Από τη Λεωφόρο της Κατοχής στον Μαραντόνα και τον Μέσι

Διαβάζεται σε 6'
Από τη Λεωφόρο της Κατοχής στον Μαραντόνα και τον Μέσι
EUROKINISSI

Μπορεί τελικά ο αθλητισμός να είναι ουδέτερος; Ή μήπως η ουδετερότητα είναι απλώς ένας μύθος;

Μπορεί ο αθλητισμός να είναι πραγματικά ουδέτερος; Και αν όχι, τι σημαίνει όταν λέμε ότι ένας αθλητής «παίρνει θέση»;

Ο αθλητής δεν είναι ένα απομονωμένο σύμβολο μέσα σε ένα γήπεδο. Είναι άνθρωπος που ζει μέσα στην κοινωνία, βλέπει τι συμβαίνει γύρω του, επηρεάζεται και επηρεάζει τους άλλους. Έχει άποψη – ή επιλέγει να μην την εκφράσει. Αλλά ακόμη και αυτή η επιλογή, το «δεν μιλάω», δεν είναι ουδέτερη. Είναι κι αυτή μια στάση. Το να μη παίρνεις θέση απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω σου είναι επίσης μια μορφή τοποθέτησης.

Από την αρχαιότητα ακόμη, η έννοια του πολίτη συνδεόταν με τη συμμετοχή στα κοινά. Στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος ο πολίτης δεν ήταν απλώς κάποιος που κατοικούσε σε έναν τόπο. Ήταν αυτός που συμμετείχε στη δημόσια ζωή, που ενδιαφερόταν για το τι συμβαίνει στην πόλη του, που έπαιρνε θέση.

Με αυτή την έννοια, κάθε άνθρωπος που ζει σε μια κοινωνία – είτε είναι εργάτης, είτε δάσκαλος, είτε καλλιτέχνης, είτε αθλητής – είναι ταυτόχρονα και πολίτης. Και ως πολίτης βρίσκεται διαρκώς μπροστά σε επιλογές: θα μιλήσει ή θα σιωπήσει, θα αντιδράσει ή θα αδιαφορήσει.

Ένα ιστορικό παράδειγμα το δείχνει καθαρά. Την άνοιξη του 1942, στην κατεχόμενη Αθήνα, ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ αρνήθηκαν να αγωνιστούν όταν οι αρχές κατοχής δεν δέχθηκαν να δοθούν τα έσοδα του αγώνα στα συσσίτια της πεινασμένης πόλης. Θα μπορούσαν να είχαν πει: «Εμείς παίζουμε ποδόσφαιρο, δεν μας αφορά η πολιτική». Αλλά ζούσαν σε μια πόλη που λιμοκτονούσε. Δεν βρίσκονταν σε κάποιον άλλον πλανήτη.

Η ιστορία του αθλητισμού είναι γεμάτη τέτοιες στιγμές. Στιγμές όπου το γήπεδο συναντά την κοινωνία και ο αθλητής παύει να είναι μόνο αθλητής. Γιατί πριν από όλα είναι άνθρωπος – και άνθρωπος σημαίνει πολίτης.

Στην εποχή μας έχει αλλάξει κάτι; Στον χώρο του αθλητισμού κυκλοφορούν πλέον τεράστια ποσά. Ικανά να διαφθείρουν; Ο σύγχρονος αθλητισμός κινείται γύρω από τεράστια οικονομικά συμφέροντα. Και όπως σε κάθε πεδίο της ζωής, το χρήμα μπορεί να επηρεάσει επιλογές, να πιέσει συνειδήσεις, να διαμορφώσει σιωπές. Όσο μεγαλύτερα είναι τα ποσά, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο πειρασμός της σιωπής.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει ανοιχτό:
Όταν ένας αθλητής μιλά, παίρνει θέση;
Όταν ένας αθλητής σιωπά, παίρνει, επίσης, θέση;

Τρεις διαφορετικές στιγμές, σε τρεις διαφορετικές εποχές, δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να μείνει ο αθλητισμός έξω από την πολιτική. Στην κατεχόμενη Αθήνα του 1942, ποδοσφαιριστές αρνήθηκαν να παίξουν. Δεκαετίες αργότερα, ο Ντιέγκο Μαραντόνα επέλεξε ανοιχτά πλευρά στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Και σήμερα, ο Λιονέλ Μέσι βρίσκεται στο επίκεντρο μιας άλλης συζήτησης για τη σχέση του αθλητισμού με την εξουσία. Τρία περιστατικά που δείχνουν ότι, τελικά, το ποδόσφαιρο δεν παίζεται ποτέ μόνο μέσα στο γήπεδο.

Η εξέγερση στη Λεωφόρο το 1942

Στις 25 Μαρτίου 1942, η Αθήνα βρισκόταν στη σκληρότερη περίοδο της γερμανικής κατοχής. Ο μεγάλος λιμός είχε ήδη αρχίσει να θερίζει τον πληθυσμό και χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα στους δρόμους.

Εκείνη την ημέρα είχε προγραμματιστεί ένας φιλικός ποδοσφαιρικός αγώνας στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και την ΑΕΚ.

Οι ποδοσφαιριστές ζήτησαν τα έσοδα του αγώνα να διατεθούν για τα συσσίτια των πεινασμένων της Αθήνας. Οι γερμανικές αρχές κατοχής αρνήθηκαν.

Τότε οι παίκτες πήραν μια απόφαση που θα έμενε στην ιστορία:
αρνήθηκαν να αγωνιστούν.

Η ένταση μεταφέρθηκε αμέσως στις κερκίδες. Οι φίλαθλοι αντέδρασαν και το πλήθος βγήκε στους δρόμους γύρω από το γήπεδο.

Η κινητοποίηση εκείνης της ημέρας δεν ήταν εντελώς αυθόρμητη. Στον χώρο του αθλητισμού δρούσαν ήδη οργανωμένα δίκτυα της Αντίστασης που συνδέονταν με το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ). Μέλη αυτών των οργανώσεων μέσα στα σωματεία και ανάμεσα στους φιλάθλους συνέβαλαν ώστε η διαμαρτυρία να πάρει γρήγορα μαζικές διαστάσεις.

Έτσι, ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι μετατράπηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: σε μια δημόσια πράξη αντίστασης μέσα στην καρδιά της κατεχόμενης Αθήνας. Η ημέρα εκείνη αποτελεί ένα από τα πρώτα παραδείγματα όπου ο αθλητισμός συνδέθηκε άμεσα με την αντιστασιακή δράση στην πόλη.

Ο Μαραντόνα και η πολιτική ταυτότητα του ποδοσφαίρου

Δεκαετίες αργότερα, ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών θα έφερνε ξανά την πολιτική στο προσκήνιο του αθλητισμού.

Ο Ντιέγκο Μαραντόνα δεν έκρυψε ποτέ τις πολιτικές του απόψεις. Αντίθετα, τις προέβαλε ανοιχτά. Στήριξε δημόσια ηγέτες της Λατινικής Αμερικής που αντιπαρατίθενταν στις Ηνωμένες Πολιτείες και ανέπτυξε στενή σχέση με τον ηγέτη της Κούβας Φιντέλ Κάστρο. Όταν του προτάθηκε να τιμηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, προτίμησε να ταξιδέψει στην Κούβα, όπου βρισκόταν για μεγάλο διάστημα, εκφράζοντας με τον τρόπο του μια σαφή πολιτική στάση.

Για τον Μαραντόνα, το ποδόσφαιρο δεν ήταν απλώς ένα άθλημα. Ήταν κομμάτι μιας ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας. Στις δημόσιες εμφανίσεις του μιλούσε συχνά για ανισότητες, για τη φτώχεια στη Λατινική Αμερική και για τον ρόλο της εξουσίας στον παγκόσμιο αθλητισμό.

Με τον τρόπο αυτό, μετέτρεψε τον εαυτό του σε μια φιγούρα που ξεπερνούσε τα όρια του γηπέδου.

Οι σύγχρονες εικόνες του ποδοσφαίρου και της εξουσίας

Στη σύγχρονη εποχή, οι σχέσεις ανάμεσα στον αθλητισμό και την πολιτική παραμένουν εξίσου έντονες. Οι μεγάλες ποδοσφαιρικές ομάδες και οι παγκόσμιοι σταρ του αθλήματος βρίσκονται συχνά δίπλα σε πολιτικούς ηγέτες, είτε σε τελετές βράβευσης είτε σε επίσημες επισκέψεις στον Λευκό Οίκο.

Όταν ένας αθλητής στέκεται δίπλα στην εξουσία, δεν πρόκειται για μια «αθώα» φωτογραφία. Είναι μια επιλογή. Ο Λιονέλ Μέσι δεν βρέθηκε απλώς σε μια τελετή. Δέχθηκε να τιμηθεί από τον Ντόναλντ Τραμπ, έναν πρόεδρο που έχει προκαλέσει διεθνείς εντάσεις με επιθετική ρητορική, έχει απειλήσει να πάρει τη Γροιλανδία, έχει επιχειρήσει να ανατρέψει την κυβέρνηση της Βενεζουέλας, έχει επιτεθεί στο Ιράν. Σε τέτοιες στιγμές ο αθλητής δεν είναι απλώς ένας παίκτης που κρατά μια μπάλα. Είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο με εκατομμύρια ανθρώπους να τον παρακολουθούν. Και έχει κάνει συνειδητά την επιλογή του.

Ο αθλητισμός δεν είναι ποτέ ουδέτερος

Η ιστορία δείχνει ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι ποτέ απλώς ένα παιχνίδι. Στην κατεχόμενη Αθήνα του 1942 έγινε αφορμή για μια πράξη κοινωνικής αντίστασης.
Στη Λατινική Αμερική, μέσα από τον Μαραντόνα, μετατράπηκε σε πολιτική δήλωση. Στη σύγχρονη εποχή, οι μεγάλοι αστέρες του αθλήματος, πιθανόν επειδή διακινούνται πολλά εκατομμύρια, βρίσκονται συχνά δίπλα σε κυβερνήσεις και ηγέτες.

Ο αθλητισμός είναι κομμάτι της κοινωνίας. Και όπως κάθε κοινωνικός χώρος, αντανακλά τις συγκρούσεις, τις αξίες και τις επιλογές της εποχής του.

Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν ο αθλητισμός πρέπει να μένει έξω από την πολιτική. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν κάτι τόσο μαζικό και τόσο ισχυρό όσο το ποδόσφαιρο θα μπορούσε ποτέ να είναι πραγματικά ουδέτερο.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα