Ο αποχαιρετισμός στον Μίκη: Η αληθινή μέρα ή (και) οι απώλειες;

Αποχαιρετισμός φοιτητικών συλλόγων στον Μίκη Θεοδωράκη
EUROKINISSI

Tο ερώτημα αν ζούμε την "τελευταία μεγάλη κηδεία" παραμένει, καθώς κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι "μεγάλοι" αυτού του τόπου λιγοστεύουν δραματικά...

Θα είναι η κηδεία του Μίκη Θεοδωράκη η τελευταία ενός μεγάλου Έλληνα της εποχής μας; Το ερώτημα αυτό στριφογύριζε στο κεφάλι μου, καθώς διέσχιζα πεζός το κέντρο της Αθήνας με προορισμό τη Μητρόπολη, λίγη ώρα πριν από την «τελετή αποχαιρετισμού». Με έκπληξη διαπίστωσα ότι θα μπορούσα να φτάσω και με αυτοκίνητο, η κίνηση μού φάνηκε φυσιολογική, δεν είχαν κλείσει οι δρόμοι. Στη Μητροπόλεως όλα κανονικά: ανοιχτά μαγαζιά και σχετικά λίγος κόσμος. Έπρεπε να φτάσεις κοντά στο ναό, για να δεις την ουρά με όσους περίμεναν για το «ύστατο χαίρε».

Μέγα πλήθος, λοιπόν, δεν υπήρχε στους δρόμους της Αθήνας, ο κορονοϊός σίγουρα είχε βάλει το χέρι του. Αλλά το ερώτημα αν ζούμε την «τελευταία μεγάλη κηδεία» παραμένει, καθώς κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι «μεγάλοι» αυτού του τόπου λιγοστεύουν δραματικά και δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν ότι ο Μίκης είναι ο τελευταίος.

Μοιραία έρχονται στο νου οι μεγάλες κηδείες της Μεταπολίτευσης, ο κύκλος της οποίας (ορισμένοι είπαν ότι) κλείνει με τον Μίκη. Οι μεγαλύτερες - από πλευράς συμμετοχής του κόσμου, αλλά και λόγω της αίσθησης που προκάλεσαν - ήταν δύο: Του Αλέκου Παναγούλη το 1976 και, είκοσι χρόνια μετά, το 1996, του Ανδρέα Παπανδρέου. Η πρώτη ήταν μια τεράστια διαδήλωση δυο χρόνια μετά την πτώση της χούντας, λόγω και των υποψιών που τότε υπήρχαν για τις αιτίες του θανάτου του μεγαλύτερου αντιστασιακού της Εφταετίας. Και η δεύτερη, του Ανδρέα, ήταν ο αποχαιρετισμός μυριάδων λαού στον πιο χαρισματικό πολιτικό της Μεταπολίτευσης, σ’ αυτόν που έβαλε οριστικά την προοδευτική παράταξη στο κυβερνητικό παιχνίδι και έβγαλε από την πολιτική και κοινωνική αφάνεια το άλλο μισό του ελληνικού λαού.

Και τώρα ο Μίκης. Ο οποίος, έχοντας δύο ιδιότητες, του καλλιτέχνη και του πολιτικού, «κινητοποίησε» με το θάνατό του όσους μεγάλωσαν με τα τραγούδια του: οι παλιότεροι, που όλο και λιγοστεύουν, από την Κατοχή και την Αντίσταση μέχρι και τη χούντα των συνταγματαρχών και οι νεότεροι, που δεν είναι πια και τόσο νέοι, του κύκλου της Μεταπολίτευσης.

Διότι ο Μίκης είχε την τύχη να εκφράσει και να αποτελέσει τον συνδετικό κρίκο των δυο αυτών γενεών. Η πρώτη, η γενιά της Αντίστασης, ξεκινάει από τη γερμανική Κατοχή, περνάει μέσα από τα ανώμαλα μετεμφυλιακά χρόνια και φτάνει στην τελευταία ελληνική δικτατορία 1967-1974. Ο Μίκης ήταν «παρών» σε όλα αυτά, με το σώμα και το πνεύμα του. Με τις διώξεις (απαγορεύσεις, κυνηγητά, φυλακίσεις, εξορίες), αλλά και με την πολιτική και πνευματική ανάταση, την οποία επέφεραν η μουσική και οι στίχοι που μελοποίησε.

Η δεύτερη γενιά, αυτή της Μεταπολίτευσης, ευτύχησε να μη ζήσει τα προηγηθέντα «πέτρινα χρόνια» των παππούδων και των γονιών της. Έζησε την «έκρηξη της δημοκρατίας» το 1974 και γεύτηκε την ολοκλήρωσή της, με την Αλλαγή του 1981. Συνδετικός κρίκος όλων αυτών ήταν τα τραγούδια του Μίκη, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Σήμερα οι συνθήκες, ιδιαίτερα οι πολιτικές, είναι εντελώς διαφορετικές. Δεν ευνοούν την ανάδειξη «Μίκηδων», άλλωστε έχουμε παραδείγματα άλλων κηδειών, νεαρών τραγουδιστών( Παντελίδης, Μάντ Κλιπ), που συγκέντρωσαν πολλούς, αναλογικά, νέους θαυμαστές τους. Η αναφορά αυτή δεν εμπεριέχει καμιά σύγκριση. Θα ήταν, άλλωστε, ιεροσυλία να τεθεί τέτοιο κριτήριο για τον μέγιστο Μίκη. Γίνεται, όμως, για να φανεί η τεράστια αλλαγή που έχει επέλθει στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών.

Ετσι, δεν ξέρω τι αποδίδει καλύτερα τη μέρα που αποχαιρετήσαμε τον Μίκη. Ο στίχος του Ελύτη «κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα»; Ή εκείνος του Ρίτσου «άλλα του πήραν, άλλα τα ΄δωσε. Απ’ τις απώλειες θησαυρίζει τώρα»;

Δεν θα μάθουμε ποτέ τι από τα δύο θα επέλεγε ο μεγάλος απών. Πρέπει να διαλέξουμε εμείς, όλοι μαζί ή, ακριβέστερα, ο καθένας μόνος του…

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

SHARE:

24Media Network