“Αδελφή ψυχή”: Υπάρχει ή είναι όλα στο μυαλό μας; Επιστήμονες απαντούν
Διαβάζεται σε 11'
Υπάρχει πράγματι κάπου εκεί έξω ο «ένας και μοναδικός» άνθρωπος για τον καθένα μας ή πρόκειται για έναν διαχρονικό ρομαντικό μύθο;
- 13 Φεβρουαρίου 2026 17:14
Kαθώς πλησιάζει η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, δεν είναι λίγοι εκείνοι που μπαίνουν στον πειρασμό να πιστέψουν ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει «Ο Ένας»: μια αδελφή ψυχή, ένα τέλειο ταίρι, το άτομο με το οποίο είναι γραφτό να είναι μαζί.
Σε όλη την ιστορία, οι άνθρωποι ανέκαθεν έλκονταν από την ιδέα ότι η αγάπη δεν είναι τυχαία. Στην αρχαία Ελλάδα, ο Πλάτωνας φανταζόταν ότι κάποτε ήμασταν ολόκληρα όντα με τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και δύο πρόσωπα, τόσο δυνατά που ο Δίας μάς χώρισε στα δύο. Από τότε, κάθε μισό περιπλανιέται στη γη αναζητώντας το χαμένο του άλλο μισό.
Αυτός ο μύθος δίνει στην σύγχρονη αδελφή ψυχή το ποιητικό της γενεαλογικό δέντρο και την υπόσχεση ότι κάπου, κάποιος θα μας κάνει επιτέλους να νιώσουμε ολοκληρωμένοι.
Κατά τον Μεσαίωνα, οι τροβαδούροι αναδιατυπώνουν αυτή τη λαχτάρα ως «αυλικό έρωτα», μια άγρια, συχνά απαγορευμένη αφοσίωση όπως του Λάνσελοτ για την Γκουίνεβιρ, στην οποία ένας ιππότης αποδεικνύει την αξία του μέσω αυτοθυσίας για μια “κρυφή” αγαπημένη του.
Την Αναγέννηση, συγγραφείς όπως ο Σαίξπηρ μιλούσαν για «εραστές που έχουν φτιαχτεί από αστερισμούς», ζευγάρια που συνδέονται μεταξύ τους με μια άρρηκτη σύνδεση, αλλά χωρίζονται από την οικογένεια, την τύχη ή τη μοίρα, σαν το ίδιο το σύμπαν να έγραψε την ιστορία αγάπης τους και ταυτόχρονα να τους απαγόρευσε ένα ευτυχισμένο τέλος.
Πιο πρόσφατα, το Χόλιγουντ και τα ρομαντικά μυθιστορήματα μάς έχουν πουλήσει πολλές ιστορίες αγάπης που μοιάζουν – και είναι – βγαλμένες από παραμύθια.
Τι λέει όμως η επιστήμη για τις αδελφές ψυχές; Υπάρχει κάποιος ξεχωριστός εκεί έξω για τον καθένα από εμάς;
Πώς ερωτευόμαστε τον “ένα και μοναδικό” άνθρωπο
Ο Βίρεν Σουάμι, καθηγητής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Anglia Ruskin στο Κέιμπριτζ, λέει, σύμφωνα με το BBC, ότι η σημερινή ευρωπαϊκή αντίληψη για τον ρομαντικό έρωτα έχει τις ρίζες της στον Μεσαίωνα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, επηρεάστηκε από τις ιστορίες του Κάμελοτ, του Λάνσελοτ και της Γκουίνεβιρ, καθώς και από τα ιδανικά του ιπποτισμού και των ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης, που έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή σε όλη την Ευρώπη.
«Αυτές οι ιστορίες αρχικά προώθησαν την ιδέα ότι πρέπει να επιλέξεις ένα άλλο άτομο ως σύντροφό σου και ότι αυτός ο σύντροφος είναι για μια ζωή», λέει.
«Πριν από αυτό, σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, μπορούσες να αγαπάς όσους ανθρώπους ήθελες, και η αγάπη ήταν ρευστή και συχνά δεν αφορούσε το σεξ».
Με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι άνθρωποι ξεριζώνονται από τις γεωργικές τους κοινότητες και καθώς η εκβιομηχάνιση διαλύει τους γνωστούς δεσμούς τους, τα άτομα «αποξενώνονται», λέει. «Έτσι, αρχίζουν να αναζητούν ένα άλλο άτομο για να τα σώσει από την αθλιότητα της ζωής τους».
Οι σημερινές εφαρμογές γνωριμιών μετατρέπουν αυτή την ιστορία σε έναν αλγόριθμο, τον οποίο ο Σουάμι αποκαλεί «ψώνια σχέσης». Η αναζήτηση μιας αδελφής ψυχής μετατρέπεται στο αντίθετο από αυτό που αναζητούν: «Για πολλούς ανθρώπους, αυτή είναι μια πραγματικά ψυχρή εμπειρία».
«Ψάχνεις για σύντροφο… ψάχνεις πιθανώς δεκάδες άτομα στην εφαρμογή γνωριμιών μέχρι να φτάσεις σε ένα σημείο που λες ότι πρέπει να σταματήσεις», λέει.
Μην ψάχνετε το άλλο σας μισό – δημιουργείστε το άλλο σας ολόκληρο
Ο Τζέισον Κάρολ, καθηγητής Γάμου και Οικογενειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπρίγκαμ Γιανγκ των ΗΠΑ, με έδρα το Πρόβο της Γιούτα, λέει ότι είναι φυσικό να θέλουμε έναν βαθύ και ξεχωριστό δεσμό με έναν άνθρωπο. Όπως εξηγεί, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από σύνδεση και οικειότητα.
Όμως, τονίζει στους φοιτητές του ότι πρέπει να αφήσουν την ιδέα της «αδελφής ψυχής» – δηλαδή ότι υπάρχει κάπου ένα τέλειο, έτοιμο ταίρι που απλώς θα το βρούμε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αληθινή σχέση δεν βασίζεται στο πεπρωμένο, αλλά στην προσπάθεια. Ο «ένας και μοναδικός» δεν είναι κάποιος που είναι από πριν ιδανικός για εμάς. Είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο χτίζουμε τη σχέση μας με τον χρόνο, μέσα από συμβιβασμούς, συγγνώμες, προσαρμογές και δύσκολες στιγμές.
Με απλά λόγια: δεν βρίσκουμε τον τέλειο άνθρωπο — τον δημιουργούμε μαζί.
Η παγίδα της “αδελφής ψυχής”
Το επιχείρημα του Κάρολ βασίζεται σε δεκαετίες ερευνών, τις οποίες συγκέντρωσε στην έκθεσή του με τίτλο The Soulmate Trap.
Σε αυτές γίνεται διάκριση ανάμεσα σε αυτό που οι ψυχολόγοι αποκαλούν «πεποιθήσεις πεπρωμένου» — την ιδέα ότι η σωστή σχέση πρέπει να κυλά αβίαστα — και στις «πεποιθήσεις ανάπτυξης», που εστιάζουν στο τι μπορούν να κάνουν οι σύντροφοι για να λειτουργήσει η σχέση.
Σε μια ευρέως αναφερόμενη σειρά μελετών στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000, με επικεφαλής τον καθηγητή C. Raymond Knee στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι πίστευαν πως οι σχέσεις είναι «γραμμένες να συμβούν» είχαν πολύ περισσότερες πιθανότητες να αμφισβητήσουν τη δέσμευσή τους μετά από μια σύγκρουση.
Αντίθετα, όσοι είχαν πιο αναπτυξιακή νοοτροπία παρέμεναν πιο δεσμευμένοι στο ταίρι τους, ακόμη και τις ημέρες που διαφωνούσαν.
Όπως υποστηρίζει ο Κάρολ, όσοι βλέπουν τη σχέση μέσα από το πρίσμα της ανάπτυξης εξακολουθούν να θέλουν κάτι ξεχωριστό, αλλά αναμένουν και δύσκολες φάσεις. «Ρωτούν… τι μπορούν να κάνουν για να βελτιώσουν τη σχέση τους, να υπάρξει πρόοδος και εξέλιξη;» λέει.
Κατά την άποψή του, η πίστη στην «αδελφή ψυχή» είναι παγίδα — όχι ο ρομαντισμός καθαυτός, αλλά η προσδοκία ότι η αγάπη δεν πρέπει ποτέ να είναι δύσκολη
Για τον Κάρολ, όταν η αγάπη αντιμετωπίζεται ως θέμα μοίρας, οι άνθρωποι γίνονται λιγότερο πρόθυμοι να κάνουν τη λιγότερο θεαματική, καθημερινή δουλειά που κρατά ζωντανή μια σχέση. Η «παγίδα της αδελφής ψυχής», όπως λέει, κάνει τα πράγματα πολύ πιο δύσκολα όταν μια σχέση συναντήσει το πρώτο σοβαρό εμπόδιο.
«Την πρώτη φορά που προκύπτει μια δυσκολία, η άμεση σκέψη είναι: “Νόμιζα ότι ήσουν η αδελφή ψυχή μου. Ίσως όμως δεν είσαι, γιατί οι αδελφές ψυχές δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν τέτοια πράγματα”», λέει.
Πεπρωμένο ή τραύμα;
Η Βίκι Πάβιτ, σύμβουλος σχέσεων στο Λονδίνο, βοηθά συχνά ανθρώπους που νόμιζαν ότι είχαν βρει την αδελφή ψυχή τους.
Στην πορεία όμως κατάλαβαν ότι η σχέση τους δεν ήταν παραμύθι, αλλά είχε χειραγώγηση, αστάθεια και συνεχή άγχος.
«Όταν υπάρχει έντονη χημεία, μερικές φορές αυτό σημαίνει ότι ενεργοποιούνται παλιά, ανθυγιεινά μοτίβα, όπως παλιά τραύματα», λέει.
«Ένας άνθρωπος που είναι ασυνεπής ή συμπεριφέρεται μια ζεστά και μια κρύα μπορεί να σε κάνει να νιώθεις προσμονή για να τον συναντήσεις, αλλά στην πραγματικότητα σου δημιουργεί τόσο άγχος που σε κάνει να θέλεις περισσότερα για να αισθανθείς ασφαλής».
Η Πάβιτ εξηγεί ότι αυτό που εκλαμβάνουμε ως πεπρωμένο μπορεί να είναι το νευρικό μας σύστημα που αναγνωρίζει κάτι γνώριμο από το παρελθόν — κάτι που μας πλήγωσε — και προσπαθεί να το «διορθώσει». Αυτό το μοτίβο οι θεραπευτές το αποκαλούν «δεσμό τραύματος» (trauma bond).
Αυτός ο δεσμός μπορεί να μοιάζει με αγάπη, λέει, και κάνει τους ανθρώπους να έλκονται σχεδόν μαγνητικά από ανθυγιεινές δυναμικές, όχι επειδή βρήκαν το ιδανικό τους ταίρι, αλλά επειδή τους είναι οικείες.
Μια μελέτη που αναφέρεται συχνά είναι εκείνη των Καναδών ψυχολόγων Ντόναλντ Ντάτον και Σούζαν Πέιντερ. Σε έρευνα που δημοσιεύτηκε το 1993, όταν βρίσκονταν στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, παρακολούθησαν 75 γυναίκες αφού είχαν φύγει από κακοποιητικούς συντρόφους.
Οι ερευνητές μέτρησαν πόσο έντονα παρέμενε το συναισθηματικό τους δέσιμο με τους πρώην τους και το συνέκριναν με το πώς ήταν οι σχέσεις τους.
Διαπίστωσαν ότι οι ισχυρότεροι δεσμοί δεν υπήρχαν στις γυναίκες που είχαν δεχθεί σταθερή κακοποίηση, αλλά σε εκείνες των οποίων οι σύντροφοι φέρονταν σκληρά και τρυφερά, εναλλάξ. Οι Ντάτον και Πέιντερ υποστήριξαν ότι αυτός ο «δεσμός τραύματος» εξηγεί γιατί κάποιοι άνθρωποι νιώθουν να έλκονται ξανά σε σχέσεις που αντικειμενικά τους βλάπτουν — επειδή ο συνδυασμός κινδύνου και τρυφερότητας είναι γνώριμος, όχι επειδή είναι υγιής.
Αυτή ακριβώς τη διάκριση προσπαθεί να αναδείξει η Πάβιτ στη συμβουλευτική της: «Προσωπικά, δεν μιλάω ποτέ για αδελφές ψυχές», λέει. «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένα και μοναδικό άτομο για τον καθένα… αλλά πιστεύω ότι μπορούμε να γίνουμε “Ο Ένας” για κάποιον».
Πραγματική χημεία
Αν η ιδέα ότι δεν υπάρχει «αδελφή ψυχή» ακούγεται αντιρομαντική, η επιστήμη έρχεται να μας πει κάτι ακόμα πιο “σκληρό”.
Οι ορμόνες μας μπορούν να επηρεάσουν το πώς νιώθουμε για τον σύντροφό μας. Για παράδειγμα τα αντισυλληπτικά μπορεί να επηρεάζουν, έστω και λίγο, το πώς βλέπουμε τον σύντροφό μας επειδή αλλάζουν τις φυσικές ορμονικές διακυμάνσεις του σώματος και έτσι ενδέχετασι να επηρεάζουν και την έλξη.
Μια μεγάλη έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε 365 ζευγάρια έδειξε ότι οι γυναίκες ήταν πιο ικανοποιημένες σεξουαλικά όταν η χρήση του χαπιού ήταν η ίδια όπως τότε που γνώρισαν και επέλεξαν τον σύντροφό τους. Αυτό σημαίνει ότι αν αλλάξει η χρήση του χαπιού, μπορεί να αλλάξει και το πώς νιώθουν για τον σύντροφό τους.
Οι διαφορές αυτές δεν είναι μεγάλες, αλλά ίσως εξηγούν γιατί σε κάποια ζευγάρια η «χημεία» φαίνεται να αλλάζει με τα χρόνια και άλλοτε να είναι περισσότερο ή λιγότερο έντονη.
Αν λοιπόν οι ορμόνες μπορούν να επηρεάσουν το ποιος μας φαίνεται «κατάλληλος», τότε είναι δύσκολο να πούμε ότι υπάρχει μόνο ένας και μοναδικός άνθρωπος που είναι γραφτό να είναι μαζί μας.
Ο “ένας”, αλλά όχι ο μοναδικός
Η ψυχολογία και η βιολογία προσφέρουν έναν τρόπο να σκεφτούμε τον «Ένα». Τα μαθηματικά προτείνουν έναν άλλον.
Ο δρ Γκρεγκ Λίο, οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt στο Νάσβιλ, ανέπτυξε έναν αλγόριθμο συμβατότητας. Σύμφωνα με αυτόν, δεν υπάρχει μόνο ένας «ένας» για τον καθένα από εμάς — μπορεί να υπάρχουν πολλοί.
Στη μελέτη του με τίτλο “Matching Soulmates”, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Public Economic Theory που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Public Economic Theory, ο ερευνητής έφτιαξε μια προσομοίωση γνωριμιών στον υπολογιστή.
Δημιούργησε χιλιάδες ψηφιακά προφίλ, τα οποία κατέτασσαν το ένα το άλλο ανάλογα με το πόσο τους ταίριαζαν. Ο αλγόριθμος εντόπιζε πρώτα τα ζευγάρια που επέλεγαν ο ένας τον άλλον ως καλύτερη δυνατή επιλογή. Αυτά τα ονόμασε «αδελφές ψυχές πρώτης τάξης».
Στη συνέχεια τα αφαιρούσε από τη διαδικασία και ξαναέτρεχε το πρόγραμμα με όσους απέμεναν, βρίσκοντας έτσι «αδελφές ψυχές δεύτερης τάξης» και μετά τρίτης κ.ο.κ.
Στις δοκιμές του μοντέλου, ήταν πολύ σπάνιο δύο άνθρωποι να επιλέξουν με την πρώτη ο ένας τον άλλον. Πολλοί όμως ήταν δεύτερη ή τρίτη επιλογή του καθενός από τους δύο, κάτι που επίσης μπορούσε να οδηγήσει σε μια καλή και σταθερή σχέση.
Σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ένα ζευγάρι θεωρείται «ευτυχισμένο» όταν και οι δύο είναι πολύ ψηλά στη λίστα προτιμήσεων του άλλου και δεν υπάρχει κάποιο άλλο άτομο που να προτιμούν και οι δύο περισσότερο.
Ίσως πρόκειται απλώς για υπολογισμούς, αλλά το «αλγοριθμικό» αυτό μοντέλο δείχνει ότι υπάρχουν πολλοί πιθανοί κατάλληλοι σύντροφοι, όχι μόνο ένας.
Τελικά, η επιστήμη δεν ακυρώνει τον ρομαντισμό — τον προσγειώνει. Τα στοιχεία από την ψυχολογία, τη βιολογία και ακόμη και τα μαθηματικά συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: ίσως να μην υπάρχει ένας και μοναδικός άνθρωπος που είναι «γραφτό» να βρεθεί στον δρόμο μας. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι με τους οποίους μπορούμε να χτίσουμε κάτι βαθύ και ουσιαστικό. Η αγάπη δεν φαίνεται να είναι θέμα μοίρας, αλλά επιλογής, προσπάθειας και καθημερινής φροντίδας. Και ίσως αυτό να είναι τελικά πιο ρομαντικό από οποιοδήποτε παραμύθι.