Η ΧΛΟΗ ΑΚΡΙΘΑΚΗ ΕΙΔΕ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ ΜΙΑ ΓΡΑΜΜΗ ΚΥΜΑ
Μία μεγάλη συζήτηση με τη Χλόη Ακριθάκη με αφορμή την έκθεση “Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα” που λαμβάνει χώρα στο Μουσείο Μπενάκη.
Πόσες φορές μια παιδική φράση μπορεί να μετατραπεί στον τίτλο μιας μεγάλης, εμβληματικής έκθεσης; Το «Μια γραμμή κύμα» δεν είναι μια ποιητική διατύπωση, είναι μια αυθόρμητη παιδική περιγραφή που ειπώθηκε πριν από δεκαετίες και σήμερα επιστρέφει ως κεντρικός άξονας μίας μεγάλης αναδρομικής έκθεσης για να διαβάσουμε εκ νέου το έργο του σπουδαίου Αλέξη Ακριθάκη.
Η Χλόη Ακριθάκη — κόρη του εμβληματικού ζωγράφου και συν-επιμελήτρια μαζί με τον Αλέξιο Παπαζαχαρία της έκθεσης “Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα” που λαμβάνει χώρα στο Μουσείο Μπενάκη — μεγάλωσε μέσα σε ένα έντονα καλλιτεχνικό περιβάλλον, ανάμεσα στην Αθήνα και το Βερολίνο. Φωτογράφος η ίδια, σήμερα μοιράζει τη ζωή της ανάμεσα στην Πράγα, την Αθήνα και το Βερολίνο, ενώ παράλληλα διαχειρίζεται το έργο και το αρχείο του πατέρα της, προσεγγίζοντάς το με μια ματιά που συνδυάζει το προσωπικό βίωμα με την επιμελητική απόσταση.
Την είδα από μακριά, στο μπαρ του Μουσείου. Την παρατήρησα. Όμορφη πολύ, με ένα ωραίο μειδίαμα να διαγράφεται στα χείλη της, αποπνέει μία ηρεμία. Παρουσία διακριτική και ταυτόχρονα στιβαρή.
Ήπιαμε έναν σύντομο καφέ στο αίθριο και στη συνέχεια με ξενάγησε σε περισσότερα από 250 έργα που καλύπτουν ολόκληρη τη δημιουργική πορεία του καλλιτέχνη και πατέρα της.
Μπαίνοντας στην έκθεση, τo πρώτο πράγμα που βλέπουμε είναι ο Αλέξης Ακριθάκης σε νεαρή ηλικία ξαπλωμένος στην παραλία. Πάνω από το κεφάλι του είναι κάτασπρα βότσαλα που σχηματίζουν το σήμα της Ειρήνης.
Η Χλόη ξεκινά με ήρεμη φωνή την ξενάγηση λέγοντας πως “έχουμε κάνει ένα statement μπαίνοντας στην έκθεση. Το σήμα της Ειρήνης είναι και ένα σύμβολο που θα το δούμε και θα το ξαναδούμε στα έργα του Αλέξη Ακριθάκη και μάλιστα δένει και με τον τίτλο της έκθεσης “Μια γραμμή κύμα”.
Και συνεχίζει: “Τον διαλέξαμε γιατί δε θέλαμε να χαρακτηρίσουμε την έκθεση απλώς αναδρομική. Θέλαμε κάτι που να δημιουργεί μια εικόνα πριν ακόμη επισκεφτεί κάποιος την έκθεση. Το ”Μια γραμμή κύμα” είναι μια φράση που είχα πει εγώ σαν παιδί όταν ο πατέρας μου με ρώτησε τι βλέπω στα έργα του. Με είχε ηχογραφήσει μάλιστα να μιλά και το είχε καταγράψει, μπορείς να διαβάσεις όλο το κείμενο στην έκδοση “Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα”. Θα έλεγα πως είναι το πρώτο επιμελητικό μου κείμενο σε ηλικία τεσσάρων χρόνων”(γελάει).
Μια γραμμή κύμα…
“Τρεις λέξεις — όπως τα τρία μέρη ενός χαϊκού.
Είναι αυτή η γραμμή που μπορεί να είναι ευθεία, ή και όχι, αλλά συνεχής. Είναι η μία, μοναδική, όπως η ζωή, συμβολίζει το ίχνος, τη διάρκεια, τη χάραξη, την πορεία, την αρχή και το τέλος. Είναι και λίγο γιν και γιανγκ. Οπότε ξαφνικά μπαίνουν πάρα πολλά πράγματα μέσα σε αυτές τις τρεις λέξεις. Έχει να κάνει και με το πώς έχει στηθεί η έκθεση. Έχει δηλαδή κάποιες εντάσεις, κάποια μέρη σε ηρεμούν, σε κάποια άλλα υπάρχει ένας αισθητός κυματισμός.
Επίσης έχει να κάνει και με το ότι είμαστε στην Ελλάδα και έχουμε αυτή τη σχέση με τη θάλασσα και τις παραλίες και ότι ξεβράζουν αυτές. Όταν ήμουν μικρή περνούσαμε πάρα πολύ καιρό στα Βασιλικά, στην Εύβοια” λέει η Χλόη.
Στον τοίχο δεσπόζει ένα κείμενο του ίδιου του Αλέξη Ακριθάκη, που το είχε γράψει για μια έκθεση το 1979 στην γκαλερί Ζουμπουλάκη. “Λέει λίγα λόγια για τον εαυτό του εδώ και θεωρήσαμε πολύ πιο ζεστό και προσωπικό να βάλουμε αυτό, από το να κάτσουμε να γράψουμε εμείς κάτι καινούργιο” αναφέρει.
“Επίσης, δεν έχουμε πολλές επεξηγήσεις στην έκθεση, μόνο κάποια τσιτάτα του που έχουμε αντλήσει από τα ημερολόγιά του. Πιστεύουμε ότι τα έργα είναι πολύ δυνατά και μιλάνε από μόνα τους” συμπληρώνει.
Δίπλα ακριβώς, το βλέμμα μου τραβούν ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οι οποίες λειτουργούν σαν ένα μικρό βιογραφικό. Μέσα τους βλέπεις και διάφορα έργα που βρίσκονται στην έκθεση. Μου τα δείχνει με το χέρι της, δείχνοντάς μου λεπτομέρειες πίσω από τις εικόνες.
«Ήταν κούκλος, πανέμορφος ο Αλέξης Ακριθάκης. Σαν ηθοποιός», σχολιάζει, δείχνοντάς μου μια φωτογραφία με τη μητέρα της, μία άλλη τον αδελφό του, την ίδια σε μικρή ηλικία και πολλούς ακόμη, όπως τον Ιόλα.
Τη ρωτώ τι χρώμα είχαν τα μάτια του.
«Πράσινα», μου απαντά.
Και κάπως έτσι ξεκινά η περιήγηση στα έργα της έκθεσης.
Η έκθεση είναι χρονολογικά στημένη, σε υλικά και μοτίβα που επανέρχονται και μετασχηματίζονται — βαλίτσες, καρδιές, μάτια, κύματα, καραβάκια.
Η βόλτα μας στα έργα, δεν είναι για μια απλή ξενάγηση, αλλά για μια διαδρομή που κινείται ανάμεσα στη μνήμη και την επιμέλεια, στο προσωπικό βίωμα και τη δημόσια αφήγηση. Κάθε έργο ανοίγει μια ιστορία, κάθε λεπτομέρεια ένα πέρασμα — και μέσα σε όλα, η αίσθηση ότι δεν βλέπεις απλώς μια αναδρομική έκθεση, αλλά έναν κόσμο που εξακολουθεί να πάλλεται.
Μου δείχνει κάποια από τα πρώτα έργα του, έργα που έχουν ακόμη και κολάζ – μία φωτογραφία του Μοχάμετ Άλι, μία γυναίκα, ένα πιάνο κ.ά – αλλά και κείμενα που είχε γράψει πάνω στους πίνακες. Διαβάζω ένα κείμενο για την Αγία Σοφία στη Θεσσαλονίκη και μου κάνει εντύπωση το πόσο καθαρά και ντελικάτα είναι τα γράμματα του ζωγράφου.
Παρατηρώ τα πρώτα του έργα, πίνακες του ‘60 που έχουν μείνει στην οικογένεια. Μου δείχνει τους 3 φίλους του πατέρα της όταν ήταν νέος, ο Κωστής, ο Θάνος και ο Δημήτρης. Σχολιάζω πως μοιάζουν μεταξύ τους και συμφωνεί, τονίζοντας πως ταυτόχρονα τα πορτρέτα είναι εξαιρετικά κοντά στα χαρακτηριστικά των ανθρώπων αυτών.
“Από το ‘63 στα έργα του εμφανίζεται η αναγνωρίσιμη «γραφή» του” μου λέει και βλέπω πως από νωρίς έπαιζε πάρα πολύ με τα χρώματα. Εντυπωσιακά είναι και δύο ασπρόμαυρα έργα με το χαρακτηριστικό του τσίκι-τσίκι, που δεν είχαν παρουσιαστεί πριν λίγα χρόνια σε σχετική έκθεση και πάλι στο Μουσείο Μπενάκη.
“Προσπαθήσαμε να δείξουμε έργα που δεν έχουν παρουσιαστεί σε προηγούμενες εκθέσεις” μου λέει και μου δείχνει κάποια ψυχεδελικά έργα του όπως το “Όταν τα δέντρα προσπαθούν να γίνουν ψαλίδες”.
“Ήταν ποιητικός τύπος. Έγραφε στην καθημερινότητα του”, συνεχίζει η Χλόη και στέκεται σε έναν πίνακα που πάνω δεξιά γράφει “Θάνατος” με έντονα γράμματα. “Αναφέρεται σε ένα ποίημα του Τάσου Δενέγρη”, μου εξηγεί, “αργοτερα ο Δενέγρης εκδίδει τη συλλογή “Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος”.
Σχολιάζει ακολούθως ένα μεγάλο του έργο «Το σύμπαν». “Μέσα στο φαινομενικά πολύχρωμο σύμπαν με βιωματικά στοιχεία από τα πανηγύρια, τα λούνα παρκ, τον περιοδεύοντα θίασο, κρύβεται ένας τρομακτικός μικρόκοσμος. Και κάθε φορά που κοιτώ τον πίνακα αυτό βλέπω και κάτι καινούριο. Μικρά ανθρωπάκια, καρδούλες, αλλά και φερετράκια, νεκροφόρες, βασανισμούς, σταυρούς. Και αυτά όλα σιγά σιγά θα μεγαλώσουν στη διάρκεια της έκθεσης. Ήταν ένας άνθρωπος που έβραζε από ζωντάνια” σχολιάζει.
Μία πορεία από το 1967, η γέννηση της Χλόης, το ποδηλατάκι και η βαλίτσα…
Ο Αλέξης Ακριθάκης έκανε την πρώτη του έκθεση στο Βερολίνο το ‘67. Το φθινόπωρο ‘68 του δόθηκε η υποτροφία της DAAD (Γερμανική Υπηρεσία Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών) και και πηγαίνει να εγκατασταθεί στο Βερολίνο”.
Αυτή την περίοδο τα έργα του είναι πολύ πολιτικά, καθώς στην Ελλάδα έχουμε δικτατορία. Φτάνουμε στις “Τέσσερις παραλλαγές του φασισμού στην Ελλάδα”, ένα έργο αφιερωμένο στον Άλεκ Σχινά, ο οποίος ήταν φίλος του, συγγραφέας και ανταποκριτής τότε στην Deutsche Welle.
Μου κάνει εντύπωση ένα πολύ μικρό γκρι – μαυρο έργο που φαίνεται παράταιρο, αλλά βγάζει μεγάλη ένταση. Μου εξηγεί πως πρόκειται για ένα πάρα πολύ πρώιμο έργο που “έχει τη σημασία του στην ιστορία” μου λέει. Το έκανε το ‘61. Ο αγαπημένος του ξάδελφος ήταν στην αεροπορία. Έπεσε το αεροπλάνο και δεν πρόλαβε να βγει με το αλεξίπτωτο. Σκοτώθηκε και αυτό το μικρό πένθιμο έργο το έκανε εκείνη την ημέρα”…
Δίπλα το περίφημο καρουζέλ για τα παιδάκια του Βιετνάμ που αντί για βαρκούλες έχει τα φερετράκια… Κάπως ο θάνατος δένει τα δύο αυτά έργα.
Ρωτώ τη Χλόη πότε αρχίζει να “υπάρχει”.
“Από τα έργα του 1969” απαντά. Μετά τη γέννησή μου ακολούθησε μία εξαιρετικά παραγωγική περίοδος για τον πατέρα μου. Στο Βερολίνο γίνονται διάφορα πράγματα. Είναι μια διχοτομημένη πόλη, είμαστε κυριολεκτικά μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο. Και σε αντίθεση με το σήμερα, τότε ήταν πολύ ξεκάθαρα τα μέτωπα, είχαμε ένα τείχος να χωρίζει την πόλη.
Μου δείχνει έναν πίνακα που αιωρείται και μου εξηγεί πως “αυτό το έργο ‘εχει εκτεθει αρκετές φορές πάντα κρεμασμένο στον τοίχο, το περασμένο καλοκαίρι, όταν διαλέγαμε τα έργα για την έκθεση είδαμε ότι έχει και πίσω πλευρά”. Το πλησιάζουμε, παρατηρούμε την πίσω ασπρόμαυρη όψη του που έρχεται σε αντίθεση με την έμπροσθεν πολύχρωμη.
Αριστερά είναι άλλο ένα έργο που κάτι μου θυμίζει. Προλαβαίνει την ερώτησή μου και μου λέει πως “αυτό το συγκεκριμένο λοιπόν είναι εξώφυλλο του δίσκου “Η αγωγή του Πολίτου”. Είχε μέσα και το τραγούδι Μαθήματα Δικτατορίας Άνευ Διδασκάλου (Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών) του Γιώργου Μαρίνου. Ο Μαρίνος ήταν συμμαθητής με τον μπαμπά μου, καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο”.
Μπροστά στον πίνακα της γέννησης της Χλόης Ακριθάκη…
Στεκόμαστε μπροστά στη γέννησή της, αυτή είναι ένα καταπράσινο μωρό. Καθόλου τυχαίο. “Γεννά η μητέρα μου εδώ. Και εγώ κουκλίτσα καταπράσινη” σχολιάζει γελώντας.
“Να σου πω επίσης πως όπως και πάρα πολλοί καλλιτέχνες, ο Ακριθάκης ήταν πολύ επηρεασμένος από το Νταντά. Τρέχαμε σε κάθε έκθεση Νταντά που υπήρχε στο Βερολίνο” μου λέει.
Είχατε πολλούς πίνακες στο σπίτι; Ή ήταν στο εργαστήριο πιο πολύ;
“Είχαμε παντού θα έλεγα, αλλά συνήθως έργα σε εξέλιξη”, απαντά
Σου έπλαθε ποτέ καμιά ιστορία πάνω στα έργα, ένα παραμύθι; “Όχι, εγώ όμως του έλεγα πολλές όταν τα κοιτούσα”.
Ακούω με έκπληξη πως διαβάζαν σαν οικογένεια πάρα πολλά κόμιξ. “Διάβαζε και ο πατέρας μου πολύ. Σχεδόν με μανία. Αστερίξ, Τεν Τεν, Μίκυ Μάους. Μάλιστα τον Αστερίξ τον είχαμε στα γαλλικά και τους έπρηζα να μου το μεταφράσουν. Και τώρα τους καταλαβαίνω, θα πρέπει να βαριόντουσαν πάρα πολύ. Τους κυνηγούσα με τον Αστερίξ”.
Παρατηρώ πως στους μεταγενέστερους πίνακες η βαλίτσα αρχίζει και γίνεται πρωταγωνίστρια.
“Στο Βερολίνο έχει υποτροφία και ατελιέ μεγάλο. Για ένα χρόνο είναι όλα πληρωμένα, οπότε έχει άλλες δυνατότητες. Έχει αρχίσει και συνεργάζεται με τον Ιόλα και τα έργα του όλα είναι σε μέγεθος τέτοιο ώστε να χωράνε σε αυτοκίνητο και να μεταφέρονται. Έκανε εκθέσεις στην Ιταλία, στην Ελβετία, στην Ελλάδα και σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας”.
Μου δείχνει και τα περίφημα Σινιάλα του. “Ήταν οδηγός. Από μικρός οδηγούσε μοτοσυκλέτες, αυτοκίνητα, συμμετείχε σε ράλλυ”.
Έκανε ποτέ κάποια άλλη δουλειά πέρα από τη ζωγραφική; τη ρωτώ “Νομίζω μόνο στο σωφέρ και ραλίστας. Έχει τρέξει και ράλι Ακρόπολις συνοδηγός” μου απαντά.
Μου δείχνει τον πίνακα “Η δόξα των γραμμάτων” και μου εξηγεί πως είχε φτιάξει δικό του κώδικα, ένα αλφάβητο ελληνικό κι έναν λατινικό.
Βλέπω ένα έργο καθρέφτη του 1973. Τη ρωτώ γι΄αυτό: “Υπάρχει μία ιστορία από πίσω καθώς στην αλληλογραφία των γονιών μου, διάβασα ο πατέρας μου γράφει στη μητέρα μου για ένα έργο που θέλει να κάνει σε καθρέφτη. Δεν υπήρχαν πουθενά σκίτσα ή φωτογραφία του έργου και όμως πριν μερικά χρόνια εμφανίστηκε. Αρχικά αυτό το έκανε δώρο στον Ιόλα. Ήθελε να κάνει και άλλα, αλλά δεν έκανε”.
Πάντως υπήρχε τότε μία μανία με τα βιτρό σχολιάζω. “Ναι και τα έργα του έχουν να κάνουν με βιτρώ”.
Τα θεατράκια της Χλόης Ακριθάκη
Γεμάτη χαρά μου δείχνει τα θεατράκια της. Της δείχνω ένα και μου λέει πως “αυτό είναι το μόνο που δεν είχε αφιερώσει σε μένα, είναι προγενέστερο, για ένα θεατρικό σκηνικό στο Βερολίνο¨
“Τα θεατράκια τα κάναμε μαζί” εξηγεί. Από πίσω διαβάζω “θεατράκι για τη Χλόη, η Χλόη σχεδίασε και έκοψε την πρασινάδα…” και πολλά άλλα. “Ήμουν συμμέτοχη σε όλη αυτή τη διαδικασία”.
Σε μία γωνία ακούγονται ήχοι θάλασσας. “Είναι ένα ηχοτοπίο του γιου μου που είναι μουσικός” μου λέει η Χλόη. Η γωνία αυτή είναι γεμάτη με βαλίτσες.
“Η βαλίτσα ξεκίνησε από ένα βάρος από αυτά που έβαζαν στις ζυγαριές. Κάποιοι το είπανε βαλίτσα, γράφει ο ίδιος ο Ακριθάκης. Η βαλίτσα είναι λοιπόν πολλά και διαφορετικά πράγματα, όχι μόνο τα βάρη που κουβαλάμε αλλά είναι και αναφορά στο ελληνικό τοπίο και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική. Αν παρατηρήσεις, σχηματίζεται η φιγούρα από ένα εκκλησάκι από πίσω, αν το κοιτάξεις πάλι από επάνω είναι σαν κάτοψη από ξωκλήσι. Όταν το δεις αυτό όλα νοηματοδοτούνται αλλιώς” εξηγεί.
Και συνεχίζει: “Κάτι βρήκε σε αυτό το σχήμα, που δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα ορθογώνιο με ένα ημικύκλιο, και το εξάντλησε. Το έφτιαξε ή το γέμισε με όλα τα υλικά που βρήκε, με ό,τι μπορείς να φανταστείς: με σκουπίδια από την παραλία, με πριόνια, με ξύλα, με τα υλικά από το εργαστήριο του. Την βλέπουμε πραγματικά σε όλες τις παραλλαγές, σε καθρέφτες, μάρμαρο, σίδερο, χαρτί, χαρτόνι”.
Προχωράμε. “Αυτό είναι το ποδηλατάκι μου” λέει και μου δείχνει το ποδήλατό της.
Πώς αισθάνεσαι που βλέπεις όλους αυτούς τους πίνακες, και πώς αισθάνεσαι όταν βρίσκεις έργα του πατέρα σου που δεν ήξερες πως υπάρχουν; “Νιώθω απίθανα. Σαν να βρίσκω αδελφάκια. Μόνο να είναι και αληθινά γιατί υπάρχουν και τα άλλα…”.
Στεκόμαστε μπροστά από έναν πίνακα που έχει δύο μασελάκια που δαγκώνουν. Mου φαίνεται κάπως μακάβριο και άγριο, γι αυτό και απορώ όταν ακούω πως “αυτό το έργο είναι δώρο γάμου σε δύο φίλους του” “Και αυτοί οι άνθρωποι είναι ακόμη μαζί έτσι;” συνεχίζει η Χλόη γελώντας βλέποντας την αντίδρασή μου.
Παρακάτω συναντάμε “Το καράβι για τους πρόσφυγες”. ‘Ένα έργο φτιαγμένο με καφάσια από ιταλικά φρούτα. “Ο πατέρας μου το έφτιαξε το 77. Κι εγώ όταν βρήκα την περιγραφή στις σημειώσεις του, πριν δέκα περίπου χρόνια, ήμασταν πάλι μέσα στο μεταναστευτικό. Ανατρίχιασα με το πόσο επίκαιρο ήταν και είναι”.
Από τις βαλίτσες στα προσκυνητάρια και τα αεροπλάνα
Περνάμε από τις βαλίτσες του Ακριθάκη στα προσκυνητάρια. “Είναι αυτά τα μικρά εκκλησάκια που στήνονται στον δρόμο στο σημείο που έχει σημειωθεί κάποιο ατύχημα και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού τοπίου. Και αυτά είναι σαν βαλίτσες, γιατί κλείνουν μέσα τους, μία μνήμη, μια προσευχή, ένα βάρος” λέει η Χλόη λίγο πριν περάσουμε στα Αεροπλάνα του και στο Μεγάλο ταξίδι. Παρατηρούμε μαζί τον πίνακα με το γαλάζιο πουλί με μάτια που πετάει με τη βαλίτσα του και έχει πιο πάνω μία καρδιά και ένα φεγγάρι και που όσο το κοιτάμε μοιάζει και με μάσκα.
Η σειρά με τα αεροπλάνα, πίνακες όπως ο “Νυχτερινός βομβαρδισμός πόλεων” και “Νυχτερινή πτήση” είναι αναφορά στον Σαντ Εξυπερύ. “Ο Ακριθάκης είναι πολύ επηρεασμένος από τον Μικρό Πρίγκιπα, είναι ένα βιβλίο που ξέρω πως διάβαζε και τον ενδιέφερε”.
Και δόντια…
Σιγά σιγά περνάμε στη δεκαετία του ‘80, που ο Αλέξης Ακριθάκης έχει αποδομήσει πια τα έργα του. Παρατηρώ πως πια φωτίζονται, πάνω τους αρχίζει να βάζει πλαστικά και χάρτινα λουλούδια, καθρέφτες και λαμπάκια.
Η Χλόη πηγαίνει και με τρυφερό τρόπο ανάβει τα λαμπάκια που έχουν σβήσει στα έργα. Μου εξηγεί πως ο πατέρας της χρησιμοποιεί σαν ζωγραφική ακόμη και τα καλώδια.
Κοιτάζω με απορία κάτι πίνακες που απεικονίζουν δόντια. “Αυτά είναι τα αγαπημένα μου. Κάθε φορά που πήγαινε στον οδοντογιατρό του, που ήταν και φίλος του έφτιαχνε ένα δόντι” λέει γελώντας. ”Εγώ βρίσκω ότι έχουν πολύ χιούμορ και τρυφερότητα. Έχουμε το σφράγισμα, την τερηδόνα, τα σιδεράκια, ακόμη και το καθρεφτάκι αυτό που βάζει μέσα στο στόμα ο οδοντογιατρός” λέει μου τα δείχνει. Είναι πραγματικά έξοχα.
Η καρδιά της έκθεσης του Αλέξη Ακριθάκη
Και φτάνουμε στην καρδιά της έκθεσης. Εδώ έχουμε το πιο παλιό σκίτσο που έχει βρει η Χλόη στα αρχεία του πατέρα της. Μοιάζει με παιδικό βιβλίο και είναι δώρο του ζωγράφου στα πρώτα γενέθλια της ξαδέλφης του.
“Είναι μόλις 15 ετών και ήδη κάνει μικρές ζωγραφιές που τις χαρίζει. Στα έργα αυτά, σκίτσα, ζωγραφικά, κολάζ, κατασκευές από διάφορα υλικά ακόμη και χαρτοπετσέτα, αφιερωμένα σε φίλους, οικογένεια, κοπέλες”, βλέπουμε το χιούμορ και γενναιοδωρία του, μου λέει.
Το 1990 έκανε μία έκθεση στην γκαλερί 7 με τίτλο “Τα λουλούδια για τους αυτόχειρες φίλους μου”, είχε πολλούς φίλους που είχαν αυτοκτονήσει και έκανε μια σειρά από σχέδια που τους είχε αφιερώσει.
Βλέπω μία ξύλινη αυλόπορτα. Η Χλόη μου λέει πως αυτό είναι το αγαπημένο της έργο. “Το θυμάμαι όταν το έφτιαχνε, ήμουν 10-11 ετών, και του είπα πως μου αρέσει. Στο Βερολίνο. Και μου λέει “είναι δικό σου”. Οπότε αυτό έμεινε εκεί. Τώρα πρώτη φορά το έφερα στην Ελλάδα”.
Οι χαρταετοί του Αλέξη Ακριθάκη πετούν
Φτάνουμε μπροστά σε χαρταετούς που ο Ακριθάκης έκανε από παιδί. “χαρταετούς φτιάχναμε και πετάγαμε κάθε χρόνο. Έχουν ουρά και ζύγι και καλούμπα” με πληροφορεί η Χλόη.
Είχε κάνει μία έκθεση με χαρταετούς στην γκαλερί Άρτιο το 1985. “Διαβάζαμε τα αποκόμματα από τις εφημερίδες, με ανάμικτες κριτικές, και είχαμε πεθάνει στα γέλια. Έλεγαν “χαρταετοί «σινιέ» 20.000 δραχμές”. Και κάποιος τον ρώτησε “μα καλά πουλάτε ακριβούς χαρταετούς που μπορούν να πιαστούν στα σύρματα της ΔΕΗ και να καταστραφούν; Γιατί εσείς δεν να αγοράζετε ακριβά αυτοκίνητα που τα τράκαρετε; απαντά αυτός.
Λίγο πιο κάτω στέκομαι μπροστά σε χιουμοριστικά πορτραίτα συναδέλφων καλλιτεχνών που τους έχει αλλάξει το όνομα λίγο. Ο Κλανιάρης, ο Ψοφίνος, ο Φουκαράς, ο Αρμακόλας, ο Τρεχάλας. Οι συνδέσεις δικές σας. Είναι απολαυστικές.
Περπατάμε στην τελευταία αίθουσα της έκθεσης. Ότι έχουμε δει μικρό, έχει πια μεγαλώσει στα έργα του.”’ Ήταν λίγο πάνω από 50 και μας φαινότανε μεγάλος, βέβαια είχε ζήσει μια πού γεμάτη ζωή, τρικυμιώδη” λέει η Χλόη. Κοιτάζω έναν κόκκινο πίνακα με μία καρδιά. “Αυτή είναι η καρδιά του Κουράκη, ενός φίλου καλλιτέχνη” μου λέει.
Φτάνουμε στα σκίτσα που έκανε στο Δρομοκαϊτειο. “Έμεινε καιρό μέσα;” τη ρωτώ. “Όχι δύο εβδομάδες μόνο, μετά πηγαινοερχόταν και έκανε τις συνεδρίες του” μου απαντά.
Είναι ανατριχιαστικά σαν σχέδια, νιώθω σαν να βλέπει τις καρδιές των τροφίμων. Τα παρατηρώ για πολλή ώρα. Είναι απόκοσμη η αίσθηση που αποπνέουν.
Kαι καταλήγουμε στη “Θαλασσογραφία με πατημασιές αγγέλων” ένας πίνακας που περικλείει μέσα του όλα τα στοιχεία του. Ο καλύτερος επίλογος μίας τέτοιας έκθεσης που έμοιαζε με μία “Γραμμή Κύμα”.
ΑΛΕΞΗΣ ΑΚΡΙΘΑΚΗΣ – ΜΙΑ ΓΡΑΜΜΗ ΚΥΜΑ
Διοργάνωση Αρχείο Ακριθάκη και Μουσείο Μπενάκη σε συνεργασία με τη Rolex
Το ομώνυμο βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγρα.
Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138.
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: Έως 24.05.2026
ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ / ΠΕΙΡΑΙΩΣ 138
ΠΕΙΡΑΙΩΣ 138 & ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ, ΑΘΗΝΑ Τ 210 345 3743