Η τρέλα της Τούμπας SOOC

ΜΠΙΖΙΜ ΠΑΟΚ ΚΑΙ ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ

Πώς μια ομάδα χωρίς τρόπαια για δεκαετίες έγινε ταυτότητα, παράπονο και περηφάνια για μια ολόκληρη πόλη. Ο Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Ομιλος Κωνσταντινουπολιτών γιορτάζει έναν αιώνα με περισσότερα δράματα παρά θριάμβους. Δεν γίνεσαι ΠΑΟΚ για τους τίτλους. Για τον ΠΑΟΚ το δράμα είναι σαν τη ξενιτιά στα τραγούδια του Καζαντζίδη.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο χώρος γύρω από το γήπεδο της Τούμπας ήταν μία μεγάλη χωμάτινη αλάνα. Και πάνω της η Σαλονίκη έστρωνε ένα μεγάλο χαλί φτιαγμένο από πρόσωπα. Ανδρες της οικοδομής και του μεροκάματου. Φαντάροι με τη στολή εξόδου. Κάτι θεόρατοι τύποι της λαχαναγοράς. Αλητάκια από τις δυτικές συνοικίες και Ρομά που έφταναν από τον Δενδροπόταμο, μέσα στην καρότσα του Datsun. Καλοβαλμένοι κύριοι με τσιγάρα σε κασετίνα και χρυσό αναπτήρα.

Όλους τους σκέπαζε η τσίκνα από τις ψησταριές με τα λουκάνικα. Και η μουσική από τα καρότσια που πουλούσαν πειρατικές κασέτες. Ηταν και οι άλλοι με τις σημαίες και τα κασκόλ που σου έγδερναν το λαιμό. Τα καπέλα από χαρτόνι. Και εκείνοι που πουλούσαν τα μαξιλάρια από φελιζόλ για τα τσιμέντα της κερκίδας.

Τότε οι πιτσιρικάδες μπαίναμε τσάμπα στο γήπεδο. Χωνόμασταν σε ένα τούνελ από πόδια και χέρια μπροστά στις θύρες, κολλάγαμε πάνω σε κάποιον που θα μπορούσε να είναι ο μπαμπάς μας και πιάναμε θέση στην κερκίδα ή στα σκαλιά. Κάποιες Κυριακές, όταν ήθελα να είμαι πιο εκλεκτικός, τρύπωνα στη Θύρα 1, εκεί που ήταν και οι θέσεις των επισήμων. Εκεί, λοιπόν, έβλεπα και άκουγα κάποιους γέροντες να διηγούνται πώς έβλεπαν τον ΠΑΟΚ από την πρώτη μέρα της ίδρυσης του. Ναι, από το 1926. Και δεν ήταν λίγοι, τότε ζούσαν ακόμα αρκετοί. Έλεγαν για το γήπεδο στο Συντριβάνι ή περιέγραφαν το χτίσιμο της Τούμπας με την προσφορά εθελοντικής εργασίας από τους φιλάθλους της ομάδας.

Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, εκείνοι που είδαν τον ΠΑΟΚ να γεννιέται μπροστά στα μάτια τους, έπρεπε να περιμένουν πενήντα χρόνια για να δουν την ομάδα τους πρωταθλήτρια Ελλάδας. Ηταν νέοι και γέρασαν. Αλλά, μεταξύ μας, ο ΠΑΟΚ μπορεί να σε γεράσει ακόμα και όταν είσαι στο άνθος της ηλικίας σου. Τι ήταν όμως αυτό που γέμιζε για μισό αιώνα το γήπεδο μίας ομάδας χωρίς ούτε έναν τίτλο; Εξηγείται, ιστορικά και κοινωνικά.

Ο Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Ομιλος Κωνσταντινουπολιτών δημιουργήθηκε από πρόσφυγες. Οι ιδρυτές του ήρθαν από την Πόλη. Συναντήθηκαν με εκείνους που έφτασαν από τη Μικρασία. Και η Θεσσαλονίκη ήταν μία πόλη που τότε άλλαζε δέρμα. Ο κοσμοπολιτισμός της παραμερίστηκε προς χάρη της εθνικής ομοιογένειας. Και στα περίχωρα της, δυτικά και ανατολικά, φύτρωσαν οι προσφυγικοί συνοικισμοί. Εκείνα τα χρόνια οι πρόσφυγες δεν ήταν καλοδεχούμενοι πουθενά στην Ελλάδα. Τους θεωρούσαν ξένους, «Τούρκους», μιαρούς. Αυτό συνέβη και στη Θεσσαλονίκη. Οι «μπαγιάτηδες», όπως λέγονται οι παλαιοί Σαλονικοί δεν άνοιξαν και την αγκαλιά τους στους νεοαφιχθέντες. Ούτε τους προσκάλεσαν για να δουν μαζί ποδόσφαιρο. Εκείνοι ήταν με τον Αρη, κυρίως οι αστοί. Και με τον Ηρακλή που τότε ήταν νιος και όχι Γηραιός.

Ας μη μπλέξουμε τώρα με τις ίντριγκες και τις διαφωνίες μεταξύ των Κωνσταντινουπολιτών  που προηγήθηκαν μέχρι να φτάσουμε στην άνοιξη του 1926 και την ίδρυση του ΠΑΟΚ. Με έμβλημα το τριφύλλι μέσα σε ένα πέταλο. Η έμπνευση προήλθε από το πακέτο των τσιγάρων «Λήθη». Εντάξει, ο ΠΑΟΚ είναι για θεριακλήδες, αλλά, ευτυχώς, τρία χρόνια αργότερα ήρθε ο Δικέφαλος για να τοποθετηθεί, για πάντα, στο μέρος της καρδιάς.

Οι προσφυγικοί πληθυσμοί συνήθως επιδεικνύουν μεγαλύτερο δυναμισμό από το ντόπιο στοιχείο. Προσπαθούν να ριζώσουν, να επιβιώσουν. Κάνουν περισσότερα παιδιά και ταυτόχρονα διατηρούν τη συνοχή τους προκειμένου να μοιράζονται μνήμες και έθιμα από την παλιά πατρίδα. Αυτή η συνθήκη έδωσε δυναμική στο λαϊκό κοινό του ΠΑΟΚ. Και το σύνθημα «Μπιζίμ ΠΑΟΚ» (Ο δικός μας ΠΑΟΚ) συνέδεσε τις δύο πατρίδες τους. 

Η λαϊκή βάση του ΠΑΟΚ μεγάλωσε με γεωμετρική πρόοδο μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και το ρεύμα αστυφιλίας. Οι εργατικοί πληθυσμοί που συνέρρεαν στη Θεσσαλονίκη από όλη τη Βόρειο Ελλάδα, συναντήθηκαν με τους πρόσφυγες στα προάστια. Ο ΠΑΟΚ εξέφραζε πλέον το λαϊκό στοιχείο που αναζητούσε ερείσματα υπερηφάνειας. Αλλά και έναν τρόπο για να εκφράσει το παράπονο του απέναντι «στο κατεστημένο της Αθήνας». Αυτό το παράπονο δεν έχει τις ρίζες του στον αθλητισμό. Γεννήθηκε λίγο μετά την έλευση των προσφύγων, στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Οι παραγκουπόλεις που σχηματίστηκαν στα προάστια της πόλης, η ανέχεια των πληθυσμών και η απουσία μέριμνας από το κράτος, έγιναν η μαγιά για την αντιπαλότητα που εξεδήλωσε η Θεσσαλονίκη απέναντι στην πρωτεύουσα. Αυτό αποτυπώθηκε και στον αθλητισμό. Είτε ως πραγματική συνθήκη, είτε ως άλλοθι.

Το 1959 ο ΠΑΟΚ απέκτησε το μεγαλύτερο ιδιόκτητο γήπεδο στη χώρα με τον κόσμο του να προσφέρει δωρεάν μεροκάματα στα τσιμέντα της Τούμπας. Εφτιαξε τη φωλιά μέσα στην οποία επωάστηκε το μεγάλωμα της ομάδας. Ο ΠΑΟΚ άρχισε να ρίχνει μπόι αντίστοιχο των ομάδων της Αθήνας στη δεκαετία του ’60. Και η φυγή (ή αρπαγή) του Κούδα στον Ολυμπιακό συνέδεσε το οπαδικό πάθος με το σύνδρομο του κατατρεγμένου. Η ομάδα έχει αποκτήσει τόσο μεγάλο λαϊκό έρεισμα, ώστε τρομάζει ακόμα και τη χούντα. Ο Κούδας επιστρέφει. Και με ένα πρωτοποριακό, για την εποχή του, πρόγραμμα αναζήτησης ταλέντων σε όλη τη χώρα, ο πρόεδρος Γιώργος Παντελάκης στήνει μία από τις καλύτερες ομάδες που είδαμε ποτέ στην Ελλάδα. Τον ΠΑΟΚ της δεκαετίας του ’70 που κατέκτησε μόνο ένα πρωτάθλημα. Ηρθε άλλο ένα το 1985. Ακολούθησαν μαύρες δεκαετίες, η ομάδα πέρασε σε χέρια ανυπόληπτων παραγόντων, της έδωσε το φιλί της ζωής ο Ζαγοράκης και την ανέστησε ο Ιβάν Σαββίδης. 

Ως παιδί που μεγάλωσε στην Τούμπα θα μπορούσα να απλώσω εδώ μία λυρική περιγραφή για τη μοναδικότητα και το μεγαλείο της ομάδας μου. Ομως στην πραγματικότητα θα αράδιαζα κλισέ από εκείνα που λέγονται κατά κόρον για τα μεγάλα λαοφιλή σωματεία. Αυτό που αισθάνομαι εγώ, το νιώθει και ένας φίλος του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού ή της ΑΕΚ. Όλοι μας έχουμε να θυμηθούμε χαρές και δράματα, θριάμβους και τραγωδίες. Μόνο που ο ΠΑΟΚτσής δεν έχει πολλές κούπες στην τροπαιοθήκη του. Και αυτή είναι η διαφορά. Δεν γίνεσαι ΠΑΟΚ για τους τίτλους. Για τον ΠΑΟΚ το δράμα είναι σαν τη ξενιτιά στα τραγούδια του Καζαντζίδη. Σαν την υγρασία στη Θεσσαλονίκη και την καταχνιά πάνω από το Θερμαϊκό. Εμείς οι ΠΑΟΚτσήδες δεν αναπολούμε τους θριάμβους. Απολαμβάνουμε να ξαναζούμε τα δράματα μας. Ισως να είναι μία εξελικτική προσαρμογή του οργανισμού. Η αδυναμία του να κατακτήσει τίτλους τις πρώτες δεκαετίες της ιστορίας του, τον έμαθε να αγαπάει τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις και τις παραδοξότητες του. Τον δίδαξε επίσης να τρώει τις σάρκες του. Να, ακόμα και για τα γενέθλια του συλλόγου δεν υπάρχει ομοφωνία. Ο Α.Σ, η μάνα του συλλόγου, τα γιόρτασε στις 12 Απριλίου, κατά πώς προβλέπεται στο καταστατικό του 1931. Ομως το ποδόσφαιρο γιορτάζει στις 20 Απριλίου. Και, εννοείται, το μπάσκετ θα κάνει ξεχωριστή γιορτή.

Γεννήθηκα όταν ο ΠΑΟΚ ήταν 40 ετών. Οι φωνές από την Τούμπα διαπερνούσαν τα παράθυρα του σπιτιού μου. «Εβαλε γκολ ο ΠΑΟΚ» λέγαμε. Μεγαλώνοντας είδα τον ΠΑΟΚ να μαραζώνει, να φτάνει κοντά στον επιθανάτιο ρόγχο και να ξαναγεννιέται στον καινούργιο κόσμο. Ναι, έχω κλάψει για τον ΠΑΟΚ. Στον αποκλεισμό από τη Μπάγερν. Αλλά και στη Γενεύη, όταν το μπάσκετ πήρε το Κύπελλο Κυπελλούχων. Στο γκολ του Βρύζα στο Χάιμπουρι. Στον αποχαιρετισμό του Βιερίνια. Συγκινούμαι όταν βλέπω τον Κούδα, ήταν ο πρώτος μου σούπερ ήρωας.

Ολα αυτά συμπυκνώνονται μέσα σε μία φωτογραφία. Ο Μπάνε Πρέλεβιτς στη Ναντ. Στον χαμένο τελικό από τη Ρεάλ Μαδρίτης. Είναι στα γόνατα, με το πρόσωπο μέσα στα χέρια. Πέρασαν 34 χρόνια από τότε. Την ίδια χρονιά ο ΠΑΟΚ κατέκτησε το πρωτάθλημα μπάσκετ. Ωστόσο όλοι θυμόμαστε τη φωτογραφία από τη Ναντ. Συγκινεί ακόμα και όσους δεν είχαν γεννηθεί τότε. Αυτό είναι ο ΠΑΟΚ. Ένα δράμα που σε κάνει υπερήφανο. 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα