Γιατί αυτή η πετρελαϊκή κρίση είναι διαφορετική
Διαβάζεται σε 6'
Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες έχουν εξαντλήσει τα πολιτικά τους “πυρομαχικά” για να περιορίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις.
- 07 Απριλίου 2026 06:04
Ο συγγραφέας είναι πρόεδρος της Rockefeller International. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο “Τι πήγε στραβά με τον καπιταλισμό”
Η έκβαση του πολέμου με το Ιράν παραμένει ασαφής, αλλά το πετρελαϊκό σοκ που προέκυψε αποκάλυψε μια πρωτοφανή ευπάθεια στην παγκόσμια οικονομία. Ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν έχει εισέλθει σε οποιουδήποτε είδους κρίση με τόσο υψηλά επίπεδα ελλειμμάτων και χρέους.
Αυτό το βάρος θα περιορίσει την ικανότητα των κυβερνήσεων να απορροφήσουν τους κραδασμούς από τις αυξημένες τιμές της ενέργειας.
Τα πρώτα μεταπολεμικά πετρελαϊκά σοκ σημειώθηκαν τη δεκαετία του 1970 και συνέπεσαν με την αυγή μιας νέας εποχής, κατά την οποία οι κυβερνήσεις πέρασαν από τα περιστασιακά δημοσιονομικά ελλείμματα, στα συνεχή.
Τότε όμως, το τυπικό έλλειμμα στις ΗΠΑ και σε άλλες μεγάλες χώρες κυμαινόταν γύρω στο 2% του ΑΕΠ. Σήμερα, το μέσο έλλειμμα έχει υπερδιπλασιαστεί· ως αποτέλεσμα, το μέσο επίπεδο του δημόσιου χρέους για τις χώρες της G7 έχει αυξηθεί από το 20% του ΑΕΠ σε πάνω από 100%.
Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να αντιδράσουν όπως έκαναν και στα πετρελαϊκά σοκ του παρελθόντος. Από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία μέχρι τη Βραζιλία και την Ινδία, εισάγουν ελέγχους τιμών, συστήματα δελτίου και επιδοτήσεις για καύσιμα κάθε είδους, από τις μεταφορές μέχρι το μαγείρεμα.
Όμως, αυτή τη φορά, μετά βίας αντέχουν οικονομικά αυτά τα μέτρα ανακούφισης, ενώ οι παγκόσμιες αγορές ομολόγων προειδοποιούν ενάντια στις αυξήσεις των δαπανών.
Σε περιόδους κρίσης, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια συνήθως υποχωρούν, καθώς οι αγορές προεξοφλούν επιβράδυνση της ανάπτυξης και χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Εξαίρεση αποτέλεσαν τα μεγάλα πετρελαϊκά σοκ, όταν τα επιτόκια αυτά αυξήθηκαν λόγω των προσδοκιών για άνοδο του πληθωρισμού.
Σήμερα, οι αποδόσεις των ομολόγων ενισχύονται ξανά, αλλά για διαφορετικό λόγο. Ενώ οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό παραμένουν σταθερές, οι αγορές φοβούνται ότι το πετρελαϊκό σοκ από το Ιράν θα πυροδοτήσει νέο κύκλο δαπανών πάνω από τα ήδη διογκωμένα ελλείμματα και χρέη.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του term premium (του επιπλέον κέρδους που απαιτούν οι επενδυτές για να κρατήσουν ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας).
Πέρυσι, ωθούμενο από τον κρατικό δανεισμό, το συνολικό παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό από την εποχή της πανδημίας, φτάνοντας το ιστορικό υψηλό των 348 τρισεκατομμυρίων δολαρίων – ποσό υπερτριπλάσιο του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αυτό αφήνει ελάχιστες κυβερνήσεις σε θέση να εφαρμόσουν νέα μέτρα στήριξης της οικονομίας.
Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε ανάλογο αδιέξοδο. Τις τελευταίες δεκαετίες συνεργάζονταν με τις κυβερνήσεις για να παρέχουν ρευστότητα αντιδρώντας στο παραμικρό σημάδι κρίσης, αλλά πλέον δεν μπορούν να το κάνουν εύκολα.
Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) αποτυγχάνει να πιάσει τον στόχο του 2% για τον πληθωρισμό κάθε μήνα, εδώ και 60 συνεχόμενους μήνες.
Βάσει των πιο πρόσφατων δεδομένων, τρεις στις τέσσερις κεντρικές τράπεζες στις αναπτυγμένες χώρες και μία στις δύο στις αναπτυσσόμενες, χάνουν επίσης τους στόχους τους.
Ακόμα και αν το πετρελαϊκό σοκ επιβραδύνει τις οικονομίες, οι κεντρικές τράπεζες ίσως αδυνατούν να παρέμβουν, καθώς το ίδιο σοκ ωθεί τον πληθωρισμό προς τα πάνω.
Οι πλέον ευάλωτες χώρες είναι εκείνες που συνδυάζουν υψηλά δημόσια χρέη και ελλείμματα με κεντρικές τράπεζες που αποκλίνουν από τους στόχους τους για τον πληθωρισμό.
Στον ανεπτυγμένο κόσμο, την ομάδα αυτή απαρτίζουν κυρίως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ στις αναδυόμενες οικονομίες, η Βραζιλία, η Αίγυπτος και η Ινδονησία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κινδύνου.
Με βάση τα ίδια κριτήρια, ελάχιστες οικονομίες παραμένουν σχετικά αλώβητες και αυτές τείνουν να είναι μικρότερες, από την Ταϊβάν και το Βιετνάμ μέχρι τη Σουηδία, η οποία, παρά το γενναιόδωρο κοινωνικό της κράτος, διατηρεί έλλειμμα κάτω του 2% του ΑΕΠ.
Παρόλο που οι ΗΠΑ προστατεύονται από το πετρελαϊκό σοκ λόγω της ενεργειακής τους επάρκειας, παραμένουν ωστόσο ευάλωτες σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, καθώς πέρυσι παρουσίασαν το υψηλότερο έλλειμμα στον αναπτυγμένο κόσμο, αγγίζοντας το 6% του ΑΕΠ.
Οι κινδυνολόγοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου εδώ και δεκαετίες, και δεν υπάρχει σαφές όριο πέρα από το οποίο ένα έλλειμμα είναι πιθανό να προκαλέσει οικονομικά προβλήματα.
Αυτή τη φορά, ωστόσο, η αντίδραση της αγοράς ομολόγων στέλνει μια προειδοποίηση. Και άλλα σημάδια – όπως το γεγονός ότι οι πληρωμές τόκων για το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ υπερβαίνουν πλέον τον αμυντικό τους προϋπολογισμό – υποδηλώνουν επίσης ότι, με το χρέος να ξεπερνά το 100% του ΑΕΠ, το βάρος αυτό αποτελεί μια όλο και πιο πιεστική ανησυχία.
Η Ουάσιγκτον έχει συνηθίσει να δαπανά σαν να μην υπάρχει όριο. Πέρυσι, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αύξησε τις αμυντικές δαπάνες κατά 150 δισ. δολάρια, προτού προχωρήσει σε μια ακόμη πιο επιθετική κίνηση την περασμένη εβδομάδα.
Πρότεινε την ενίσχυση του προϋπολογισμού του Πενταγώνου κατά επιπλέον 500 δισ. δολάρια, φτάνοντας το 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια, ποσό που αντισταθμίζεται μόνο μερικώς από περικοπές σε άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες.
Σε συνδυασμό με τις νέες φοροαπαλλαγές και άλλες απώλειες για το Υπουργείο Οικονομικών, τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να ωθήσουν το έλλειμμα των ΗΠΑ κοντά στο 7% του ΑΕΠ φέτος.
Αυτό είναι που καθιστά το σοκ από το Ιράν τόσο διαφορετικό από τα προηγούμενα. Η παγκόσμια οικονομία έχει βιώσει στο παρελθόν ακόμη πιο απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και έχει γίνει πλέον πιο αποδοτική στη χρήση ενέργειας – κάτι που υπό κανονικές συνθήκες θα βοηθούσε στον μετριασμό των επιπτώσεων. Αντίθετα όμως, οποιαδήποτε παρατεταμένη άνοδος των τιμών είναι πιθανό να διογκωθεί από το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις ξεμένουν από “πολεμοφόδια” πολιτικής για να την αναχαιτίσουν.
Αυτή η νέα ευπάθεια θα εκθέσει την παγκόσμια οικονομία όχι μόνο στις παρενέργειες ενός πολέμου με το Ιράν, αλλά και σε κάθε επόμενο σοκ στο ορατό μέλλον.
© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.