Πριν κρίνεις, σκέψου! Εσύ τι θα έκανες, αν ο ISIS έστελνε στο σπίτι σου το κεφάλι του αδελφού σου;
Ένας νεαρός άνδρας έζησε τη φρίκη που σκορπά ο ISIS, χωρίστηκε από την οικογένειά του και άφησε πίσω του μια ζωή, για να σώσει τη ζωή του. Η ιστορία ενός Κούρδου που βρέθηκε στην Κω, στο "ταξίδι" του προς την Ευρώπη (Pics)
- 27 Σεπτεμβρίου 2015 17:50
Η συγκλονιστική στορία ενός νεαρού Κούρδου που έφυγε από τη Συρία και πήγε στο Ιράκ, για μία καλύτερη τύχη. Η ζωή, ο εμφύλιος και η κτηνωδία του ISIS ανέτρεψαν τα πάντα και διαμέλισαν την οικογένειά του.
Είναι η ιστορία του Muhammad, ενός νέου άνδρα που το καλοκαίρι του 2014 βρισκόταν εργαζόμενος σε ξενοδοχείο στο Ιράκ, έχοντας φύγει από την εμπόλεμη Συρία. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, σπούδαζε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού. Τα αγγλικά του ήταν σχεδόν τέλεια, γι’αυτό και (στο Ιράκ) έκανε και τον διερμηνέα, βοηθώντας δημοσιογράφους να συνομιλήσουν με πρόσφυγες που είχαν εγκαταλείψει την πατρίδα τους, λόγω του ISIS. Το “πλάνο” ή μάλλον το όνειρο προέβλεπε, ότι ο Muhammad θα έφευγε το επόμενο διάστημα, με πλαστά χαρτιά, για τη Βρετανία, όπου θα ολοκλήρωνε τις σπουδές του. Οι εξελίξεις όμως ανέτρεψαν τα πάντα…
Τον Αύγουστο του 2014, βρισκόταν στο Erbil του Ιράκ…
“Ο πόλεμος είχε ξεσπάσει. Όταν έφυγα από τη Συρία για να έρθω εδώ, είχα μόνο 50 δολάρια στην τσέπη μου. Δεν είχα σχεδόν καθόλου χρήματα όταν έφτασα. Γνώρισα έναν άνδρα στον δρόμο και με φιλοξένησε στο σπίτι του, μου έδωσε φαγητό και στέγη. Αλλά ένιωθα τόση ντροπή να μένω στο σπίτι του, που περνούσα 11 ώρες την ημέρα, ψάχνοντας για δουλειά. Γύριζα πίσω μόνο για να κοιμηθώ. Τελικά, βρήκα δουλειά σε ένα ξενοδοχείο. Εκεί δούλευα 12 ώρες την ημέρα, για 7 ημέρες. Μου έδιναν 400 δολάρια τον μήνα. Τώρα, βρήκα ένα καινούριο ξενοδοχείο, που είναι πολύ καλύτερα. Δουλεύω 12 ώρες τη μέρα, για 600 δολάρια τον μήνα και έχω ένα ρεπό. Τις ελεύθερες ώρες μου, δουλεύω στο σχολείο, σαν καθηγητής Αγγλικών. Εργάζομαι συνολικά 18 ώρες κάθε μέρα. Και δεν έχω ξοδέψει καθόλου σχεδόν από τα χρήματά μου. Δεν έχω αγοράσει ούτε ένα μπλουζάκι. Έχω αποταμιεύσει 13.000 ευρώ, που είναι όσο ακριβώς χρειάζομαι για να αγοράσω ψεύτικα χαρτιά. Ξέρω έναν άνδρα, που μπορεί να με πάει στην Ευρώπη, με 13.000 ευρώ. Θα φύγω την επόμενη εβδομάδα. Θα πάω μία φορά ακόμη στη Συρία, να αποχαιρετήσω την οικογένειά μου και θα τα αφήσω όλα πίσω. Θα προσπαθήσω να τα ξεχάσω όλα και να τελειώσω τις σπουδές μου”.
Τα σχέδιά του όμως ανατράπηκαν, όταν γύρισε στη Συρία…
“Πριν φύγω για την Ευρώπη, γύρισα στη Συρία για να δω την οικογένειά μου μία τελευταία φορά. Όσο έμεινα εκεί, κοιμόμουν σε έναν αχυρώνα που είχε ο θείος μου, γιατί η Αστυνομία χτυπούσε συνέχεια την πόρτα του πατέρα μου. Τελικά, ο πατέρας μου, μου είπε: ‘Αν μείνεις εδώ περισσότερο, θα σε βρουν και θα σε σκοτώσουν’. Έτσι, ήρθα σε επαφή με έναν διακινητή και κανόνισε την μετακίνησή μου στην Κωνσταντινούπολη. Ήμουν έτοιμος να φύγω για την Ευρώπη, όταν δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από την αδελφή μου. Μου είπε, ότι η Αστυνομία είχε χτυπήσει άσχημα τον πατέρα μας και ότι, αν δεν έδινα 5.000 ευρώ για την εγχείριση που χρειαζόταν, θα πέθαινε. Τι να έκανα; Δεν είχα επιλογή. Δύο εβδομάδες αργότερα, έλαβα ακόμα χειρότερα νέα. Ο αδελφός μου είχε δολοφονηθεί από άνδρες του ISIS, ενώ δούλευε σε εταιρεία γεώτρησης πετρελαίου. Βρήκαν τη διεύθυνσή μας στην ταυτότητά του κι έστειλαν το κεφάλι του στο σπίτι μας, με ένα μήνυμα: ‘Οι Κούρδοι δεν είναι μουσουλμάνοι’. Η μικρότερη αδελφή μου βρήκε το κεφάλι του αδελφού μου. Αυτό συνέβη πριν από έναν χρόνο περίπου. Από τότε, δεν έχει πει ούτε μία λέξη...”
“Για δύο εβδομάδες, δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Γιατί συνέβη κάτι τέτοιο στην οικογένειά μου; Όλα τα κάναμε σωστά. Όλα. Ήμασταν τίμιοι με όλους. Φερόμασταν καλά στους γείτονές μας. Δεν κάναμε κανένα μεγάλο λάθος. Εκείνη την περίοδο βρισκόμουν κάτω από απίστευτη πίεση. Ο πατέρας μου βρισκόταν σε κλινική αποκατάστασης και κάθε μέρα, οι αδελφές μου με έπαιρναν τηλέφωνο και μου έλεγαν, ότι οι άνδρες του ISIS πλησίαζαν όλο και περισσότερο στο χωριό μας. Τρελάθηκα τελείως. Λιποθύμησα μία μέρα στον δρόμο και ξύπνησα στο νοσοκομείο. Έδωσα όσα χρήματα μου είχαν απομείνει σε έναν διακινητή, για να βοηθήσει τις αδελφές μου να δραπετεύσουν στο Ιράκ. Τώρα, είχα μόλις 1.000 ευρώ και βρισκόμουν εγκλωβισμένος στην Τουρκία. Ο πατέρας μου ανάρρωσε από την εγχείριση. Μου τηλεφώνησε και με ρώτησε πώς πλήρωσα για την επέμβαση. Του είπα, ότι τα χρήματα μου τα έδωσε ένας φίλος. Με ρώτησε, αν τα κατάφερα και πήγα στην Ευρώπη. Για πρώτη φορά, είπα ψέματα στον πατέρα μου. Δεν ήθελα να νιώσει ένοχος, για την εγχείρισή του. Του είπα ότι ήμουν στην Ευρώπη, ότι ήμουν ασφαλής κι ότι δεν υπήρχε λόγος, για να ανησυχεί για μένα”.
“Αφού είπα στον πατέρα μου, ότι τα κατάφερα μέχρι την Ευρώπη, δεν ήθελα τίποτα άλλο, από το να κάνω αυτό το ψέμα αλήθεια. Βρήκα έναν λαθρέμπορο και του είπα την ιστορία μου. Έκανε, σαν να τον νοιάζει, προσποιήθηκε ότι ήθελε να με βοηθήσει. Μου είπε, ότι με 1.000 ευρώ θα μπορούσε να με πάει σε ένα ελληνικό νησί. Μου είπε ‘Δεν είμαι σαν τους άλλους. Εγώ φοβάμαι τον Θεό. Έχω κι εγώ παιδιά. Δεν θα σου συμβεί τίποτα κακό’. Τον εμπιστεύτηκα. Μία νύχτα, με φώναξε και μου είπε, να τον συναντήσω σε ένα γκαράζ. Με έβαλε στο πίσω μέρος ενός βαν με ακόμα 20 άτομα. Είχε μέσα ντεπόζιτα με βενζίνη και δεν μπορούσαμε να αναπνεύσουμε. Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν και άλλοι να κάνουν εμετό. Ο λαθρέμπορος έβγαλε ένα όπλο, μας σημάδεψε και είπε ‘αν δεν το βουλώσετε, θα σας σκοτώσω’. Μας πήγε σε μία παραλία κι ενώ ετοίμαζε το σκάφος, ο συνεργός του μας σημάδευε με το όπλο. Η βάρκα ήταν φτιαγμένη από πλαστικό κι είχε τρία μέτρα μήκος. Όταν μπήκαμε μέσα, όλοι πανικοβλήθηκαν και η βάρκα άρχισε να βουλιάζει. Δεκατρία άτομα φοβήθηκαν τόσο, που δεν ήθελαν να συνεχίσουν. Όμως ο λαθρέμπορος είπε, ότι ακόμα κι αν είχαμε αλλάξει γνώμη, θα κρατούσε τα λεφτά, οπότε οι υπόλοιποι επτά αποφασίσαμε, να συνεχίσουμε. Μας είπε, ότι θα μας οδηγούσε στο νησί, αλλά μετά από μερικά μέτρα πήδηξε στη θάλασσα και κολύμπησε μέχρι την ακτή. Μας είπε να πηγαίνουμε μόνο ευθεία. Τα κύματα γίνονταν όλο και ψηλότερα και κάλυπταν τη βάρκα. Επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Δεν βλέπαμε ούτε στεριά ούτε φώτα, μόνο θάλασσα. Μετά από μισή ώρα, σταμάτησε να λειτουργεί η μηχανή. Πίστεψα, ότι θα πεθαίναμε όλοι. Φοβήθηκα τόσο πολύ, που σταμάτησε να λειτουργεί το μυαλό μου. Οι γυναίκες άρχισαν να κλαίνε, γιατί καμία δεν ήξερε κολύμπι. Τους είπα ψέματα, ότι θα μπορούσα να κολυμπήσω με τρία άτομα στην πλάτη μου. Τότε, ξεκίνησε να βρέχει. Το σκάφος άρχισε να περιστρέφεται. Όλοι φοβόμασταν τόσο πολύ, που κανείς δεν μιλούσε. Αλλά ένας άνδρας προσπαθούσε να φτάξει τη μηχανή και λίγα λεπτά μετά, ξεκίνησε και πάλι. Δεν θυμάμαι πώς φτάσαμε στην ακτή. Αλλά θυμάμαι, ότι φιλούσα τη γη, όποιο κομμάτι της μπορούσα να πιάσω. Τη μισώ τη θάλασσα τώρα. Τη μισώ τόσο πολύ. Δεν θέλω να κολυμπήσω. Δεν θέλω να την βλέπω. Μισώ ό,τι έχει σχέση με τη θάλασσα”.
“Σκάσε μ@λ@κ@. Ήταν η μόνη λέξη που μας φώναζαν”
“Το νησί στο οποίο φτάσαμε, λέγεται Σαμοθράκη. Ήμασταν τόσο ευγνώμονες που ήμασταν εκεί. Δεν πιστεύαμε ότι θα φτάναμε ασφαλείς. Αρχίσαμε να περπατάμε, για να φτάσουμε στο Αστυνομικό Τμήμα και να δηλώσουμε ότι είμαστε πρόσφυγες. Μάλιστα, ζητήσαμε από έναν άνδρα στον δρόμο, να καλέσει την Αστυνομία για μας. Είπα στους άλλους πρόσφυγες, να αφήσουν εμένα να μιλήσω, μιας και ήξερα Αγγλικά. Τότε, δύο τζιπ της Αστυνομίας ήρθαν προς το μέρος μας με τόση ταχύτητα και σταμάτησαν απότομα. Φέρονταν, σαν να ήμασταν δολοφόνοι και μας έψαχναν. Μας σημάδεψαν με τα όπλα τους και φώναζαν ‘Ψηλά τα χέρια’. Του είπα, ότι μόλις γλιτώσαμε από τον πόλεμο, ότι δεν είμαστε εγκληματίες. ‘Σκάσε μ@λ@κ@” φώναζαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη λέξη. Μόνο έτσι μας φώναζαν. Μας πέταξαν στο κρατητήριο. Τα ρούχα μας ήταν βρεγμένα και τρέμαμε. Δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Ακόμη, καμία φορά νιώθω αυτό το κρύο στα κόκαλά μου. Για τρεις μέρες, δεν είχαμε ούτε φαγητό ούτε νερό. Τους είπα ‘δεν θέλουμε φαγητό, αλλά σας παρακαλώ, δώστε μας νερό’. Ικέτευσα τον Διοικητή, να μας αφήσει να πιούμε. Πάλι, μας φώναζε ‘Σκάσε μ@λ@κ@’. Θα θυμάμαι το πρόσωπό του για πάντα. Είχε ένα κενό στα δόντια και κάθε φορά που μιλούσε, μας έφτυνε. Επέλεξε, να παρακολουθεί επτά ανθρώπους να υποφέρουν από τη δίψα για τρεις μέρες, ενώ τον παρακαλούσαν για λίγο νερό. Σωθήκαμε, όταν μας έβαλαν τελικά σε ένα σκάφος και μας έστειλαν σε εγκαταστάσεις στην ηπειρωτική χώρα. Μείναμε εκεί για δώδεκα μέρες, προτού ξεκινήσουμε να περπατάμε βόρεια. Περπατούσαμε για τρεις εβδομάδες. Δεν έτρωγα τίποτα, παρά μόνο φύλλα. Σαν ζώο… Πίναμε από βρώμικους ποταμούς. Τα πόδια μου είχαν πρηστεί τόσο πολύ, που χρειάστηκε να βγάλω τα παπούτσια μου. Όταν φτάσαμε στα σύνορα, ένας Αλβανός αστυνομικός μας ρώτησε, αν είμαστε πρόσφυγες. Όταν του είπαμε ‘ναι’, μας είπε ότι θα μας βοηθούσε. Μας είπε, να κρυφτούμε μέχρι να νυχτώσει. Δεν τον εμπιστευόμουν, αλλά ήμουν πολύ κουρασμένος για να τρέξω. Όταν έπεσε η νύχτα, μας έβαλε όλους μέσα στο αυτοκίνητό του. Μας πήγε στο σπίτι του και μας άφησε να μείνουμε εκεί για μία εβδομάδα. Μας αγόρασε καινούρια ρούχα. Μας έδινε φαγητό κάθε βράδυ. Μου είπε ‘μην ντρέπεστε. Έχω ζήσει κι εγώ τον πόλεμο. Τώρα είστε οικογένειά μου και αυτό το σπίτι είναι και δικό σας'”.
“Μετά από έναν μήνα, έφτασα στην Αυστρία. Την πρώτη ημέρα, πήγα σε έναν φούρνο και γνώρισα έναν άνδρα, που λέγεται Fritz Hummel. Μου είπε, ότι πριν 40 χρόνια είχε έρθει στη Συρία και του είχαν φερθεί καλά. Έτσι, μου αγόρασε ρούχα, φαγητό, τα πάντα. Έγινε κάτι σαν πατέρας μου. Με πήρε στο Rotary Club και είπε σε όλους την ιστορία μου. ‘Πώς μπορούμε να τον βοηθήσουμε;’ τους ρώτησε όλους. Βρήκα μία εκκλησία και μου έδωσαν μέρος να μείνω. Αμέσως, βάλθηκα να μάθω τη γλώσσα. Έκανα πρακτική για 17 ώρες τη μέρα. Διάβαζα παιδικά παραμύθια κάθε μέρα. Έβλεπα τηλεόραση και προσπαθούσα, να μιλάω με όσο περισσότερους Αυστριακούς μπορούσα. Μετά από 7 μήνες, έπρεπε να παρουσιαστώ στο δικαστήριο, για να κρίνει την υπόθεσή μου. Μπορούσα να μιλήσω τόσο καλά, που ρώτησα τον δικαστή, αν ήθελε να συνομιλήσουμε στα γερμανικά. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Εντυπωσιάστηκε τόσο, που είχα ήδη μάθει τη γλώσσα, που μου έκανε ερωτήσεις για περίπου 10 λεπτά. Τότε, μου πήρε την ταυτότητά μου και μου είπε ‘Muhamad, δεν θα το χρειαστείς αυτό ποτέ ξανά. Τώρα είσαι πολίτης της Αυστρίας”.
* Η ιστορία και προσωπική μαρτυρία του Muhammad δημοσιεύτηκε στο Humans of New York