Νέες ταινίες: Το “The Drama” με Ζεντάγια και Ρόμπερτ Πάτινσον ανοίγει μεγάλες κουβέντες

Διαβάζεται σε 13'
Νέες ταινίες: Το “The Drama” με Ζεντάγια και Ρόμπερτ Πάτινσον ανοίγει μεγάλες κουβέντες
24 Media Creative Team

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

H “Τελευταία Κλήση” μετά το εξαιρετικό άνοιγμα δείχνει καλές αντοχές στις οποίες βοηθάει σίγουρα και το ότι η ταινία συζητιέται. Έτσι, μετά από 10 ημέρες ξεπερνάει ήδη τις 100.000 εισιτήρια κρατώντας την 1η θέση στο box office.

Στη 2η θέση το “Αποστολή Χαίρε Μαρία” σχεδόν επανέλαβε την (χαμηλή) επίδοση της πρώτης του εβδομάδας, δείχνοντας πως πιθανότατα αυτό που είδαν οι θεατές, άρεσε. Θα είναι περίπτωση word of mouth βραδυφλεγούς επιτυχίας για την Ελλάδα;

Πιο κάτω στη λίστα, σε άλλη μια μεγάλη επιτυχία του χειμώνα, τα “Ανεμοδαρμένα Ύψη” ξεπέρασαν κι επισήμως το όριο των 200.000. Εντυπωσιακή κίνηση για μια ταινία που επίσης συζητήθηκε κι έφερε πολύ κόσμο στις αίθουσες.

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

The Drama

(Κρίστοφερ Μπόργκλι, 1ω46λ)

★★★

Ο Τσάρλι κι η Έμμα είναι ένα νεαρό, ερωτευμένο ζευγάρι έτοιμο για το μεγάλο βήμα. Λίγες μέρες πριν τον γάμο τους, στη διάρκεια μιας πρόκλησης, θα κληθούν να αποκαλύψουν ο ένας στην άλλη το χειρότερο πράγμα που έχουν κάνει στη ζωή τους. Η αποκάλυψη της Έμμα θα αφήσει τον Τσάρλι εμβρόντητο και τα πάντα μεταξύ τους θα αλλάξουν. Θα μπορέσουν να ξεπεράσουν αυτή την απροσδόκητη κρίση;

Σε 25 λέξεις: Προβοκατόρικο αλλά και ουσιαστικό στην φιλοσοφική αναζήτησή του, θέτει ένα τεράστιο ερώτημα και του επιτίθεται από κάθε γωνία. Δυνατό, παρά την μεγάλη ευκολία του φινάλε, με εντυπωσιακό Ρόμπερτ Πάτινσον.

Κριτική

Το ερώτημα του πόσο καλά γνωρίζεις τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου είναι τόσο ριζωμένο στα βαθύτερα άγχη της ανθρώπινης εμπειρίας, που δε θα πάψουν ποτέ οι παραλλαγές του να μας συναρπάζουν – ειδικά αν παρουσιάζονται με έναν τόσο ωμά προβοκατόρικο τρόπο όσο στο “The Drama”. Η νέα ταινία του Κρίστοφερ Μπόργκλι (“Ονειρικό Σενάριο”) βρίσκει τον νορβηγό σκηνοθέτη πιο ώριμο από τις προηγούμενες δουλειές του, διατεθειμένο να εξερευνήσει τις edgy ιδέες του και πέρα από την αρχική τους συνθήκη.

Το “Ονειρικό Σενάριο” ας πούμε είχε μια φανταστική κεντρική ιδέα, αρκετές μεμονωμένες δυνατές σκηνές και έναν απολαυστικό Νίκολας Κέιτζ στην καρδιά του, αλλά γρήγορα έμοιαζε να εγκαταλείπει την διαλεκτική του σε όφελος γενικόλογων τσιτάτων περί cancel culture. Τα καλά στοιχεία εκείνης της ταινίας μου ήταν αρκετά για να μείνει (οριακά έστω) στο “πράσινο”, αλλά η αλήθεια είναι πως στο “Drama” ο Μπόργκλι καταφέρνει να παρουσιάσει μια πολύ πιο ολοκληρωμένη φιλοσοφία.

Ένα ζευγάρι λίγες μέρες πριν τον γάμο αποκαλύπτει τις χειρότερες πράξεις που έχει διαπράξει. Δε θα αποκαλύψω εδώ τι είναι αυτό που μαρτυρά εν μέσω πίεσης (και μεθυσιού) η ηρωίδα της Ζεντάγια, αλλά υπόσχομαι πως θα σας αφήσει με το στόμα ανοιχτό. Αυτή είναι κι η πρόθεση του Μπόργκλι: Να τοποθετήσει κάτι τόσο σκοτεινό και αδιανόητο στο παρελθόν μιας γυναίκας που κατά τα άλλα θα έμοιαζε έτοιμη να ζήσει το δικό της συμβατικό rom com παρέα με τον φωτογενή σύντροφό της. Πώς αντιδράς όμως απέναντι σε μια πληροφορία που θέτει τα πάντα υπό μια νέα σκοπιά;

Ξαφνικά τα πάντα είναι αμήχανα. Εκεί που υπήρχε αυτοπεποίθηση στη σιωπή και σιγουριά στα αγγίτματα, τώρα υπάρχουν αμήχανες σιωπές και αμήχανα αγγίγματα. Μέσα από τη λεπτομερή σκιαγράφηση των χαρακτήρων τις επόμενες μέρες της σοκαριστικής αποκάλυψης, ο Μπόργκλι εξερευνά τα νέα όρια που τοποθετούνται πάνω σε παλιά δεδομένα. Εξερευνά ζητήματα συγχώρεσης, κατανόησης, αγάπης εν μέσω κρίσης, αλλά και διαχείρισης της εν λόγω κρίσης.

Μερικές από τις εξυπνότερες στιγμές της όλης τραγικωμωδίας έρχονται καθώς ο ήρωας του Πάτινσον προσπαθεί να συνδέσει κλισέ ψυχολογικά κίνητρα σε κάτι που μοιάζει ακατανόητο ή και οριακά τυχαίο: «Όταν ήταν μικρή είδε τη φίλη της να πεθαίνει μπροστά της σε τροχαίο!», λέει ο Τσάρλι σε ένα φιλικό τους ζευγάρι αποζητώντας την κατανόησή τους, αλλά πρωτίστως (κι ας μην το αποδέχεται) τη δική του. Όσο κι αν η Έμμα του είχε ξεκαθαρίσει πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει – ούτε η γειτόνισσα ήταν τόσο φίλη της, κι ούτε φυσικά την είδε να σκοτώνεται μπροστά της.

Όμως πάντα ο άνθρωπος θα προσπαθεί να κατανοήσει, να εκλογικεύσει, να φέρει τα πάντα στα μέτρα του. Μια φίλη της Έμμα και του Τσάρλι, που είναι κι εκείνη μάρτυρας της σοκαριστικής αποκάλυψης, μπαίνει κατευθείαν σε μια στάση μοραλιστικής σχετικοποίησης, παρά το γεγονός πως το “σοκαριστικό συμβάν” που η ίδια έχει αποκαλύψει για τον εαυτό της λίγα λεπτά πριν, είναι πολύ πιο κυριολεκτικά και άμεσα βλαπτικό από εκείνο της Έμμα. (Στο ρόλο είναι φανταστική η Αλάνα Χάιμ του “Πίτσα Γλυκόριζα”, παίζοντας έξοχα την επιφανειακή ηθική οργή.)

Αυτή η διαδικασία αλληλο(μη)κατανόησης μέσα από τα διαδοχικά στάδιά της, που φέρνουν και τον Τσάρλι στα όριά του, σχηματίζει ένα συναρπαστικό δράμα, με κοφτερό σχόλιο όσο και χιούμορ. Η Ζεντάγια είναι καλή, αλλά την παράσταση εδώ κλέβει ο Πάτινσον, του οποίου ο Τσάρλι μοιάζει να περνά από μια ντουζίνα διαφορετικά στάδια επεξεργασίας και διάθεσης σε κάθε σκηνή που τον βλέπουμε, με κάθε νέο δεδομένο που λαμβάνει.

Είναι λοιπόν κρίμα που όλο αυτό προδίδεται από μια τρίτη πράξη γεμάτη σχηματικές καταστάσεις (η υπόθεση με την DJ του γάμου), ένα τονικά παράταιρο φινάλε, και εν γένει σχετικιστικές ευκολίες: δεν χρειάζεται σε καμία απολύτως περίπτωση αυτή η ταινία να παρουσιάσει την κεντρική της θέση υπό ένα “όλοι κατεστραμμένοι είναι” πρίσμα, γιατί αυτό φθηναίνει το κεντρικό της φιλοσοφικό σοκ.

Αλλά ακόμα και παρά τα όποια προβλήματα, το “The Drama” καταφέρνει να παρουσιάσει μια ακραία υποθετική συνθήκη, την οποία εξετάζει με σοβαρότητα και συνέπεια, παίρνοντας το παλτό μιας ρομαντικής κομεντί και φορώντας το μέσα-έξω. Κρατώντας στην πορεία αμείωτο το ενδιαφέρον και καταφέρνοντας να βάλει τον θεατή σε ουκ ολίγες υποθετικές εξερευνήσεις περί ηθικής και αφοσίωσης. Από τις ταινίες που ξέρουν πραγματικά πώς να «ανοίγουν κουβέντες».

Gorgonà

(Εύη Καλογηροπούλου, 1ω35λ)

★★★

Σε μια φτωχή πόλη-κράτος ενός μετα-αποκαλυπτικού μέλλοντος, η μόνη πηγή εισοδήματος είναι το διυλιστήριο και η μόνη πηγή ελέγχου είναι ο στρατός. Άνδρες, οπλισμένοι, κρατούν απόλυτη δύναμη στην περιοχή – όμως ο ηγέτης τους ασθενεί και πρόκειται να πεθάνει, οπότε αναζητά τον διάδοχό του. Ανάμεσα στους διεκδικητές είναι μια αποφασισμένη νεαρή γυναίκα, η μοίρα της οποίας θα αλλάξει μετά την άφιξη στην πόλη μιας σαγηνευτικής γυναίκας, η οποία αρχίζει να τραγουδά στο τοπικό μπαρ.

Σε 25 λέξεις: Αταξινόμητο, με προβλήματα στον ρυθμό και την κατασκευή, αλλά και μια ωμή δύναμη στην αντι-πατριαρχική του αλληγορία και την αισθητική του τοποθέτηση. Θα διχάσει, αλλά θα μείνει στη μνήμη.

Κριτική

Κάπου μετά το τέλος του κόσμου, σε μια κοινωνία σπαραγμένη (μπορεί κανείς να κάνει τις υποθέσεις για τα πώς και τα γιατί), οι πόλεις-κράτη που επιβιώνουν είναι στην ουσία τεράστια διυλιστήρια που προσφέρουν (με το κατάλληλο αντίτιμο φυσικά) καύσιμο στον υπόλοιπο κόσμο. Η πόλη στην οποία βρισκόμαστε, κυριεύεται από έναν στρατό ανδρών απόλυτης προσήλωσης αλλά και εμμονής πάνω σε μια ‘καθαρότητα’ και μια ‘προστασία’, έννοιες όλο και πιο ασαφείς σε έναν κόσμο που μοιάζει ήδη τελειωμένος – τουλάχιστον στην σημερινή, αναγνωρίσιμη μορφή του.

Ο ηγέτης του στρατού (Χρήστος Λούλης) πάσχει από μια ανίατη ασθένεια οπότε μέσα από μια σειρά δοκιμασιών προσπαθεί να βρει τον διάδοχό του. Ανάμεσα όμως στους υποψηφίους είναι κι η Μαρία (Μελισσάνθη Μάχουτ), κάτι που όπως είναι προφανές δεν κάθεται και πολύ καλά με τους υπόλοιπους υπερ-μάτσο στρατιώτες. Πόσο μάλλον όταν, με την άφιξη της Ελένης (στο ρόλο η φανταστική Ορόρα Μαριόν από το “Almayer’s Folly” της Σαντάλ Άκερμαν), ένα ρομάντσο αρχίζει να αναπτύσσεται που θα ανατρέψει τις ήδη εύθραυστες δυναμικές της φρουρούμενης πόλης.

Στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Εύης Καλογηροπούλου (που έχει ταξιδέψει στις Κάννες με τη μικρού μήκους “Motorway 65” με φόντο τη βιομηχανική Ελευσίνα και το “Στον Θρόνο του Ξέρξη”, βραβευμένο στην Εβδομάδα Κριτικής των Καννών) η ελληνική μυθολογία συναντά την τρέχουσα Αποκάλυψη που βιώνουμε, και μια κριτική, οργισμένη ματιά στην πατριαρχία πλέκεται με μια ιστορία πάθους όσο και ανακάλυψης μιας προσωπικής ταυτότητας και αλήθειας.

Ο κόσμος που έχει δημιουργήσει εδώ είναι γεμάτος από πυκνές και εικαστικά επιβλητικές εικόνες που νοηματοδοτούν την ιστορία πέρα από την απλή γραμμική της ανάπτυξη. Βιομηχανικό τοπίο, μαγνητικό πάθος, μετα-αποκαλυπτική αισθητική και λαϊκές νότες, σε μια ταινία που εμπνέεται εξίσου από τους “Λεγεωνάριους” (“Beau Travail”) της Κλερ Ντενί και την “Ευδοκία” του Αλέξη Δαμιανού.

Η ταινία δεν καταφέρνει απαραίτητα να λειτουργήσει ως σύνθεση των επιμέρους στοιχείων της – της λείπει ο ρυθμός, το ξετύλιγμα πλοκής και μύθου, μια φυσική κινηματογραφική ροή – αλλά αυτό την κάνει περιέργως πιο ενδιαφέρον ως αντικείμενο. Η Καλογηροπούλου είναι εξάλλου εικαστικός, κάτι που προκύπτει έντονα στη “Gorgonà”: Συχνά, το έργο μοιάζει ακίνητο, στατικό, οριακά ακατέργαστο, αλλά με αλληγορικές ιδέες και ένα επίπεδο κατασκευής και αισθητικής που φλέγεται, ζωντανεύει με πάθος και θυμό που καίνε εξίσου. Κινηματογραφεί με συναίσθημα τη νύχτα και με μαγνητιστικό τρόπο τα σώματα και τα βλέμματα.

Σε αυτή την τοξική πατριαρχία στο τέλος του κόσμου, όπως αυτή αποτυπώνεται μέσα από το τάγμα στρατιωτών του Χρήστου Λούλη (σε μια ομολογουμένως απίστευτα άστοχη ερμηνεία, στο όριο του μελλοντικού camp classic), υπάρχουν ακόμα αυτές οι αναγνωρίσιμες κι από τον δικό μας κόσμο εμμονές με την ασφάλεια και με την ‘καθαρότητα’ – ό,τι κι αν μπορεί κάτι τέτοιο να σημαίνει πρακτικά.

Αυτός ο εθνοπατριωτικός στρατός περιλαμβάνει ανθρώπους διαφορετικών φυλών και χρωμάτων, ένας δυναμικός τρόπος να υπογραμμιστεί ο παραλογισμός αυτής της ιδεολογίας. Είναι μια συναρπαστική επέκταση του σκεπτικού του φιλμ. Αλλού, η ιδέα της επιβίωσης εξερευνάται μέσα από διαφορετικές κοινωνικές θεωρήσεις καθώς οι δύο ηρωίδες καλούνται να πάρουν αποφάσεις για τη σχέση τους, για τις εαυτές τους, και για το τι τελικά σημαίνει το να παίρνεις τον έλεγχο της μοίρας σου.

Σε πολλά σημεία γενικώς μπορεί κανείς να διακρίνει πως το φιλμ αποτελεί σχόλιο για τον κόσμο του σήμερα, είτε εξερευνώντας παραδόσεις και ιδεοληψίες που έχουν επιβιώσει σε αυτό το μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν, είτε μέσα από φευγαλέες εικόνες σε δελτία ειδήσεων στο φόντο, για άλλες πόλεις που σβήνουν. Και συνεχίζοντας να αναζητά την κάθαρση – με ό,τι όρους, και με ό,τι μορφή μπορεί να εμφανιστεί.

Το αποτέλεσμα έχει πάρα πολύ έντονο χαρακτήρα πρώιμου, χειροποίητου φιλμ, γεμάτου ανησυχίες, ιδέες, θυμό και αναφορές. Χάνεται (ή, αν προτιμάτε, κολλάει) αρκετά στα ίδια σημεία, και η απουσία χιούμορ αφήνει κάποια στοιχεία κάπως έκθετα. Από την άλλη, αυτή η δυσκαμψία το κάνει τόσο ενδιαφέρον, τόσο έντονο, τόσο επιβλητικό με τον τρόπο του. Είναι ένα φιλμ αταξινόμητο, που σίγουρα θα ξενίσει, αλλά έχει χαρακτήρα, έχει απεριόριστη τόλμη και φτιάχνει έναν δικό του, επιβλητικό, αισθητικό κόσμο.

undertone

(Ίαν Τούασον, 1ω34λ)

★★

Η παρουσιάστρια ενός podcast πάνω σε μεταφυσικά φαινόμενα, γίνεται θύμα δαιμονικής παρουσίας όταν λαμβάνει κάποιες μυστηριώδεις ηχογραφήσεις τις οποίες παίζει στην εκπομπή.

Σε 25 λέξεις: Ωραία σκηνοθετημένο, με καλή χρήση ήχου, καδραρίσματος και οπτικών τρικ, αλλά η ιστορία εξαντλείται γρήγορα και θεματικά είναι τελείως χύμα.

Κριτική

Low budget αλλά πολύ αποτελεσματικά σκηνοθετημένο φιλμ μεταφυσικού τρόμου που πρακτικά εκτυλίσσεται μες στους 4 τοίχους ενός σπιτιού. Εκεί, μια νεαρή podcaster ζει με την ετοιμοθάνατη μητέρα της κι ενώ η ίδια είναι επίσης έγκυος. Κάποιες μυστηριώδεις ηχογραφήσεις φτάνουν στην κατοχή της κι έτσι ξεκινούν μαζί με τον co-host της να τις ακούν, ζωντανά, στην εκπομπή τους. Αρχείο μετά το αρχείο όμως, εντείνεται η αίσθηση πως κάτι έχει πάει πολύ στραβά, κι ενδέχεται άθελά τους να έχουν απελευθερώσει κάτι δαιμονικό.

Η ιστορία πραγματικά δεν έχει πού να πάει και η όλη αλληγορία του θέματος τα μπλέκει όλα με τρόπο εν τέλει τελείως αόριστο. Η ταινία εξαντλείται πολύ πριν φτάσει αγκομαχώντας στο φινάλε… όμως ακόμα κι έτσι υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εδώ, ειδικά στον τρόπο με τον οποίο είναι γυρισμένη. Ο Τουάσον κάνει πολύ καλή χρήση των νεκρών χώρων του κάδρου, μετατρέπει τον ήχο σε όπλο, και χρησιμοποιεί γωνίες λήψης, φλου και εστιάσεις, και νεκρικές χρωματικές αποχρώσεις ώστε να παρατείνει την ένταση ακόμα και σε μια πλήρως στατική ταινία σαν αυτή.

(Είναι χωρίς υπερβολή σα να παρακολουθούμε μια ακολουθία από ακίνητες εικόνες… και ναι, το ξέρω ότι κυριολεκτικά αυτό ακριβώς είναι το σινεμά, αλλά καταλάβατε τι λέω!)

Όχι αληθινά καλή ταινία, αλλά τον σκηνοθέτη θα τον έχουμε στο νου μας.

Super Mario Galaxy: Η Ταινία

(“The Super Mario Galaxy Movie”, Άαρον Χόρβαθ, Μάικλ Τζελένικ, 1ω38λ)

★★

Ο Μάριο, ο Λουίτζι κι η Πριγκίπισσα Πιτς ταξιδεύουν στο διάστημα για να σώσουν την Ροζαλίνα και να σταματήσουν τον γιο του Μπάουζερ που απειλεί να χρησιμοποιήσει ένα καταστροφικό όπλο.

Σε 25 λέξεις: Φωτεινό, ευχάριστο, με αρκετές αναφορές στα δημοφιλή παιχνίδια Super Mario (ειδικά το ομώνυμο, Galaxy) όμως η δράση κάνει μεγάλη κοιλιά και χάνονται πολλές ευκαιρίες για κάτι πιο θεαματικό.

Κριτική

Το σίκουελ στη μεγάλη πρόσφατη επιτυχία εμπνέεται πλέον από τη θρυλική πλατφόρμα “Super Mario Galaxy” του Nintendo Wii αλλά δυστυχώς δεν έχει τίποτα από την διαρκή ανακάλυψη νέων, διαφορετικών κόσμων εκείνου του παιχνιδιού. Ό,τι έχει χαρακτήρα στην ταινία βρίσκεται περισσότερο ως περαστική αναφορά στο περιθώριο της κεντρικής αφήγησης, η οποία είναι τεμπέλικα φτιαγμένη και τελικά αρκετά βαρετή σε σημεία.

Όμως η ταινία έχει χρώμα, έχει πολλά επιμέρους ζωηρά gags, διασκεδαστικούς χαρακτήρες, και καλοφτιαγμένες αναφορές στην πορεία του παιχνιδιού και του ήρωα. Έχει πλάκα και ανοίγει τουλάχιστον το μάτι, αλλά θα μπορούσε να είναι κάτι ωραιότερο.

Σχετικό Άρθρο

Κυκλοφορούν επίσης

Ζωή Σαν Σινεμά: Ο 4 φορές υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθέτης Σιλβέν Σομέ (“Το Τρίο της Μπελβίλ”) ζωντανεύει μοναδικά τη ζωή του θρυλικού συγγραφέα και πρωτοπόρου σκηνοθέτη Μαρσέλ Πανιόλ στη μεγάλη οθόνη, μια ζωή συνώνυμη με το ίδιο το σινεμά.

Το Μυστικό του Δάσους: Όταν το παρελθόν ξαναχτυπά την πόρτα του Κώστα, οι τύψεις για τον χαμό της οικογένειάς του μετατρέπονται σε δύναμη εκδίκησης, οδηγώντας τον να αποδώσει δικαιοσύνη στο νησί όπου μεγάλωσε. Ελληνικό αστυνομικό θρίλερ.

Primavera: Βενετία, 18ος αιώνας. Η ζωή της Σεσίλια αλλάζει για πάντα όταν γνωρίζει τον νέο δάσκαλο μουσικής της. Το όνομά του: Αντόνιο Βιβάλντι. Κινηματογραφικό ντεμπούτο για τον πολυβραβευμένο σκηνοθέτη όπερας Νταμιάνο Μικελέτο.

Ανάμεσα στις Καλαμιές: Ο Γιόχαν ζει μια ζωή γεμάτη ρουτίνα, αλλά όταν ανακαλύπτει το άψυχο σώμα ενός κοριτσιού στον καλαμιώνα του, τον καταλαμβάνει ένα ασαφές αίσθημα ενοχής. Καθώς φροντίζει την εγγονή του, ξεκινά μια αναζήτηση για να εντοπίσει τον δράστη.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα