ΠΩΣ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΝΕΟ TREND ΣΤΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ
Η ελληνική κουζίνα κερδίζει συνεχώς έδαφος, καταλαμβάνοντας όλο και μεγαλύτερο χώρο στην καρδιά του Μανχάταν. Πώς εξηγεί αυτό το φαινόμενο ο Έλληνας ιδιοκτήτης εστιατορίων στη Νέα Υόρκη, Στάθης Αντωνακόπουλος;
Τον Στάθη Αντωνακόπουλο τον γνώρισα τον Ιούνιο του 2025 στη Νέα Υόρκη και τον εκτίμησα αμέσως για την εργατικότητα, την ενέργεια και το πάθος του για την ποιότητα. Ένας άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ να θέτει νέους στόχους και να επιδιώκει την αριστεία.
Ξεκινώντας από το μικρό χωριό της Λυκοποριάς στην Κορινθία, ο Στάθης έκανε το μεγάλο άλμα, φτάνοντας στη Νέα Υόρκη το 1999 για να σπουδάσει Μάρκετινγκ και Μάνατζμεντ. Η πορεία του δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα, ξεκινώντας από τα χαμηλότερα σκαλοπάτια και δουλεύοντας ως σερβιτόρος. Σιγά-σιγά όμως, αναρριχήθηκε στην κορυφή, ανοίγοντας το δικό του εστιατόριο και φτιάχνοντας ένα ισχυρό δίκτυο στον τομέα της εστίασης.
Σήμερα, ο Στάθης είναι ο άνθρωπος πίσω από εξαιρετικά επιτυχημένα καταστήματα εστίασης, όπως το Carnegie Diner & Cafe, και το νέο του εγχείρημα, το ελληνικό εστιατόριο Delos στην καρδιά του Μανχάταν, το οποίο έχει κερδίσει την καρδιά των Νεοϋορκέζων με τη γαλανόλευκή του ατμόσφαιρα και τις αυθεντικές γεύσεις του. Από τα τέσσερα καταστήματα που είχε πριν από οκτώ μήνες, σήμερα έχει δέκα, και η πορεία του δείχνει μόνο ανοδική.
Η πίστη του στο “American Dream” συνοδεύεται από αμέτρητες ώρες δουλειάς και αφοσίωσης στην ποιότητα και την καινοτομία.
Μαζί μιλήσαμε για την ελληνική κουζίνα, η οποία πλέον κερδίζει συνεχώς έδαφος και καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο χώρο στην καρδιά των Νεοϋορκέζων. Είναι φανερό πως οι γεύσεις της Ελλάδας, με την αυθεντικότητα και την ποιότητα τους, έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των κατοίκων της πόλης.
Στάθη, είναι η ελληνική κουζίνα το νέο trend στο Μανχάταν;
Ναι, έχουν ανοίξει πάρα πολλά ελληνικά εστιατόρια και συνεχίζουν να ανοίγουν, γιατί ο κόσμος τα αγαπάει. Στην Αμερική, η μεσογειακή διατροφή είναι ιδιαίτερα δημοφιλής. Ο κόσμος απομακρύνεται από τις πίτσες και τα μπέργκερ και προτιμάει κάτι πιο υγιεινό και ποιοτικό. Είτε αυτό είναι φθηνό, είτε έχει μέτρια τιμή, είτε είναι πιο ακριβό. Πάντα υπήρχαν καλά ελληνικά εστιατόρια στο Μανχάταν, αλλά τώρα βλέπουμε να αναδύεται και μια νέα γενιά που προσελκύει ολοένα και περισσότερους θαυμαστές της ελληνικής κουζίνας.
Έλληνες είναι οι ιδιοκτήτες;
Ναι, βέβαια και τώρα βλέπουμε μια νέα φουρνιά ελληνικών εστιατορίων που ανοίγουν το ένα μετά το άλλο. Ο κόσμος έχει καταλάβει ότι η σωστή διατροφή έχει άμεση σχέση με τη μακροζωία. Μάλιστα, είναι ιδιαίτερα δημοφιλή τα “Blue Zones”, γεωγραφικές ζώνες δηλαδή όπου οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, όπως η Ικαρία και η Σαρδηνία.
Όλοι πιστεύουν ότι το μυστικό της μακροζωίας κρύβεται στη διατροφή που ακολουθούν οι κάτοικοι αυτών των περιοχών. Εκεί τρώνε χόρτα, όσπρια, τοπικά κατσίκια – δηλαδή, υγιεινές και παραδοσιακές τροφές. Η ελληνική κουζίνα έχει ταυτιστεί με αυτή τη νοοτροπία, και γι’ αυτό τα νέα εστιατόρια που ανοίγουν στη Νέα Υόρκη είναι σοβαρά, με σωστές συνταγές και ποιοτικά υλικά.
Νομίζω ότι ο μέσος Αμερικανός έχει καταλάβει πια ότι μπορεί να χορτάσει χωρίς να καταναλώνει σάλτσες, ψωμιά, βούτυρα και όλα τα υπόλοιπα ανθυγιεινά συστατικά.
Σίγουρα. Γι’ αυτό και όταν οι Αμερικανοί έρχονται για διακοπές στην Ελλάδα, εντυπωσιάζονται από το πρωινό που σερβίρεται στα καλά ξενοδοχεία, με σπανακόπιτες, σαλάτες και άλλα υγιεινά πιάτα. Η μεσογειακή διατροφή έχει καταφέρει να κερδίσει την καρδιά τους.
Ειδικά το λευκό γιαούρτι, το οποίο έχει γίνει ιδιαίτερα διάσημο και τώρα βρίσκεται σε “πανικό” στα σούπερ μάρκετ. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτό, προωθώντας την ελληνική διατροφή και το ελληνικό ιδεώδες σε όλο τον κόσμο. Από τότε, το “Greek Yogurt” απέκτησε τεράστια δημοφιλία στην Αμερική και σηματοδότησε την αρχή της επέλασης του ελληνικού γιαουρτιού στην αγορά. Αυτό ήταν το κλειδί.
Παράλληλα, η ελληνική κοινότητα στην Αμερική βλέπει πια τη μαγειρική με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Έχουμε ξεφύγει από το κλασικό λαυράκι και την “Greek Salad”. Αυτά τα πιάτα τα έχουμε φάει για χρόνια, τα έχουν κάνει όλοι, αλλά τώρα προχωράμε σε κάτι πιο σύγχρονο και δημιουργικό.
Η ελληνική κουζίνα εξελίσσεται συνεχώς, με νέες προτάσεις και δημιουργικές προσεγγίσεις. Εδώ στο Δήλος προσπαθούμε να συνδυάσουμε την παράδοση με τον μοντέρνο τρόπο μαγειρέματος, προσφέροντας καινούργια πιάτα με παραδοσιακές γεύσεις που ενθουσιάζουν τον κόσμο. Η ελληνική κουζίνα έχει μεγάλο εύρος και οι άνθρωποι αρχίζουν να την καταλαβαίνουν με διαφορετική ματιά, πηγαίνοντας πέρα από τα κλασικά πιάτα που όλοι γνωρίζουν.
Στο Delos, τι καλό θα βρούμε;
Στο Delos προσπαθήσαμε μαζί με τον σεφ μας Γιάννη Παρίκο (ένας έμπειρος σεφ με επιτυχημένη διαδρομή σε εμβληματικά γαστρονομικά τοπόσημα, όπως το Varoulko, το Costa Navarino, και το πρόσφατο δικό του Artisanal της Κηφισιάς και το Kedros στην Πάρο), να συνδυάσουμε τη θάλασσα με το κρέας, φέρνοντας όλες τις παραδοσιακές γεύσεις της ελληνικής κουζίνας. Έχουμε μέχρι και μουσακά, μοσχαράκι κοκκινιστό, και αρνάκι μαγειρεμένο για 17 ώρες, σαν το κλέφτικο που θυμόμαστε από παλιά, αλλά με μια πιο μοντέρνα εκδοχή, χρησιμοποιώντας ισραηλινό κουσκούς. Και το πιο ενδιαφέρον; Το νούμερο ένα πιάτο που πουλάει είναι ο κόκορας με χυλοπίτες! Το πιστεύεις;
Γιατί ονόμασες Delos το νέο εστιατόριο;
Γιατί για μένα είναι ένα ιερό νησί, γεμάτο ιστορία και συμβολισμό. Εκεί γεννήθηκαν η Άρτεμις και ο Απόλλωνας, δύο θεοί με βαθιά σχέση με τον πολιτισμό μας. Ο Απόλλωνας ήταν ο θεός της τέχνης, της μουσικής και του θεάτρου, ενώ η Άρτεμις, η θεά του κυνηγιού, ήταν και θεά του φαγητού. Στην πρώτη σελίδα του μενού μας υπάρχει αναφορά στο νησί της Δήλου και στην ιστορία του, γιατί θέλουμε να μεταφέρουμε αυτή την αίσθηση του ιερού και του αυθεντικού σε κάθε γεύση που προσφέρουμε.
Παρατηρώ έναν πίνακα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που δεσπόζει στον τοίχο του εστιατορίου και τον ρωτώ τι σχέση έχει ο Μέγας Αλέξανδρος με τη Δήλο.
Είναι έργο του γνωστού ζωγράφου και προσωπικού μου φίλου, Φίλιππου Τσιάρα. Αυτός ο πίνακας είναι εξαιρετικά διάσημος και έχει αξία άνω των 100.000 δολαρίων. Ο Μέγας Αλέξανδρος στάθηκε ως προστάτης της Δήλου, καθώς, όταν πραγματοποίησε την εκστρατεία του, διάφοροι προσπαθούσαν να καταλάβουν το νησί. Η Δήλος, όμως, όπως έλεγε ο Απόλλωνας, ανήκει σε όλους, όχι σε κανέναν. Όταν είδα το έργο του Φιλίππου Τσιάρα, ένιωσα πως έπρεπε να τον έχω εδώ, σαν προστάτη του δικού μας χώρου, να υπενθυμίζει τη δύναμη και την αξία της ελευθερίας του νησιού και της ελληνικής παράδοσης.
Πώς το εξηγείς αυτό το νέο trend με την ελληνική διατροφή;
Νομίζω ότι έχει άμεση σχέση με την περίοδο της πανδημίας, όπου όλοι κάναμε “format” στη καθημερινότητά μας, στις συνήθειές μας, σε όλα. Πριν την πανδημία, το νούμερο ένα φαγητό στην Αμερική ήταν οι πίτσες. Σήμερα, όμως, βλέπουμε ότι τα καταστήματα που σερβίρουν πίτσα κλείνουν, καθώς ο αριθμός τους μειώνεται. Όχι γιατί ο κόσμος σταμάτησε να τρώει πίτσα, αλλά γιατί μειώθηκε η συχνότητα κατανάλωσης. Αν κάποιος έτρωγε πίτσα μία φορά την εβδομάδα, τώρα την τρώει μια φορά το μήνα ή μία φορά στους δύο μήνες. Πιστεύεις πως τώρα προτιμούν να παραγγείλουν φαγητό από ένα καλό εστιατόριο που κάνει ντελίβερι; Γι’ αυτό και εμείς στη Δήλο προσφέρουμε υπηρεσία ντελίβερι, και πηγαίνει θεσπέσια.
Επειδή είμαστε σε τουριστικό μέρος και είμαστε πάντα γεμάτοι, οι παραγγελίες μας έρχονται ακόμη και από ξενοδοχεία. Πριν λίγο καιρό, με πήρε τηλέφωνο ένας πελάτης για να διευκρινίσουμε κάτι και του λέω: “Θέλετε να το φάτε στο ξενοδοχείο;” Και μου λέει: “Ναι, αφού δεν έχετε τραπέζι, τουλάχιστον να το φάω εκεί, γιατί είναι η τελευταία μου μέρα και έχουμε διαβάσει τα καλύτερα reviews για εσάς.” Εξεπλάγην η αλήθεια!
Έρχονται περισσότερο Έλληνες ή Αμερικανοί;
Έχουμε και Έλληνες και Αμερικανούς – είναι από όλα. Έχουμε πολύ κόσμο που θέλει να πάει στα θέατρα και έρχεται να φάει είτε πριν είτε μετά από τις παραστάσεις. Και αυτό που παρατηρώ είναι ότι οι πελάτες μας συχνά μοιράζονται μαζί μας τις εμπειρίες τους από ταξίδια στην Ελλάδα ή τα σχέδιά τους να ταξιδέψουν εκεί. Όλα αυτά συνδέονται με την ελληνική κουζίνα, με το ταξίδι, και με την επιθυμία να μιλήσουν για την Ελλάδα. Είναι πολύ ευχάριστο γιατί, πιστεύω, ότι ο τουρισμός μας πλέον έχει εξελιχθεί και δεν είναι όπως πριν 20-30 χρόνια, όταν ήταν πιο “τσάπατσουλικός”. Ο τουρισμός στην Ελλάδα είναι τώρα πολύ υψηλού επιπέδου. Οι νέες γενιές που έχουν έρθει στον τουρισμό στην Ελλάδα είναι σπουδαγμένοι, είναι επαγγελματίες.
Το ελληνικό φαγητό σε τι τιμές είναι και σε ποιους απευθύνεται;
Υπάρχουν ελληνικά φαγητά που μπορείς να φας, όπως για παράδειγμα ένα γύρο με 13 δολάρια. Όταν το ωρομίσθιο έχει φτάσει τα 16 δολάρια, το να φάει κάποιος 13 δολάρια για ένα πιτόγυρο φαίνεται φυσιολογικό. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο κοστίζει γύρω στα 5 ευρώ. Τα κόστη στην Αμερική όμως είναι διαφορετικά. Εδώ, ένα καλό ελληνικό φαγητό μπορείς να το βρεις γύρω στα 20 δολάρια. Μπορείς ακόμη και να πάρεις ψάρι, το οποίο κοστίζει περίπου 80 ευρώ το κιλό. Εξαρτάται βέβαια από το τι θέλεις να φας. Στο Δήλος, ο μέσος όρος είναι γύρω στα 65 δολάρια το άτομο. Η τιμή εξαρτάται πάντα από την εμπειρία που θέλεις να έχεις.
Ποιοι πιστεύεις ότι έκαναν το μεγάλο άνοιγμα στα ελληνικά εστιατόρια;
Εστιατόρια, όπως το “Αύρα” και το “Μήλο”, είναι παλιά και κάνουν εξαιρετική δουλειά. Οι ιδιοκτήτες τους είναι σοβαροί εστιάτορες που έχουν επενδύσει στην ποιότητα και τη γεύση. Δεν είναι οι παραδοσιακές ελληνικές ταβέρνες που συναντάς σε πολλές χώρες, όπου συχνά φεύγεις με την αίσθηση ότι δεν αξίζει. Αυτές οι εποχές έχουν περάσει. Κανένα εστιατόριο που δεν προσφέρει καλό φαγητό δεν μπορεί να επιβιώσει πια. Ερχόμαστε πάλι στο θέμα των υπηρεσιών – ο κόσμος είναι πολύ ενημερωμένος πλέον, 100%.
Για παράδειγμα, πέρυσι πήγαμε με την οικογένεια σε ένα μικρό ταξίδι στη Φλόριντα και ψάχναμε να βρούμε ένα κουβανέζικο εστιατόριο. Ο γιος μου, που είναι 11 χρονών, με ρώτησε: “Πάμε εκεί; Μήπως να δούμε πρώτα πώς είναι οι κριτικές για το service;” Και μου είπε: “Άμα το service δεν είναι καλό, γιατί να πάμε εκεί να φάμε; Ας πάμε κάπου αλλού.” Ήταν η πρώτη φορά που με έκανε να σοκαριστώ, γιατί ακόμα και στην ηλικία του είχε καταλάβει πόσο σημαντικό είναι το καλό service. Αν κάποιος ακούσει για το Δήλος και θέλει να το επισκεφτεί, το πρώτο πράγμα που θα κάνει είναι να ψάξει στο διαδίκτυο για κριτικές και σχόλια.
Το μυστικό ποιο πιστεύεις πως είναι;
Εμείς χρησιμοποιούμε μόνο ελληνικό ελαιόλαδο, έξτρα παρθένο, και όλα τα προϊόντα μας είναι της καλύτερης ποιότητας. Τα ψάρια μας, για παράδειγμα, είναι κυρίως εισαγωγή από την Ελλάδα και έρχονται καθημερινά αεροπορικώς. Είναι η ποιότητα του φαγητού που δεν μπορεί να πει ψέματα στον καταναλωτή, και αυτό το έχει συνειδητοποιήσει πλέον ο κόσμος. Ο πρώτος που το κατάλαβε ήταν ο ίδιος ο καταναλωτής. Γι’ αυτό οι κακές πρακτικές έχουν φύγει πια από την αγορά.
Πιστεύω ότι οι Αμερικανοί έχουν βαρεθεί να είναι παχύσαρκοι, γι’ αυτό βλέπεις όλες αυτές τις ενέσεις και τα φάρμακα. Προσπαθούν να τους βοηθήσουν να αλλάξουν το mentality τους και μετά καταλαβαίνουν ότι εκτός από τις ενέσεις, πρέπει να ακολουθήσουν και μια σωστή διατροφή. Και η διατροφή τους βοηθάει σε αυτό.
Η ελληνική κουζίνα είναι φτιαγμένη στα μέτρα τους. Όσο περισσότερα ελληνικά εστιατόρια ανοίγουμε, τόσο πιο γνωστό γίνεται το brand της Ελλάδας. Εγώ, μικρός στην Ελλάδα, ήμουν πάντα περήφανος όταν μου φέρνανε ένα “Made in USA” προϊόν, όπως παπούτσια, γιατί ήταν ένα εξαιρετικό brand.
Πιστεύω το ίδιο πρέπει να κάνουμε και εμείς για τη χώρα μας: να προωθήσουμε το “Made in Greece”. Η ελληνική κουζίνα και διατροφή, αν γίνει σωστά, είναι must, γιατί έχουμε τόσο μεγάλη γκάμα προϊόντων. Μπορείς να φας μια μέρα ψάρι, μια μέρα κοτόπουλο, μια μέρα μπριζόλα, μια μέρα μαγειρευτό φαγητό, φακές, φασόλια, σαλάτα.
Είναι μια κουζίνα που μπορείς να την τρως κάθε μέρα για έναν μήνα, χωρίς να φας το ίδιο πιάτο ή την ίδια πρωτεΐνη.
Όταν θα πας στην ιταλική κουζίνα, έχεις τρεις σάλτσες, τρεις μακαρονάδες και αυτό είναι. Αυτοί είναι οι Ιταλοί. Αν πας στη γαλλική κουζίνα, είναι πιο κοντά στα ελληνικά, γιατί κάνουν κάτι διαφορετικό, αλλά και αυτοί έχουν μια τεχνοτροπία και μια νοοτροπία που είναι βαριά ή πολύ συγκεκριμένη. Το ίδιο ισχύει και για τους Ισπανούς. Οι Ισπανοί θα σου κάνουν τάπας, οι Μεξικανοί θα σου κάνουν τάκος ή σάντουιτς, αλλά έχουν και αυτά τα δικά τους “illustrations”.
Η ελληνική διατροφή όμως, πιστεύω ότι δεν έχει κανένα “illustration”. Είναι όπως τα “sky lights”, και το πιστεύω αυτό. Για την ελληνική διατροφή, δεν υπάρχει όριο…