Γιατί ο Πούτιν επέλεξε να μιλήσει τώρα για τον τερματισμό του πολέμου με την Ουκρανία

Διαβάζεται σε 7'
Ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν
Ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν AP Photo

Οι δηλώσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν στις παρελάσεις της 9ης Μαΐου στην Κόκκινη Πλατεία περί τερματισμού του πολέμου με την Ουκρανία δεν ήταν καθόλου τυχαίες.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν αξιοποίησε τις παρελάσεις της 9ης Μαΐου για την Ημέρα της Νίκη, που τιμούν τη νίκη της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στη ναζιστική Γερμανία, για να διατυπώσει κάτι αξιοσημείωτο: θεωρεί πως ο πόλεμος στην Ουκρανία “οδεύει προς το τέλος του”.

Αυτή η τοποθέτηση ήταν η πρώτη ουσιαστική ένδειξη από τον ίδιο ότι ο πόλεμος που επέλεξε να ξεκινήσει ίσως πλησιάζει σε κάποια μορφή κατάληξης. Η αναφορά αυτή ήρθε μετά από μια εκτενή αναδρομή στις αποτυχημένες διαπραγματεύσεις των πρώτων ημερών της εισβολής του 2022 και διατυπώθηκε με χαρακτηριστική συντομία.

Ο Πούτιν, ωστόσο, δεν είναι πολιτικός που μιλά τυχαία ή επιπόλαια. Και σίγουρα ο πιθανός αποδέκτης του δεν είναι ο πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Όπως αναφέρει το CNN, η σπάνια αυτή απόκλιση από τη γνωστή αδιάλλακτη ρητορική του ίσως είχε στόχο να διατηρήσει ζωντανή την εντύπωση ότι μια ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία παραμένει εφικτή, μια εικόνα που το Κρεμλίνο επιδιώκει εδώ και καιρό να συντηρεί.

Παράλληλα όμως, σε μια ημέρα όπου η Μόσχα επιδείκνυε τη στρατιωτική της ισχύ, ο Ρώσος πρόεδρος απέφυγε τη συνηθισμένη μαξιμαλιστική γραμμή περί συνέχισης της “ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης” μέχρι την πλήρη επίτευξη των στόχων της. Και αυτοί οι στόχοι, η αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας και ο πλήρης έλεγχος του Ντονμπάς, απέχουν ακόμη πολύ από το να υλοποιηθούν.

Αντίθετα, ο Πούτιν φάνηκε να εκφράζει ένα συναίσθημα που πλέον κυριαρχεί στη ρωσική κοινωνία, όπως δείχνουν και πρόσφατες δημοσκοπήσεις, ότι ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει σύντομα.

Η απρόσμενη κίνηση του Πούτιν και η εσωτερική κριτική της Ρωσίας

Υπήρξε όμως και μια ακόμη απρόσμενη κίνηση. Ο Πούτιν πρότεινε τον Γκέρχαρντ Σρέντερ, καγκελάριο της Γερμανίας από το 1998 έως το 2005, στα χρόνια της πρώτης προσέγγισης της Ρωσίας με τη Δύση, ως πιθανό διαμεσολαβητή για μελλοντικές απευθείας συνομιλίες με την Ευρώπη. Ο Σρέντερ υπήρξε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Nord Stream μέχρι την παραίτησή του μετά την εισβολή του 2022 και παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με τον Πούτιν, γεγονός που έχει πλήξει σοβαρά την εικόνα του στη Δύση. Η αντίδραση στην Ευρώπη ήταν χλιαρή, ωστόσο η πρόταση ίσως βρει απήχηση στην Ουάσιγκτον, περιπλέκοντας περαιτέρω τις ήδη δύσκολες προσπάθειες για ειρήνη.

Είναι εύκολο να αντιμετωπίσει κανείς τη νέα ρητορική του Πούτιν μέσα από το πρίσμα των τελευταίων μηνών, κατά τους οποίους το Κρεμλίνο φλέρταρε με την ιδέα των διαπραγματεύσεων χωρίς ουσιαστική πρόθεση. Ωστόσο, η παραδοσιακή αντίληψη ότι το καθεστώς Πούτιν δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την σχεδόν απόλυτη νίκη στην Ουκρανία φαίνεται πλέον να αμφισβητείται.

Η κριτική μέσα στη Ρωσία για τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, τη διάρκειά του και το τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος του γίνεται όλο και πιο έντονη. Στους κύκλους της ρωσικής ελίτ αρχίζει να διαμορφώνεται η αίσθηση ότι ο Πούτιν ίσως τελικά να μην επιβιώσει πολιτικά από τον ίδιο τον πόλεμο.

Γιατί η φετινή παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία έμοιαζε με επίδειξη αδυναμίας

Η φετινή παρέλαση στην Κόκκινη Πλατεία δύσκολα μπορεί να εκληφθεί ως επίδειξη αυτοπεποίθησης. Αντίθετα, έμοιαζε περισσότερο με μια αμήχανη επίδειξη αδυναμίας για το ίδιο το Κρεμλίνο.

Λίγο πριν από την εκδήλωση, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξέδωσε σκωπτικά ένα “διάταγμα” με το οποίο διαβεβαίωνε ότι οι ουκρανικές δυνάμεις δεν θα χτυπήσουν την περιοχή, μια κίνηση ειρωνικής πρόκλησης που έδειχνε ότι το Κίεβο δεν αισθάνεται στριμωγμένο.

Ακόμη πιο ενδεικτική ήταν η σχεδόν πλήρης απουσία στρατιωτικού εξοπλισμού από την παρέλαση. Σε προηγούμενα χρόνια, η Μόσχα παρουσίαζε νέα άρματα μάχης και οπλικά συστήματα, τα οποία δυτικοί αναλυτές εξέταζαν σχολαστικά για τεχνολογικές αναβαθμίσεις. Φέτος, η Ρωσία παρέλασε σχεδόν αποκλειστικά με στρατιώτες — και ακόμη κι αυτοί φαίνεται να λιγοστεύουν.

Για χρόνια, η Ευρώπη διατηρούσε την ελπίδα – συχνά περισσότερο σαν ευσεβή πόθο παρά ως ρεαλιστική στρατηγική – ότι η Ρωσία θα κατέρρεε υπό το βάρος του πολέμου στην Ουκρανία. Χωρίς άμεση στρατιωτική εμπλοκή του ΝΑΤΟ ή ευρωπαϊκών δυνάμεων, η βασική στρατηγική της Δύσης περιορίστηκε στην άσκηση πίεσης προς τη Μόσχα με την προσδοκία ότι εκείνη θα λύγιζε πριν από το Κίεβο. Με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο πέρυσι, οι επιλογές της Ευρώπης έγιναν ακόμη πιο περιορισμένες.

Ο πόλεμος εξελίχθηκε μέσα από διαδοχικές επιτυχίες και αποτυχίες και για τις δύο πλευρές. Οι αρχικές αποτυχίες της Ρωσίας δεν την εμπόδισαν να καταλάβει και να διατηρήσει εδάφη, ενώ αργότερα έχασε μέρος τους. Στη συνέχεια, η αργή και εξαντλητική τακτική φθοράς της Μόσχας οδήγησε σε σταδιακές προελάσεις, οι οποίες όμως κόστισαν ακριβά και στις δύο πλευρές.

Το Κίεβο επαναπροσδιορίζει την θέση του – Οι λόγοι

Πέρυσι, το Κίεβο έμοιαζε να βρίσκεται κοντά στην κατάρρευση, με περιορισμένους πόρους και χωρίς τη σταθερή στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Όμως πλέον το κλίμα μοιάζει διαφορετικό, για δύο βασικούς λόγους.

Ο πρώτος είναι η εμφανής πλέον κόπωση μέσα στη Ρωσία. Σε ένα αυταρχικό κράτος, η δημόσια δυσαρέσκεια γίνεται ορατή μόνο όταν ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αρχίζει να πιστεύει ότι δεν είναι πλέον μόνο του. Ο Πούτιν έχει επιβιώσει και στο παρελθόν από σοβαρές εσωτερικές απειλές, όπως η ανταρσία του Γεβγκένι Πριγκόζιν το 2023. Όμως σήμερα η Ρωσία δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να βρει νέους άνδρες πρόθυμους να πολεμήσουν και να σκοτωθούν σε επιθέσεις φθοράς, ενώ η μεσαία τάξη δείχνει απρόθυμη να στηρίξει ενεργά τον πόλεμο.

Ταυτόχρονα, η ρωσική οικονομία αρχίζει να πιέζεται σοβαρά. Η δυσαρέσκεια της οικονομικής και πολιτικής ελίτ φαίνεται αρκετά έντονη ώστε ο Πούτιν να αισθάνεται την ανάγκη να καθησυχάσει το εσωτερικό ακροατήριο αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο πόλεμος ίσως πλησιάζει στο τέλος του.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η έκβαση έχει κριθεί. Η Ρωσία συνεχίζει να συγκεντρώνει δυνάμεις στο μέτωπο και ίσως επιτύχει νέες προωθήσεις. Ωστόσο, το Κρεμλίνο δείχνει πλέον να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες.

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά την Ουκρανία. Και το Κίεβο αντιμετωπίζει τεράστια έλλειψη στρατιωτών, ίσως ακόμη μεγαλύτερη από της Ρωσίας, αλλά διαθέτει πλέον ένα σημαντικό τεχνολογικό πλεονέκτημα: τα drones και τα μη επανδρωμένα συστήματα. Η περιορισμένη πρόοδος της Ρωσίας στο μέτωπο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα των Ουκρανών να επιτίθενται, να ανεφοδιάζουν μονάδες, να απομακρύνουν τραυματίες και να αναχαιτίζουν ρωσικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα μέσα.

Η σημασία αυτής της τεχνολογικής υπεροχής έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν πλούσιες χώρες του Κόλπου προσέγγισαν τον Ζελένσκι τον Μάρτιο ζητώντας βοήθεια για την αντιμετώπιση ιρανικών drones. Ο Ουκρανός πρόεδρος διαθέτει πλέον πραγματικά “χαρτιά” για να συνεχίσει τον πόλεμο, παρά τη δήλωση του Τραμπ πέρυσι ότι δεν είχε κανένα.

Η Ρωσία βέβαια έχει αποδείξει και στο παρελθόν ότι μπορεί να καλύψει τεχνολογικά κενά γρήγορα, γι’ αυτό και το Κίεβο οφείλει να αποφύγει την πρόωρη αισιοδοξία.

Ωστόσο, καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι, η Ουκρανία, παρά το γεγονός ότι ο πόλεμος με το Ιράν αποσπά τη διεθνή προσοχή, παραμένει όρθια και όχι γονατισμένη. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή ιστορία αντοχής απέναντι σε συντριπτικά δυσμενείς συνθήκες.

Και την ίδια στιγμή, η πεποίθηση του Πούτιν ότι οι πόροι της Ρωσίας είναι ανεξάντλητοι αρχίζει να αποδεικνύεται η αυταπάτη που πολλοί πίστευαν εξαρχής ότι ήταν.

Όλοι οι πόλεμοι τελειώνουν. Και ίσως ο Πούτιν να αρχίζει πλέον να το συνειδητοποιεί.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα