου και της τυραννίας (άρθρο 35).
ΙΙ. Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» του 1822
Η Α΄ Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στην Επίδαυρο υπήρξε η πρώτη συνέλευση Αντιπροσωπευτικού Σώματος για όλη την ελεύθερη έως τότε Ελλάδα, με συντακτικές και νομοθετικές εν γένει αρμοδιότητες, ύστερα από την έναρξη της Εθνεγερσίας της 25ης Μαρτίου 1821. Το έργο της επηρεάσθηκε εντόνως από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, και ιδίως από τις ιδέες της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Η Α΄ Εθνική Συνέλευση συνέταξε αφενός την «Διακήρυξιν της Εθνικής Συνελεύσεως», με την συμβολή του Αναστασίου Πολυζωίδη και, αφετέρου και κυρίως, το Σύνταγμα της Επιδαύρου, ως «Προσωρινόν Πολίτευμα» ή «Προσωρινήν Διοίκησιν της Ελλάδος». Ως προς αυτό καθοριστική υπήρξε η επιρροή των Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Θεόδωρου Νέγρη και του Ιταλού –φυγάδα επαναστάτη από την Σαρδηνία– Vincenzo Gallina. Την επιτροπή σύνταξης του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», το οποίο ψηφίσθηκε από την Α΄ Εθνική Συνέλευση την 1η Ιανουαρίου 1922, αποτελούσαν οι: Θεόδωρος Νέγρης, Γεώργιος Αινιάν, Δρόσος Μανσόλας, Ιωάννης Ορλάνδος, Πέτρος Σκυλίτζης, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Ιωάννης Κωλέττης, Φώτιος Καραπάνου, Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄, Πανούτζος Νοταράς και Αθανάσιος Κανακάρης.
Α. Ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος»
Για τα δεδομένα της εποχής το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» μπορεί και πρέπει να χαρακτηρισθεί ως Φιλελεύθερο και Δημοκρατικό. Και δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός ότι οι επ’ αυτού εργασίες της Α΄ Εθνικής Συνέλευσης έγιναν και υπό το βάρος των αντιδράσεων της «Ιεράς Συμμαχίας», η οποία κάθε άλλο παρά ήταν σύμφωνη με την δημιουργία ενός Έθνους-Κράτους με αμιγώς δημοκρατικά και φιλελεύθερα χαρακτηριστικά ως προς την οργάνωσή του. Το κείμενο του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» αποτελούν 110 παράγραφοι, οι οποίοι διαιρούνται σε πέντε τίτλους και εννέα τμήματα. Τα περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εντάχθηκαν στον πρώτο τίτλο με δύο τμήματα, το ένα «Περί Θρησκείας» και το άλλο «Περί των Γενικών Δικαιωμάτων των κατοίκων της Επικρατείας της Ελλάδος», οι διατάξεις του οποίου έχουν ως εξής:
«§ α΄ – Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν, καὶ αἱ τελεταὶ καὶ ἱεροπραγίαι ἑκάστης αὐτῶν ἐκτελοῦνται ἀκωλύτως.
§ β΄ – Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
§ γ΄ – Ὅσοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ὅμοιοι ἐνώπιον τῶν νόμων ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως ἢ βαθμοῦ, ἢ κλάσεως, ἢ ἀξιώματος.
§ δ΄ – Ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες κατοικήσωσιν ἢ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν τῆς Ἑλλάδος, εἰσὶν ὅμοιοι μὲ τοὺς αὐτόχθονας κατοίκους ἐνώπιον τῶν Νόμων.
§ ε΄ – Ἡ Διοίκησις θέλει φροντίσει νὰ ἐκδώσῃ προσεχῶς νόμον περὶ πολιτογραφήσεως τῶν ξένων, ὅσοι ἔχουσι τὴν ἐπιθυμίαν νὰ γίνωσιν Ἕλληνες.
§ ς΄ – Ὅλοι οἱ Ἕλληνες, εἰς ὅλα τὰ ἀξιώματα καὶ τιμὰς ἔχουσι τὸ αὐτὸ δικαίωμα· δοτὴρ δὲ τούτων μόνη ἡ ἀξιότης ἑκάστου.
§ ζ΄ – Ἡ ἰδιοκτησία, τιμὴ καὶ ἀσφάλεια ἑκάστου τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων.
§ η΄ – Ὅλαι αἱ εἰσπράξεις πρέπει νὰ διανέμωνται δικαίως εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ κλάσεις τῶν κατοίκων, καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας· κᾀμμία δὲ εἴσπραξις δὲν γίνεται ἄνευ προεκδοθέντος Νόμου.»
Β. Τα σπουδαιότερα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος»
Ο ως άνω πρώτος τίτλος του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», «περί Θρησκείας» και «περί των Γενικών Δικαιωμάτων των κατοίκων της Επικρατείας της Ελλάδος», συνιστά την πρώτη συνταγματική κατοχύρωση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην συνταγματική ιστορία της Ελλάδας. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών περιλαμβάνονται, πρωτίστως, τα πολιτικά δικαιώματα. Σημαντική θέση κατέχει η κατοχύρωση της αρχής της Ισότητας, και μάλιστα υπό την στοιχειώδη αναλογική της έννοια, σε ό,τι αφορά τα δημόσια βάρη μέσω των εισπράξεων του Δημοσίου. Κατοχυρώνονται ρητώς, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα στην ιδιοκτησία, στην τιμή και στην ασφάλεια καθενός. Στα αξιοσημείωτα αυτής της πρώτης συνταγματικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων συγκαταλέγεται και η, πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής, καθιέρωση της αρχής της αξιοκρατίας ως προς την πρόσβαση των Ελλήνων «εἰς ὅλα τὰ ἀξιώματα καὶ τιμᾶς», με την διάταξη «δοτὴρ δὲ τούτων μόνη ἡ ἀξιότης ἑκάστου».
ΙΙΙ. Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στον «Νόμο της Επιδαύρου»
Το Σύνταγμα του Άστρους, δηλαδή το αναθεωρημένο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» της Επιδαύρου που, όπως ήδη εκτέθηκε, είχε θεσπίσει η Α΄ Εθνική Συνέλευση την 1η Ιανουαρίου 1822, θεσπίσθηκε από την Β΄ Εθνική Συνέλευση, την 13η Απριλίου 1823, για να μείνει στην Συνταγματική μας Ιστορία ως ο «Νόμος της Επιδαύρου». Αν ανατρέξουμε στο χρονικό της συγκυρίας, μέσα στην οποία η Β΄ Εθνική Συνέλευση οδηγήθηκε στην ψήφιση του Συντάγματος αυτού, μάλλον πρέπει να δεχθούμε ότι οι μελέτες που του έχουν αφιερωθεί δεν είναι –τόσο σε αριθμό όσο και, κυρίως, σε ουσία– εκείνες που του αναλογούν σύμφωνα με την σημασία του στο πλαίσιο της οργάνωσης των συνταγματικών αντηρίδων του, υπό «εκκόλαψη» ακόμη, Νεότερου Ελληνικού Κράτους. Με άλλες λέξεις το Σύνταγμα του Άστρους του 1823 –εφεξής ο «Νόμος της Επιδαύρου»– αξίζει να ερευνηθεί, ιστορικώς και θεσμικώς, ακόμη περισσότερο, αν αναλογισθούμε την όλη συμβολή του στην σταδιακή εμπέδωση των συνταγματικών μας θεσμών εκείνη την κρίσιμη και ταραγμένη περίοδο της Εθνεγερσίας του 1821, που προηγήθηκε της κατά τα προμνημονευόμενα ίδρυσης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το οποίο υπογράφηκε από την Αγγλία, την Γαλλία και την Ρωσία την 3η Φεβρουαρίου 1830.
Α. Οι περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διατάξεις του «Νόμου της Επιδαύρου»
Ο «Νόμος της Επιδαύρου» επέφερε σημαντικές και, οπωσδήποτε, βελτιωτικές αλλαγές ως προς τις εγγυήσεις της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διευρύνοντας τον αριθμό τους και «εμπλουτίζοντας» ουσιωδώς τις σχετικές ρυθμίσεις του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος». Ήταν ακριβώς αυτή η τομή του «Νόμου της Επιδαύρου», η οποία προσέθεσε νέα και άκρως θετικά χαρακτηριστικά ως προς την δημοκρατική του διάσταση στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και, συνακόλουθα, ως προς την προοδευτική φιλελεύθερη δομή και λειτουργία του. Τούτο προκύπτει σαφώς από τις ίδιες τις διατάξεις του πρώτου («περί Θρησκείας») και του δεύτερου («Περί των Πολιτικών Δικαιωμάτων των Ελλήνων») Τμήματος του «Νόμου της Επιδαύρου», οι οποίες έχουν ως εξής:
«§ α΄. Ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· ἀνέχεται ὅμως ἡ Διοίκησις τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ἄλλην θρησκείαν, καὶ αἱ τελεταὶ καὶ ἱεροπραγίαι ἑκάστης αὐτῶν ἐκτελοῦνται ἀκωλύτως.
§ β΄. Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ὁμοίως Ἕλληνές εἰσι, καὶ τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ἀπολαμβάνουσιν, ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν φωνὴν πάτριον ἔχοντες, καὶ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες ζητήσωσι, παῤῥησιαζόμενοι εἰς τοπικὴν Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας Ἀρχήν, νὰ ἐγκαταριθμηθῶσι δι’ αὐτῆς εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας.
γ΄. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἰσὶν ἶσοι ἐνώπιον τῶν Νόμων, ἄνευ τινὸς ἐξαιρέσεως.
δ΄. Ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες κατοικήσωσιν, ἢ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἐπικράτειαν τῆς Ἑλλάδος, εἰσἰν ἶσοι μὲ τοὺς Ἕλληνας ἐνώπιον τῶν νόμων.
ε΄. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ ἐπίσης εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά, καὶ εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς τιμάς· δοτὴρ δὲ τούτων μόνη ἑκάστου ἡ ἀξιότης.
ς΄. Ἡ ἰδιοκτησία, τιμή, καὶ ἀσφάλεια ἑκάστου Ἕλληνος, καὶ παντὸς ἀνθρώπου, ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας εὑρισκομένου, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Νόμων.
ζ΄. Ὅλαι αἱ εἰσπράξεις πρέπει νὰ διανέμωνται δικαίως, καὶ ἀναλόγως εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπικρατείας· κἀμμία δ’ εἴσπραξις δὲν γίνεται ἄνευ προεκδοθέντος Νόμου· καὶ κἀνένας Νόμος περὶ εἰσπράξεως δὲν ἐκδίδεται, εἰμὴ διὰ ἕν καὶ μόνον ἔτος.
η΄. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κοινοποιῶσιν ἄλλως τε καὶ διὰ τῶν τύπων τὰς δοξασίας των, ἀλλὰ μὲ τοὺς ἀκολούθους τρεῖς ὅρους·
α΄. Νὰ μὴ γίνεται λόγος κατὰ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας.
β΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς κοινῶς ἀποδεδεγμένας ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς.
γ΄. Νὰ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν.
θ΄. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος· ἀργυρώνητος δὲ παντὸς γένους, καὶ πάσης θρησκείας, ἅμα πατήσας τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἶναι ἐλεύθερος, καὶ ἀπὸ τὸν δεσπότην αὐτοῦ ἀκαταζήτητος.
ι΄. Κἀνένας δεν δύναται νὰ βιασθῇ νὰ διαφύγῃ τὸ ἀνῆκον κριτήριον.
ια΄. Καθένας δύναται νὰ ἀναφέρηται πρὸς τὸ Βουλευτικὸν ἐγγράφως προβάλλων τὴν γνώμην του περὶ παντὸς πράγματος.
ιβ΄. Ἡ Διοίκησις πολιτογραφεῖ ἀλλοεθνεῖς κατὰ τοὺς ἀκολούθους ὅρους·
α΄. Νὰ διατρίψωσι πέντε ὁλόκληρα ἔτη, καὶ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο νὰ μὴν ἀποδειχθῶσι ποτὲ ἐγκληματίαι, καὶ νὰ ἀποκτήσωσιν ἐντὸς τοῦ πενταετοῦς διαστήματος ἀκίνητα κτήματα ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ.
β΄. Τὰ μεγάλα ἀνδραγαθήματα, καὶ αἱ σημαντικαὶ ἐκδουλεύσεις εἰς τὰς χρείας τῆς Πατρίδος, ἑνούμεναι μὲ τὴν χρηστότητα τῶν ἠθῶν, εἶναι δικαιώματα ἱκανὰ εἰς πολιτογράφησιν.
ιγ΄. Ὁ πολιτογραφούμενος ἀπολαμβάνει ἀμέσως τὰ δικαιώματα, κατὰ τοὺς §. β΄. ς΄. καὶ ή. τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ Παραστάτου, μετὰ δέκα ἔτη τῆς πολιτογραφήσεως.»
Β. Τα βασικά χαρακτηριστικά των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο του «Νόμου της Επιδαύρου»
Από τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις του «Νόμου της Επιδαύρου» προκύπτουν και τα ακόλουθα ως προς την δι’ αυτών κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:
1. Περί Θρησκείας και Πολιτικών Δικαιωμάτων
Με τις διατάξεις των άρθρων α΄ και β΄ του Α΄ και Β΄ Κεφαλαίου του Α΄ και Β΄ Τμήματος, ο «Νόμος της Επιδαύρου» επανέλαβε κατά πρώτο λόγο τις εγγυήσεις που αφορούν την Θρησκευτική Ελευθερία, όπως αυτές είχαν καθιερωθεί από το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος». Πλην όμως ως προς την άσκηση των Πολιτικών Δικαιωμάτων επέφερε καίρια διεύρυνση, προς δύο κατευθύνσεις:
α) Από την μία πλευρά στους φορείς των Πολιτικών Δικαιωμάτων συμπεριέλαβε όχι μόνο τους αυτόχθονες κατοίκους της Ελληνικής Επικράτειας που «πιστεύουν εἰς Χριστόν» αλλά και όσους ήλθαν από την αλλοδαπή και μιλούσαν την Ελληνική Γλώσσα, εφόσον «πιστεύουν εἰς Χριστόν», και παρουσιάσθηκαν ενώπιον της αρμόδιας αρχής μιας Ελληνικής Επαρχίας και ζήτησαν την «πολιτογράφησίν» τους. Ας σημειωθεί ότι η προϋπόθεση της «πίστεως εἰς Χριστόν» δεν καθιερώθηκε τόσο για θρησκευτικούς, αμιγώς, λόγους όσο για να εγγυηθεί, σε αυτή την κρίσιμη περίοδο κατά την οποία δεν είχε ακόμη ευοδωθεί η Εθνεγερσία, την ομοιογένεια των Ελλήνων Πολιτών προκειμένου να είναι μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη η συμβολή τους στην οριστική αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, αφού είχαν νωπή την μνήμη των επί αιώνες φρικτών συνεπειών του.
β) Και, από την άλλη πλευρά –και πάλι σε ό,τι αφορά την άσκηση των Πολιτικών Δικαιωμάτων– επέφερε μια διόλου ευκαταφρόνητη διεύρυνση του Εκλογικού Σώματος, ορίζοντας ότι το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν οι «άνδρες», γενικώς, και όχι μόνον οι «γέροντες», όπως ίσχυε από το καθεστώς του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος». Επιπροσθέτως, μειώθηκε το όριο ηλικίας των εκλογίμων από τα 30 στα 25 έτη.
2. Η κατάργηση της δουλείας
Ρηξικέλευθη και καθοριστική για τον όλο Ανθρωπιστικό χαρακτήρα του «Νόμου της Επιδαύρου» ήταν η διάταξη του άρθρου θ΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος για την κατάργηση της δουλείας, με την εξής όπως προαναφέρθηκε, εμβληματική, διατύπωση: «Εἰς τήν Ἑλληνικήν Ἐπικράτειαν, οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος. ἀργυρώνητος δέ παντός γένους, καί πάσης θρησκείας, ἅμα πατήσας τό Ἐλληνικόν ἔδαφος, εἷναι ἐλεὐθερος, καί ἀπό τόν δεσπότην αὐτού ἀκαταζήτητος». Είναι προφανές ότι η ως άνω διάταξη όχι μόνον επέφερε την κατάργηση της δουλείας εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Αλλά και καθιέρωσε, κατά τρόπο πρωτόγνωρο για την εποχή εκείνη διεθνώς, ένα είδος «ασύλου» εντός της Ελληνικής Επικράτειας ως προς αλλοδαπούς που τελούσαν υπό lato sensu καθεστώς δουλείας και εισέρχονταν στην Ελληνική Επικράτεια. Γι’ αυτούς το καθεστώς της δουλείας δεν υφίστατο, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, από την στιγμή που πατούσαν σε Ελληνικό έδαφος. Είναι επίσης προφανές ότι η ως άνω διάταξη σηματοδοτούσε την αμετάκλητη πρόθεση και απόφαση των αγωνιζόμενων ακόμη Ελλήνων να κόψουν και τις τελευταίες ρίζες του τυραννικού ζυγού της Oθωμανικής Αυτοκρατορίας, στέλνοντας urbi et orbi το μήνυμα ότι τουλάχιστον ο Δημοκρατικός και Πολιτισμένος κόσμος των χρόνων εκείνων, πέραν της Ελληνικής Επικράτειας, δεν ήταν νοητό να αποδέχεται τις απεχθείς πρακτικές της, οι οποίες ήταν εντελώς αντίθετες με κάθε έννοια σεβασμού της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του υπό καθεστώς πραγματικής Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Μίας Δημοκρατίας η οποία, εκ φύσεως, μπορεί να λειτουργήσει κατά την αποστολή της μόνον ως εγγύηση της ακώλυτης άσκησης όλων, ανεξαιρέτως, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
3. Η αρχή της Ισότητας
Με τις διατάξεις των άρθρων γ΄, δ΄, ε΄και ζ΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος, ο «Νόμος της Επιδαύρου» καθιέρωσε πρόσθετες εγγυήσεις για την εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της Ισότητας, υπό την αναλογική της έννοια, που σήμαινε ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων. Ιδιαίτερη δε έμφαση πρέπει να δοθεί στην διάταξη εκείνη του ως άνω άρθρου ζ΄, η οποία ρύθμισε με πιο ολοκληρωμένο τρόπο την αρχή της ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών στο ευρύτερο φορολογικό πεδίο, προσθέτοντας στην αντίστοιχη διάταξη του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» την εγγύηση ότι κάθε νόμος περί εισπράξεων υπέρ του Δημοσίου εκδίδεται και ισχύει για ένα, και μόνο, έτος.
4. Λοιπά Ατομικά Δικαιώματα
Με τις διατάξεις του άρθρου στ΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος, ο «Νόμος της Επιδαύρου» θεσμοθέτησε την προστασία της Ιδιοκτησίας, της Τιμής και της Ασφάλειας όχι μόνο για τους Έλληνες. Αλλά και για κάθε Άνθρωπο που βρίσκεται εντός της Ελληνικής Επικράτειας. Όπως είναι προφανές, και οι διατάξεις αυτές έρχονται να προστεθούν στην τόνωση του ανόθευτου Ανθρωπιστικού και Δημοκρατικού χαρακτήρα του «Νόμου της Επιδαύρου», αφού οι προβλέψεις του διασφάλιζαν την προστασία του Ανθρώπου γενικώς, και όχι μόνο του Έλληνα Πολίτη. Με τις διατάξεις του άρθρου η΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος, ο «Νόμος της Επιδαύρου» έθεσε τις βάσεις για την Ελευθερία του Τύπου, υπό τον όρο η Ελευθερία αυτή να μην προσβάλλει την Χριστιανική Θρησκεία και τις κοινώς αποδεκτές αρχές της Ηθικής και να μην επιτρέπει την διατύπωση προσωπικών ύβρεων. Με την διάταξη του άρθρου ια΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος του «Νόμου της Επιδαύρου» θεσμοθετήθηκε το δικαίωμα του αναφέρεσθαι προς το «Βουλευτικόν», εγγράφως και για την διατύπωση γνώμης «περί παντός πράγματος». Αν αναχθούμε στα σύγχρονα συνταγματικά και κοινοβουλευτικά δεδομένα, η ως άνω ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί και ως προάγγελος μίας μορφής κοινοβουλευτικού ελέγχου για κάθε όργανο του Κράτους, και πρωτίστως για τα όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας. Η διάταξη του άρθρου ι΄ του Β΄ Κεφαλαίου του Β΄ Τμήματος του «Νόμου της Επιδαύρου» έθεσε τις βάσεις για την κατοχύρωση του δικαιώματος του «φυσικού δικαστή», καθιερώνοντας την, επίσης πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, εγγύηση ότι ουδείς «δύναται νά βιασθῆ νά διαφύγη τό ἀνῆκον κριτήριον». Στην διάταξη αυτή πρέπει να προστεθεί και εκείνη του πβ΄ του Θ΄ Κεφαλαίου του Ζ΄ Τμήματος του «Νόμου της Επιδαύρου», η οποία όριζε ότι ουδείς μπορεί να κρατηθεί στην φυλακή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το εικοσιτετράωρο, χωρίς να πληροφορηθεί επισήμως την αιτία της φυλάκισής του, και για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις τρεις ημέρες, χωρίς να αρχίσει η διαδικασία εκδίκασης της κατά περίπτωση εγκληματικής του πράξης.
IV. Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου στο «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» του 1827
Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 κατά γενική ομολογία –και ανεξάρτητα από τις μετέπειτα «περιπέτειες» εφαρμογής του λόγω της αρνητικής συγκυρίας που διαμορφώθηκε– θεωρείται ως ένα από τα αρτιότερα στην συνταγματική μας ιστορία, και μάλιστα με βάση τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Τούτο οφείλεται, κατ’ εξοχήν, στα θεσμικά του χαρακτηριστικά, τα οποία αναδεικνύουν την πρώιμη επιρροή και εμπέδωση εξαιρετικά προωθημένων φιλελεύθερων δημοκρατικών ιδεωδών, όπως αυτά είχαν αρχίσει να δημιουργούνται από την θεσμική και πολιτική «μήτρα» της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 και της εξ αυτής προκύψασας Διακήρυξης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί –για λόγους που αφορούν την πορεία εξέλιξης του Νεότερου Ελληνικού Κράτους– ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», ήταν εκείνο, το οποίο άνοιξε τον δρόμο για την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη του υπό ίδρυση ακόμη Ελληνικού Κράτους. Και τούτο διότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 προέβλεπε –δίχως όμως να προσδιορίζει τον τρόπο εκλογής του, παραπέμποντας απλώς σε ειδικό εκτελεστικό νόμο– ως επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας, με ενισχυμένες εξουσίες, μονοπρόσωπο όργανο, τον «Κυβερνήτη», του οποίου η θητεία οριζόταν επταετής.
Α. Οι περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διατάξεις του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος»
Το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», διακρίνεται εντόνως και σαφώς για την προσήλωσή του στις προωθημένες φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και όσον αφορά τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου. Χαρακτηριστικές εν προκειμένω, πέραν εκείνων του άρθρου 1 «Περί Θρησκείας» και ανεξιθρησκίας, είναι οι διατάξεις των άρθρων 5-29 (Κεφάλαιον Γ΄ «Δημόσιο Δίκαιον των Ελλήνων») του ως άνω Συντάγματος που έχουν ως εξής:
«5. Ἡ Κυριαρχία ἐνυπάρχει εἰς τὸ Ἔθνος· πᾶσα ἐξουσία πηγάζει ἐξ αὐτοῦ, καὶ ὑπάρχει ὑπὲρ αὐτοῦ.
6. Οἱ Ἕλληνες εἶναι,
α΄. Ὅσοι αὐτόχθονες τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, πιστεύουσιν εἰς Χριστόν.
β΄. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸν ζυγόν, πιστεύοντες εἰς Χριστόν, ἦλθαν καὶ θὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, διὰ νὰ συναγωνισθῶσιν ἢ νὰ κατοικήσωσιν εἰς αὐτήν.
γ΄. Ὅσοι εἰς ξένας Ἐπικρατείας, εἶναι γεννημένοι ἀπὸ πατέρα Ἕλληνα.
δ΄. Ὅσοι αὐτόχθονες καὶ μή, καὶ οἱ τούτων ἀπόγονοι, πολιτογραφηθέντες εἰς ξένας Ἐπικρατείας πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος, ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, καὶ ὁρκισθῶσι τὸν Ἑλληνικὸν ὅρκον.
ε΄. Ὅσοι ξένοι ἔλθωσι καὶ πολιτογραφηθῶσιν.
7. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων.
8. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοί, ἕκαστος κατὰ τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς του ἀξίας, εἰς ὅλα τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα, πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά.
Τὸ δικαίωμα τῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Πληρεξουσιότητος θὰ κανονισθῇ εἰς τὸν περὶ ἐκλογῆς νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδιορθωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
9. Ὅσοι ξένοι ἔλθωσι νὰ κατοικήσωσιν ἢ νὰ παροικήσωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Νόμων.
10. Αἱ εἰσπράξεις διανέμονται εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ἐπικρατείας δικαίως, καὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἑκάστου. Κἀμμία δὲ εἴσπραξις δὲν γίνεται χωρὶς προεκδομένον νόμον, καὶ κἀνεὶς νόμος περὶ εἰσπράξεως δὲν ἐκδίδεται εἰμὴ δι’ ἕν καὶ μόνον ἔτος.
11. Ὁ νόμος ἀσφαλίζει τὴν προσωπικὴν ἑκάστου ἐλευθερίαν· κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐναχθῇ ἢ φυλακωθῇ εἰμὴ κατὰ τοὺς νομικοὺς τύπους.
12. Ἡ ζωή, ἡ τιμὴ καὶ τὰ κτήματα ἑκάστου, ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας εὑρισκομένου, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων.
13. Κἀμμία διαταγὴ περὶ ἐξετάσεως καὶ συλλήψεως ὁποιωνδήποτε προσώπων καὶ πραγμάτων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκδοθῇ, χωρὶς νὰ στηρίζεται εἰς ἱκανὰ δείγματα, καὶ νὰ περιγράφῃ τὸν τόπον τῆς ἐξετάσεως, καὶ τὰ πρόσωπα καὶ πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συλληφθῶσιν.
14. Εἰς ὅλας τὰς ἐγκληματικὰς διαδικασίας ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν αἰτίαν καὶ φύσιν τῆς εἰς αὐτὸν προσαφθείσης κατηγορίας, νὰ ἀντεξετάζεται πρὸς τοὺς κατηγόρους καὶ τοὺς μάρτυρας, νὰ παρουσιάζῃ μαρτυρίας ὑπὲρ ἑαυτοῦ, νὰ λαμβάνῃ εἰς βοήθειάν του συμβούλους, καὶ νὰ ζητῇ ταχεῖαν ἀπόφασιν ἀπὸ τὸ δικαστήριον.
15. Ἕκαστος πρὸ τῆς καταδίκης του δὲν λογίζεται ἔνοχος.
16. Κἀνεὶς δὲν κρίνεται δὶς δι’ ἕν καὶ τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα, καὶ δὲν καταδικάζεται οὐδὲ προσωρινῶς στερεῖται τὰ κτήματά του, χωρὶς προηγουμένην διαδικασίαν. Πᾶσα δὲ ὑπόθεσις, ἅπαξ ὁριστικῶς δικασθεῖσα, δεν ἀναθεωρεῖται.
17. Η Κυβέρνησις ἠμπορεῖ ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν θυσίαν τῶν κτημάτων τινὸς διὰ δημόσιον ὄφελος, ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένον, ἀλλὰ διὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως.
18. Αἱ βάσανοι καὶ αἱ δημεύσεις ἀπαγορεύονται.
19. Ὁ νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν.
20. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συσταίνωσι καταστήματα παντὸς εἴδους, παιδείας, φιλανθρωπίας, βιομηχανίας καὶ τεχνῶν, καὶ νὰ ἐκλέγωσι διδασκάλους διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των.
21. Εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν, οὔτε πωλεῖται, οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος. Ἀργυρώνητος δὲ ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρῃσκείας, καθὼς πατήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἶναι ἐλεύθερος καὶ ἀπὸ τὸν δεσπότην αὐτοῦ ἀκαταζήτητος.
22. Κἀνεὶς δεν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸ ἀνῆκον δικαστήριον, οὐδὲ νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὸ νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτό.
23. Κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ μείνῃ εἰς φυλακὴν πλέον τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν, χωρὶς νὰ πληροφορηθῇ ἐπισήμως τὰς αἰτίας τῆς φυλακώσεώς του· καὶ πλειότερον τῶν τριῶν ἡμερῶν, χωρὶς ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐξέτασις.
24. Ὁ Κλῆρος, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς ἡμῶν Ἐκκλησίας, δὲν ἐμπεριπλέκεται εἰς κἀνὲν δημόσιον ὑπούργημα· μόνοι δὲ οἱ Πρεσβύτεροι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογέως.
25. Καθεὶς δύναται ν’ ἀναφέρεται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐγγράφως, προβάλλων τὴν γνώμην του περὶ παντὸς δημοσίου πράγματος.
26. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα, χωρὶς προεξέτασιν νὰ γράφωσι καὶ νὰ δημοσιεύωσιν ἐλευθέρως διὰ τοῦ τύπου ἢ ἀλλέως τοὺς στοχασμοὺς καὶ τὰς γνώμας των, φυλάττοντες τοὺς ἀκολούθους ὅρους·
α΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Χριστιανικῆς θρῃσκείας.
β΄. Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὴν σεμνότητα.
γ΄. Ν’ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν καὶ συκοφαντίαν.
27. Κἀνένας τίτλος εὐγενείας δὲν δίδεται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν· καὶ κἀνεὶς Ἕλλην εἰς αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ, χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Κυβερνήτου, νὰ λάβῃ ὑπούργημα, δῶρον ἀμοιβήν, ἀξίωμα ἢ τίτλον παντὸς εἴδους ἀπὸ κἀνένα Μονάρχην, Ἡγεμόνα, ἢ ἀπὸ ἐξωτερικὴν Ἐπικράτειαν.
28. Τὰ ἐπίθετα Ἐκλαμπρότατος, Ἐξοχώτατος, κ.τ.λ. δὲν δίδονται εἰς κἀνένα Ἕλληνα ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας.
Εἰς μόνον τὸν Κυβερνήτην δίδεται τὸ ἐπίθετον Ἐξοχώτατος· ἀλλὰ καὶ τοῦτο συμπαύει μὲ τὸ ἀξίωμά του.
29. Κἀνεὶς αὐτόχθων, ἢ πολιτογραφημένος Ἕλλην, κατοικῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπικράτειαν καὶ ἀπολαμβάνων τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, δὲν δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς προστασίαν ξένης Δυνάμεως· ἀλλέως παύει να ᾖναι πολίτης Ἕλλην.
Β. Τα βασικά χαρακτηριστικά των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος»
Από τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» προκύπτουν και τα ακόλουθα ως προς την δι’ αυτών κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:
1. Στο Α΄ Κεφάλαιο, και συγκεκριμένα με τις διατάξεις του άρθρου 1, καθιερώνεται μεν ως επικρατούσα θρησκεία εκείνη της «Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», ὅμως ἐξίσου καθιερώνεται ρητῶς, ὡς θεμελιῶδες δικαίωμα, ἡ Θρησκευτικὴ Ἐλευθερία: «Καθεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπαγγέλλεται τὴν θρησκεία του ἐλευθέρως, καὶ διὰ τὴν λατρείαν αὐτῆς ἔχει ἴσην ὑπεράσπισιν».
2. Στο Γ΄ Κεφάλαιο, και υπό τον τίτλο «Δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων», εισάγεται, με εξαιρετικά προοδευτικό πνεύμα, σειρά ρυθμίσεων περί βασικών γενικών αρχών με συνταγματική ισχύ καθώς και περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μεταξύ των οποίων δεσπόζουσα είναι η θέση:
α) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 αρχής της Ισότητας: «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τῶν νόμων». Οι επόμενες διατάξεις του Κεφαλαίου τούτου εξειδικεύουν την αρχή της Ισότητας, υιοθετώντας εγγυήσεις:
α1) Αναφορικά με την αρχή της αξιοκρατίας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8: «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ ἕκαστος κατὰ τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς του ἀξίας, εἰς ὅλα τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα, πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά».
α2) Αναφορικά με την αρχή της Ισότητας ενώπιον των δημόσιων βαρών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10: «Αἱ εἰσπράξεις διανέμονται εἰς ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς ἐπικρατείας δικαίως, καὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἑκάστου. Καμμία δὲ εἴσπραξις δὲν γίνεται χωρὶς προεκδεδομένον νόμον, καὶ κανεὶς νόμος περὶ εἰσπράξεως δὲν ἐκδίδεται εἰμὴ δι’ ἐν καὶ μόνον ἔτος».
β) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 προσωπικής ελευθερίας: «Ὁ νόμος ἀσφαλίζει τὴν προσωπικὴν ἑκάστου ἐλευθερίαν. κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐναχθῇ ἢ φυλακωθὴ εἰμὴ κατὰ τοὺς νομικοὺς τύπους».
γ) Του κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 δικαιώματος στην ιδιοκτησία, με παράλληλη μάλιστα εισαγωγή εγγυήσεων για την δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης: «Ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ ν’ ἀπαιτήση τὴν θυσίαν τῶν κτημάτων τινός, διὰ δημόσιον ὄφελος, ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένον, ἀλλὰ διὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως».
δ) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου: «Ὁ νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχη ὀπισθενεργὸν δύναμιν».
ε) Του κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 δικαιώματος του αναφέρεσθαι: «Καθεὶς δύναται ν’ ἀναφέρεται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐγγράφως, προβάλλων τὴν γνώμην τοῦ περὶ παντὸς δημοσίου πράγματος».
στ) Της κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 ελευθερίας του τύπου: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα χωρὶς πρὸ ἐξέτασιν νὰ γράφωσι, καὶ νὰ δημοσιεύωσιν ἐλευθέρως διὰ τοῦ τύπου ἢ ἀλλέως τοὺς στοχασμοὺς καὶ τὰ γνώμας των, φυλάττοντες τοὺς ἀκολούθους ὅρους: α΄ Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. β΄ Νὰ μὴν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὴν σεμνότητα. γ΄ Νὰ ἀποφεύγωσι πᾶσαν προσωπικὴν ὕβριν καὶ συκοφαντίαν».
3. Τέλος –καίτοι τούτο ενέχει περισσότερο συμβολική αξία– είναι χαρακτηριστικό ότι οι διατάξεις του άρθρου 27 διακηρύσσουν, πανηγυρικώς και εκτενώς, την απαγόρευση απονομής τίτλων ευγενείας: «Κανένας τίτλος εὐγενείας δὲν δίδεται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ πολιτείαν. καὶ κανεὶς Ἕλλην εἰς αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖ, χωρὶς τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Κυβερνήτου, νὰ λάβη ὑπούργημα, δῶρον, ἀμοιβήν, ἀξίωμα, ἢ τίτλον παντὸς εἴδους ἀπὸ κανένα μονάρχη, ἡγεμόνα ἢ ἀπὸ ἐξωτερικὴν ἐπικράτειαν».
Επίλογος
Τα ιστορικά τεκμήρια αποδεικνύουν, με ενάργεια, ότι όραμα των αγωνιζόμενων Ελλήνων, πριν και μετά την έκρηξη της Εθνεγερσίας του 1821, ήταν η δημιουργία ενός ανεξάρτητου και αυτόνομου Έθνους-Κράτους, βασισμένου στις φιλελεύθερες αρχές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και της κατοχύρωσης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τις οποίες εγγυάται ένα δημοκρατικώς θεσπισμένο Σύνταγμα. Προς την κατεύθυνση αυτή είχαν συμβάλει, καθοριστικώς, τα ρεύματα του Διαφωτισμού αλλά και του Ρομαντισμού στην Ευρώπη, καθώς και ο Φιλελευθερισμός, από τον οποίο διαπνέονταν οι θεσμοί που είχαν προκύψει από την Αμερικανική Επανάσταση του 1776 και, ιδίως, από την Γαλλική Επανάσταση του 1789. Αυτό το όραμα των αγωνιζόμενων Ελλήνων καταγράφεται, με διαφορετικές βεβαίως μορφές αλλά μ’ ενιαία εν τέλει κατάληξη, τόσο στο έργο του Ρήγα Βελεστινλή προ του 1821, όσο και σε όλα, σχεδόν, τα συνταγματικά κείμενα μετά την Εθνεγερσία του 1821, από τα Τοπικά Πολιτεύματα ως τα προσωρινά Συντάγματα που προηγήθηκαν του οριστικού «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», το 1827. Ενός Συντάγματος με πρωτοποριακές για την εποχή του δημοκρατικές διαστάσεις και με μεγάλη θεσμική πληρότητα, το οποίο παραμένει πραγματικό ορόσημο στην διαδρομή της όλης συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας. Πρέπει δε να αναδειχθεί το γεγονός ότι αυτή η συνταγματική εξέλιξη, πριν ακόμη ιδρυθεί το Νεότερο Ελληνικό Κράτος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, διαμορφώθηκε παρά τους, ορατούς, κινδύνους αντίδρασης των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής και της «Ιεράς Συμμαχίας», που δεν συναινούσαν στην δημιουργία του πρώτου, κατ’ ουσίαν, Έθνους-Κράτους στον Ευρωπαϊκό χώρο, οργανωμένου πάνω στην βάση των φιλελεύθερων θεσμών μιας γνήσιας Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Τα ίδια όμως ως άνω ιστορικά τεκμήρια αποδεικνύουν ότι αυτό το δημοκρατικό και φιλελεύθερο όραμα των αγωνιζόμενων Ελλήνων, ως προς το Ελληνικό Έθνος-Κράτος, έμελλε να προσκρούσει, με καταστροφικές συνέπειες, κυρίως στις εμφύλιες αντιπαλότητες και στις αντίστοιχες συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων, «προϊόν» του χρόνιου, οιονεί «εθνικού» μας, μειονεκτήματος, της διχόνοιας και του διχασμού. Έτσι τα κατά καιρούς Συντάγματα έμειναν, κατά κανόνα, «γράμμα κενό περιεχομένου», λόγω μη ουσιαστικής εφαρμογής τους.