Οι ταινίες της εβδομάδας: Η χειρότερη κινηματογραφική εβδομάδα της σεζόν με Marvel, Netflix και τρόμο στο "Σόχο"

(L-R): Ikaris (Richard Madden) and Sersi (Gemma Chan) in Marvel Studios' ETERNALS. Photo courtesy of Marvel Studios. ©Marvel Studios 2021. All Rights Reserved.
Από την ταινία Eternals της Κλόε Ζάο. COURTESY OF MARVEL STUDIOS

Κάθε Πέμπτη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Η νέα παραγωγή της Marvel βρίσκει στο τιμόνι τη βραβευμένη με Όσκαρ δημιουργό του "Nomadland", το "Συνέβη στο Σόχο" του Έντγκαρ Ράιτ είναι μια άσκηση giallo στυλ, το νετφλιξικό "Red Notice" ενώνει Ντουέιν Τζόνσον, Ράιαν Ρέινολντς και Γκαλ Γκαντότ, και μέσα σε όλα εμφανίζεται σε μία αίθουσα η πιο πρόσφατη (για εξαιρετικά δυνατούς σινεφίλ λύτες) ταινία του Ζαν-Λικ Γκοντάρ.

Οι κριτικές των ταινιών της εβδομάδας:

Eternals

*****

(Κλόι Τζάο, 2ω40λ)

Μια ομάδα αθάνατων εξωγήινων βρίσκονται στη Γη για να προστατέψουν την ανθρωπότητα από μια άλλη φυλή επιθετικών εξωγήινων που επιθυμεί τον αφανισμό τους. Αιώνες μετά την αποπεράτωση της αποστολής τους, οι Eternals συγκεντρώνονται ξανά μαζί όταν κάτι αρχίζει να σείεται στον πλανήτη και κανείς τους δεν ξέρει καν, για ποιο λόγο βρίσκονται ακόμα εκεί.

Για πολύ καιρό σε όλο αυτό το διάστημα πλήρους κυριαρχίας της Marvel αναρωτιόμασταν πώς θα ήταν μια από αυτές τις ταινίες αν αφαιρούνταν από εκεί όλα αυτά τα κλισέ, επαναλαμβανόμενα δομικά στοιχεία. Αυτή η αίσθηση ομοιότητας που βρίσκεται κάτω από ακόμα και τις καλύτερες των Marvel ταινιών. Πώς θα έμοιαζε μια ταινία Marvel αν δεν έμοιαζε καθόλου με Marvel; Τώρα έχουμε δυστυχώς την απάντησή μας: Μοιάζει σαν το τίποτα.

Η Κλόι Τζάο μετά τον οσκαρικό θρίαμβο του “Nomadland” και μετά από ένα σερί ταινιών που είχαν σαν αποστολή έναν διάλογο του fiction με τον ρεαλισμό και μια σύνδεση της αφήγησης με το (αμερικάνικο) έδαφος, αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει την κινηματογραφική μεταφορά ενός κόμικ συχνά παρανοϊκής οπτικής εφευρετικότητας, γεμάτο με ενέργεια, χρώματα και ιδέες, το οποίο δημιούργησε ο «βασιλιάς» Τζακ Κέρμπι όταν επέστρεψε στην Marvel το 1976. (Κι αφότου είχε δημιουργήσει για την DC το εμβληματικό σύμπαν των “New Gods” που είδαμε εν συντομία στο “Justice League” του Ζακ Σνάιντερ.) Η Τζάο δεν κρατά απολύτως τίποτα από την κινητικότητα και την ορμή του κόμικ, παρουσιάζοντας τις εξωγήινες, κοσμικά over the top ιδέες του με έναν νηφάλιο, μουντών αποχρώσεων τόνο, σα να είχες αποφασίσει να διηγηθείς την πιο εξωφρενική ιστορία της ζωής σου λίγα δευτερόλεπτα πριν σβήσεις για ύπνο.

Το πιο πολυσυλλεκτικό καστ στην ιστορία της Marvel αλλά και η έφεση της Τζάο στο να παραδίδει κάτι γήινα ποιητικό χαραμίζονται σε μια ιστορία κοσμικών διαστάσεων που δεν προσφέρεται για απολύτως τίποτα το συνεσταλμένα προσωπικό ή πολιτιστικά συγκεκριμένο. Δίχως γεύση, δίχως αιχμή, και δίχως τελικά κάποια ουσιαστική τοποθέτηση ή εξερεύνηση των ηθικών concepts που απλώς ακουμπά στο τραπέζι, η ιστορία κυλάει προς όλες τις κατευθύνσεις αλλά είναι τελικά σα να μην κυλάει προς καμία. Χαρακτήρες και ιδέες παρουσιάζονται, ύστερα ανατρέπονται, και μετά η ταινία ολοκληρώνεται- αλλά θα είναι σα να μην ξεκίνησε ποτέ.

Συνέβη στο Σόχο

*****

(“Last Night in Soho”, Έντγκαρ Ράιτ, 1ω56λ)

Η Τόμαζιν ΜακΚένζι ("Jojo Rabbit", "Leave No Trace") παίζει μια νεαρή κοπέλα από την αγγλική επαρχία που λατρεύει την ‘60s αισθητική και κουλτούρα, και που έρχεται να σπουδάσει σχέδιο μόδας στο Λονδίνο πιστεύοντας πως όλα θα είναι μαγικά- μέχρι που στην πράξη θα δει πως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο δύσκολη και σκληρή. Σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Σόχο, θα αρχίσει να βλέπει όνειρα μες στα οποία είναι σα να ζει τη ζωή μιας κοπέλας από τα ‘60s που θέλει να γίνει τραγουδίστρια (η εκθαμβωτικά ρετρό Άνια Τέιλορ-Τζόι του "Queen’s Gambit"), και για την οποία τα ‘60s είναι κάθε άλλο παρά ειδυλλιακά σαν ρομαντική καρτ ποστάλ. Καθώς η ζωή της μίας αρχίζει να συνδέεται όλο και περισσότερο με της άλλης, ερωτήματα του παρελθόντος αντηχούν πλέον στο σήμερα- κι η νεαρή ηρωίδα κινδυνεύει να χάσει τα λογικά της.

Ο Έντγκαρ Ράιτ (του εξίσου κενού ποπ “Baby Driver”) δανείζεται κάποια διάσπαρτα οπτικά στοιχεία του giallo υπο-είδους τρόμου όπως την ψυχολογική διάσταση, τις χρωματικές παλέτες, την αόριστα εφιαλτική παρουσία μιας απειλής που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο σωματικό και το νοητικό, κι ενώ η αγάπη του για το είδος είναι εμφανέστατη, κι η όρεξή του για να εφευρίσκει οπτικές ιδέες μοιάζει ανεξάντλητη, τελικά η ταινία πολύ απλά δεν λειτουργεί. Άλλοτε ξεμένει από ιδέες, άλλοτε είναι απείρως πιο προφανής από όσο νομίζει, άλλοτε πνίγεται μες στην επιθυμία του να πει Πάρα Πολύ Σημαντικά πράγματα.

Αλλά το βασικό πρόβλημα είναι πως οι κόσμοι της ταινίας ποτέ δεν καταφέρνουν να εναρμονιστούν με έναν κινηματογραφικά πειστικό τρόπο, αφήνοντας τα πάντα μετέωρα και κούφια. Ο συμβολισμός κι η αλληγορία παίρνουν εξαρχής τον έλεγχο, κάτι που έτσι κι αλλιώς είναι πληγή για μεγάλο κομμάτι του σύγχρονου σινεμά τρόμου. Έτσι το στόρι ποτέ δεν αφήνεται να προκύψει οργανικά, παρά μοιάζει διαρκώς ζορισμένο να οδηγηθεί σε ένα συγκεκριμένο (μάλλον προφανές) σημείο, σα να παρακολουθείς μια συλλογή από cut scenes βιντεοπαιχνιδιού στο οποίο το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να επιλέξεις κάποιους από τους διαλόγους.

Red Notice

*****

(Ρόσον Μάρσαλ Θάρμπερ, 1ω55λ)

Πράκτορας της Ιντερπόλ αναλαμβάνει την καταδίωξη ληστή έργων τέχνης όμως ύστερα από μια στημένη πλεκτάνη, βρίσκεται κι ο ίδιος κατηγορούμενος και αναγκασμένος να συνεργαστεί με τον μεγάλο του εχθρό ώστε να φέρουν μαζί εις πέρας την πιο ριψοκίνδυνη ληστεία. Η «πιο ακριβή παραγωγή του Netflix» μοιάζει ύποπτα πολύ με την «πιο φτηνή παραγωγή του Netflix», με τις περισσότερες δηλαδή από αυτές τις ακίνδυνες περιπέτειες του σωρού που καταναλώνονται κάποιο βράδυ κυρίως επειδή δεν έχεις όρεξη να σταματήσεις το streaming. Ό,τι μοιάζει στο χαρτί γοητευτικό σε αυτή την περιπέτεια, στην πράξη καταλήγει να ρουφά το οξυγόνο από τον χώρο: O Ντουέιν Τζόνσον πρωταγωνιστεί σε ένα ακόμα publi του εαυτού του, ο Ράιαν Ρέινολντς παίζει αυτόν τον τύπο στην παρέα που δεν σταματάει να λέει αστεία κάθε μισό λεπτό με κάθε σημαντική κι ασήμαντη αφορμή, η δράση είναι κυνική, άνευρη και αποχρωματισμένη κι οι διαρκείς ανατροπές κάνουν το σύνολο να μοιάζει τελικά περίεργα γραμμικό.

Το Βιβλίο της Εικόνας

*****

(“Le livre d’Image / The Image Book”, Ζαν-Λικ Γκοντάρ, 1ω24λ)

Ο Γκοντάρ στα 88 του με ένα ακόμα φιλμικό δοκίμιο (μετά τα «Αποχαιρετισμός στη Γλώσσα» και «Film Socialisme») συνεχίζει να μην ηρεμεί δευτερόλεπτο και να μιλά για το παρελθόν, την Ιστορία και τη φιλοσοφία πειραματιζόμενος με την εικόνα και τον ήχο σα να ήταν 20χρονος. Στην πιο πρόσφατη ταινία του, που παρουσιάστηκε και βραβεύτηκε με «Ειδικό Χρυσό Φοίνικα» πριν τρία Φεστιβάλ Καννών, ενώνει μεταξύ τους κατά κύριο λόγο φιλμικές εικόνες από το “Σαλό” και τον Φελίνι μέχρι τον Μάικλ Μπέι, το “Syriana” και εικόνες δελτίων ειδήσεων, αποχρωματίζει, καίει, σταματά και ξαναρχίζει την εικόνα εξερευνώντας τους τρόπους με τους οποίους ενισχύει, αλλάζει, καλύπτει, υποκαθιστά τα λόγια ως μέσο μετάδοσης ιδεών.

Μιλά για τη μετάβαση από το γραπτό λόγο στην εικόνα ως κυρίαρχη μορφή τέχνης αλλά και μορφής σκέψης, ως γλώσσας. «Τα λόγια δε θα είναι ποτέ γλώσσα» λέει σε ένα από τα πολλά αφηγηματικά του αποσπάσματα, καθώς μιλά πεσιμιστικά για τις αποτυχημένες επαναστάσεις («δεν είμαστε ποτέ αρκετά στεναχωρημένοι για γίνει καλύτερος ο κόσμος» αλλά και «όσο με αφορά, θα είμαι πάντα με βόμβες») και την διαρκή κοινωνική ήττα στα χέρια του καπιταλισμού («είμαι πάντα με τους φτωχούς, γιατί έχουν χάσει») μέσα από χρωματικά κορεσμένες εικόνες όπου τα οπτικά στοιχεία ενός φιλμικά ένδοξου όσο και παρηκμασμένου 20ου αιώνα (θα μπορούσε να ονομάζεται «Κοσμικά Παρτάκια Στην Αγία Πετρούπολη») αποτυπώνονται σε αποχρώσεις μπλε, κόκκινου και λευκού, αλλά και για τη σχέση Δύσης και αραβικού κόσμου – πάντα σε συνάρτηση με την εικόνα.

Και στοχάζεται πάνω στην απεικόνιση, την εκπροσώπηση, και το πώς είναι πάντα αναγκαστικά συνδεδεμένη με τη βία ενάντια εκείνου που εκπροσωπείται. Ο Γκοντάρ είναι τρομερά απαισιόδοξος και καταδικαστικός και εξωφρενικά βίαιος στις ιδέες του, όμως χρησιμοποιεί το στάτους του και τη φιλμική γλώσσα με έναν τρόπο που κανείς δεν τολμά.

Το Ταξίδι

*****

(“Charter”, Αμάντα Κέρνελ, 1ω34λ)

Ύστερα από ένα δύσκολο διαζύγιο, μια γυναίκα περιμένει την απόφαση του δικαστηρίου για την επιμέλεια των παιδιών. Όταν όμως ο γιος της την παίρνει τηλέφωνο μες στη νύχτα, εκείνη προχωρά σε μια δραστική λύση, κλέβοντας τα παιδιά και πηγαίνοντας μαζί τους ένα ταξίδι στις Κανάριες Νήσους. Δυνατό δράμα από τη σκηνοθέτη του επίσης καλού-αλλά-όχι-συνταρακτικού “Η Καταγωγή των Σάμι”, με καλή κεντρική ερμηνεία και μια αφήγηση που κρατά τον θεατή ακόμα κι αν τελικά ποτέ δεν κορυφώνεται σε κάτι αληθινά ξεχωριστό. Επίσημη πρόταση της Σουηδίας για τα Όσκαρ.

Κυκλοφορούν Επίσης

Ερμιτάζ Η Δύναμη της Τέχνης: Ξενάγηση σε ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου με τον οδηγό τον αγαπητό ηθοποιό Toni Servillo.

200 Μέτρα: Ο Μουσταφά κι η γυναίκα του χωρίζονται από το τείχος στη Λωρίδα της Γάζας. Τα χωριά τους απέχουν 200 μέτρα, όμως κάθε φορά που θέλουν να συναντηθούν πρέπει να περάσουν από τον έλεγχο των Ισραηλινών δυνάμεων. Ένα ατύχημα θα τον οδηγήσει σε μια παράτολμη απόφαση. Οικογενειακό δράμα από την Παλαιστίνη με βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

O Τσαρλατάνος: Βιογραφικό δράμα για ξακουστό θεραπευτή του Μεσοπολέμου, δια χειρός Ανιέσκα Χόλαντ (“Ο Κύριος Τζόουνς”).

Πίτερ Ράμπιτ: Ο Λαγός τό’Σκασε: Μια νέα περιπέτεια για τον CGI λαγό ο οποίος φεύγει από τον κήπο που ζει, ανησυχώντας την οικογένειά του.

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: κριτική ταινιών, κινηματογράφος, Σινεμά
SHARE:

24Media Network