Η σημασία της διατροφής στην πρόληψη του σακχαρώδη διαβήτη

Ο διαβήτης αποτελεί τη μεγαλύτερη μάστιγα για την υγεία των ανθρώπων με εκατοντάδες ανθρώπων να νοσούν. Η πρόληψη μέσω ενός υγιεινού διαιτολογίου αποτελεί τη βασική θεραπεία. 

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) είναι η τέταρτη ή πέμπτη κύρια αιτία θανάτου στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες και αυξάνεται με επιδημικούς ρυθμούς σε πολλές αναπτυσσόμενες και πρόσφατα εκβιομηχανισμένες χώρες. Η νόσος, μάλιστα, αυξάνεται εκθετικά σε όλους τους πληθυσμούς και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και κυρίως σε χώρες με «δυτικοποίηση» του τρόπου ζωής και διατροφής.

Όπως εξηγεί στο news247 ο Χάρης Δημοσθενόπουλος MMedSci.SRD.PhD(c), Κλινικός Διαιτολόγος - Βιολόγος, μέλος ΔΣ της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, Committee member of DNSG & Lead of ESDN Diabetes of EFAD:

«Ο επιπολασμός του διαβήτη τύπου 2 υπολογίζεται επί του παρόντος σε 6,4% παγκοσμίως, ενώ και στην Ελλάδα παρουσιάζει ανοδική τάση και η συχνότητά του έχει τετραπλασιασθεί τα τελευταία 30 χρόνια (11-12% του πληθυσμού)».

Μεγάλες επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι μία εντατική παρέμβαση στον τρόπο ζωής, με απώλεια βάρους, μειώνει την επίπτωση του τύπου 2 διαβήτη για ενήλικες με υπερβαρότητα / παχυσαρκία και με μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη σε ποσοστό έως και 58%, σε διάστημα τριών ετών. Τα άτομα με προδιαβήτη είναι απαραίτητο να εντάσσονται σε εντατικά πρoγράμματα αλλαγής τρόπου συμπεριφοράς.

«Τα προγράμματα αυτά θα πρέπει να έχουν βάση κάποιο εξατομικευμένο πρόγραμμα διατροφής, με συγκεκριμένους στόχους βελτίωσης των διατροφικών συνηθειών, με αύξηση της σωματικής δραστηριότητας μέτριας έντασης (τουλάχιστον 150 λεπτά την εβδομάδα) και επίτευξη και διατήρηση του 7-10% της απώλειας του αρχικού σωματικού βάρους, εάν αυτό κριθεί απαραίτητο.

Η απώλεια βάρους είναι εξαιρετικά αποτελεσματική στην πρόληψη της εξέλιξης από τον προδιαβήτη στον διαβήτη τύπου 2 καθώς και στη διαχείριση της καρδιομεταβολικής υγείας», επισημαίνει ο κ. Δημοσθενόπουλος.

«Κέρδος» ακόμη και με λίγα κιλά μείον

Ακόμη και μία απώλεια βάρους της τάξης του 5%-7% για άτομα με υπερβολικό βάρος ή παχυσαρκία μπορεί να έχει θεραπευτικά πλεονεκτήματα. Τα διατροφικά προγράμματα, που δημιουργούν ενεργειακό έλλειμμα, είναι σημαντικό να προσαρμόζονται στο κάθε άτομο ξεχωριστά, έτσι ώστε να ταιριάζουν στις προτιμήσεις και στις συνήθειές του και να μπορούν να βοηθήσουν στη μακροχρόνια τήρηση του προγράμματος και στην καλύτερη διατήρηση της απώλειας βάρους. Η τακτική σωματική δραστηριότητα - η οποία μπορεί να συμβάλει τόσο στην απώλεια κιλών, όσο και στην αποφυγή της επαναπρόσληψης του χαμένου βάρους - όπως και οι στρατηγικές συμπεριφοράς αποτελούν, επίσης, σημαντικά συστατικά της θεραπείας του τρόπου ζωής, για τη διαχείριση του σωματικού βάρους στον προδιαβήτη.

Σύμφωνα με τον κλινικό διαιτολόγο – βιολόγο, μελέτες όπως η Finish Diabetes Study, το Diabetes Prevention Program, η Μελέτη Da Qing, το Indian Diabetes Prevention Programme, καθώς και η πιο πρόσφατη μελέτη PREDIMED από την Ισπανία έδειξαν ότι είναι δυνατή η πρόληψη του ΣΔτ2 ακόμη και με μία μέτρια απώλεια βάρους, σε άτομα με υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Το «κλειδί» είναι η μεσογειακή διατροφή, που περιλαμβάνει εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο και ξηρούς καρπούς, φυτικές ίνες, περιορισμένα κορεσμένα και trans λιπαρά. Όλα αυτά, βέβαια, παράλληλα με την συστηματική άσκηση, το πιο «σωστό» σωματικό βάρος, την αποφυγή καπνίσματος και τον ικανοποιητικό ύπνο.

Η πρόληψη ξεκινά από το «πιάτο» μας

Οι βασικές διατροφικές οδηγίες για την πρόληψη του ΣΔτ2 πρέπει να εστιάζουν σε αυτό, που οι ειδικοί αποκαλούν επίτευξη αρνητικού ενεργειακού ισοζυγίου. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης και την αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης, με αποτέλεσμα τη μείωση του αρχικού σωματικού βάρους έστω κατά 5-7% σε υπέρβαρα και σε παχύσαρκα άτομα, τουλάχιστον σε πρώτη φάση.

Είναι, επίσης, σημαντικό ο κλινικός διαιτολόγος να συστήνει το κατάλληλο διατροφικό πρότυπο, το οποίο να είναι προσαρμοσμένο στο άτομο με προδιαβήτη, ώστε και να καλύπτει τις ανάγκες του και να στηρίζεται στις συνήθειές του. Μόνο έτσι θα είναι εφαρμόσιμο και θα έχει διάρκεια στον χρόνο.

«Τέλος, είναι σημαντικό να δίνεται έμφαση στη μείωση της πρόσληψης κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα αθηρωγόνα, όπως και στην αύξηση της πρόσληψης διαιτητικών ινών, μέσα από την αυξημένη κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, οσπρίων και δημητριακών ολικής άλεσης», καταλήγει ο κ. Δημοσθενόπουλος