Αύξηση επιθέσεων κατά ΛΟΑΤΚΙ άτομων και ρατσισμού κατά προσφύγων

Αύξηση επιθέσεων κατά ΛΟΑΤΚΙ άτομων και ρατσισμού κατά προσφύγων
Σημαία των ΛΟΑΤΚΙ - Φωτογραφία Αρχείου AP

Η έκθεση του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Στην Ελλάδα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και πρόσφυγες στοχοποιούνται.

Αύξηση των επιθέσεων κατά ΛΟΑΤΚΙ ατόμων καταγράφει η ετήσια έκθεση του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, που παρουσιάστηκε σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου την Τρίτη.

Ενώ ο συνολικός αριθμός των επιθέσεων κατά προσφύγων και μεταναστών εμφανίζεται μειωμένος (74 το 2018 και 51 το 2019), καταγράφεται μια αυξητική τάση στα περιστατικά εναντίον προσφύγων και μεταναστών στην καθημερινότητα, δηλαδή την έκφραση ρατσιστικών συμπεριφορών ή και ρατσιστικής βίας, συνήθως χαμηλής έντασης, η οποία εκφράζεται από μεμονωμένα άτομα, κατά τη διάρκεια της διαχείρισης της καθημερινότητας: στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στο σχολείο, στην εργασία, στις δημόσιες υπηρεσίες.

Καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη τέτοιων συμπεριφορών παίζει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το Δίκτυο, «η ρατσιστική ρητορική που αναπτύσσεται από μέρος του πολιτικού κόσμου, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, και συμβάλλει καθοριστικά στην εδραίωση της ξενοφοβίας και της μισαλλοδοξίας».

Ειδικότερα, το Δίκτυο, όπως επισημάνθηκε, συνεχίζει να καταγράφει επιθέσεις που τελούνται από οργανωμένες ομάδες και διαπιστώνει αυξητική τάση σε ό,τι αφορά τα περιστατικά με δράστες μεμονωμένα άτομα. Επίσης, το Δίκτυο κατέγραψε περιστατικά εις βάρος Ελλήνων πολιτών λόγω της εθνοτικής τους καταγωγής, αλλά και βίαιες επιθέσεις σε μνημεία ή λατρευτικούς χώρους Ελλήνων πολιτών διαφορετικής θρησκευτικής ταυτότητας, όπως Εβραίοι ή μουσουλμάνοι.

Σταθερά υψηλά είναι τα καταγεγραμμένα περιστατικά με την εμπλοκή ένστολων και δημόσιων λειτουργών. «Τα εν λόγω περιστατικά ενισχύουν τον θεσμικό ρατσισμό, αποκλείουν ή καθυστερούν τα θύματα από την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που δικαιούνται, ενώ στην χείριστη έκφανσή τους συμβάλλουν στη δημιουργία κλίματος ανασφάλειας και εκφοβισμού», σημείωσε η βοηθός συντονίστρια του Δικτύου, Γαρυφαλλιά Αναστασοπούλου.

Συμπλήρωσε δε, πως «ανησυχητικές παραμένουν οι επιθέσεις σε βάρος των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ η απουσία πλαισίου προστασίας τους, εντείνει την ανησυχία του Δικτύου». Συγκεκριμένα, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 20 19, καταγράφηκαν, μέσω συνεντεύξεων με τα θύματα, 100 περιστατικά ρατσιστικής βίας με περισσότερα από 104 θύματα, εκ των οποίων μόνο τα 19 είχαν καταγγελθεί στην αστυνομία.

Σε 51 περιστατικά στοχοποιήθηκαν μετανάστες-ριες, πρόσφυγες ή αιτούντες/ούσες άσυλο, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και δομές φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων. Σε 44 περιστατικά στοχοποιήθηκαν ΛΟΑΤKI άτομα (27 το 2018) καθώς και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λόγω της σύνδεσης τους με ΛΟΑΤΚΙ ομάδες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ελληνικής αστυνομίας, το 2019 καταγράφηκαν 282 περιστατικά ρατσιστικής βίας.

Οι παραπάνω αριθμοί αποτελούν «την κορυφή του παγόβουνου», τόνισε η κ. Αναστασοπούλου. Πολλές επιθέσεις δεν καταγγέλλονται, γιατί τα θύματα φοβούνται να πάνε στις αρχές, ενώ παρατηρείται«ενσωμάτωση της θυματοποίησης », δηλαδή αποδέχονται σιωπηλά το ότι είναι θύματα. Από την άλλη, οι δράστες φαίνεται να μη λογαριάζουν τις συνέπειες, καθώς κυριαρχεί ένα αίσθημα ατιμωρησίας.

Γεωγραφική διασπορά

Τα περισσότερα (70) περιστατικά έλαβαν χώρα στην Αττική, κυρίως σε περιοχές κοντά στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στον Πειραιά, το Αιγάλεω και τον Ταύρο. Στην υπόλοιπη επικράτεια, τα περιστατικά εμφανίζουν αρκετά μεγάλη διασπορά, σε Σάμο, Θεσσαλονίκη, Λέσβο, Λέρο, Αλεξανδρούπολη, Κόνιτσα, ‘Αργος, Ιωάννινα, Καβάλα, Καλαμάτα, Τρίκαλα, Κοζάνη, Δράμα, Ζάκυνθο, Αντίπαρο, Σαμοθράκη, Κω και την ευρύτερη περιοχή του Έβρου (χερσαία ελληνοτουρκικά σύνορα).

Χώρος τέλεσης

Τα 35 περιστατικά έλαβαν χώρα σε δημόσιο χώρο (δρόμος, πλατείες, πάρκα, παραλίες κλπ). Τα υπόλοιπα συνέβησαν στην οικία του θύματος ή του δράστη, σε άλλου τύπου χώρο διαμονής (ξενοδοχείο, υπνωτήριο), σε μέσα μαζικής μεταφοράς, στάσεις και σταθμούς, σε σχολείο ή πανεπιστημιακό ίδρυμα, σε χωράφια και υπαίθριους χώρους σε χωριά, σε Αστυνομικά Τμήματα, στον χώρο εργασίας των θυμάτων, σε γραφεία σωματείων και ΜΚΟ, σε δομές φιλοξενίας, σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης στα νησιά και τον Έβρο, καταστήματα, δημόσιες υπηρεσίες (υπουργεία, νοσοκομεία, δικαστήρια, ΚΕΠ), τράπεζες, σε εβραϊκά μνημεία και το μουσουλμανικό νεκροταφείο, σε δικαστήριο, σε γήπεδο και γυμναστήριο, ενώ σημειώθηκαν διαδικτυακά και τηλεφωνικά περιστατικά.

Χαρακτηριστικά των επιθέσεων

Σημαντικός αριθμός των επιθέσεων είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικών βλαβών και άλλα σοβαρά αδικήματα. Μεταξύ αυτών, καταγράφηκαν μια ανθρωποκτονία, δυο βιασμοί, διατάραξη οικιακής ειρήνης, εργασιακή εκμετάλλευση, ψευδή καταμήνυση, κλοπές και άλλες φθορές ξένης ιδιοκτησίας, απειλές, εξύβριση, βεβηλώσεις, εμπρησμοί, λεκτική ή άλλου τύπου παρενόχληση και φθορά ξένης ιδιοκτησίας σε συνδυασμό με απειλές.

Θύματα

Από τα περιστατικά που στοχοποιήθηκαν πρόσωπα -και όχι ιεροί χώροι ή μνημεία- τα θύματα 62 περιστατικών, που ήρθαν σε επαφή με το Δίκτυο, ήταν άνδρες, εκ των οποίων 8 τρανς, ενώ σε 26 περιστατικά ήταν γυναίκες, εκ των οποίων 14 τρανς, σε 5 περιστατικά τα θύματα αυτοπροσδιορίζονταν ως queer, μη δυϊκά ή άφυλα άτομα.

Σε 16 περιστατικά στοχοποιήθηκαν ανήλικοι 12-17 ετών λόγω αλλοδαπότητας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας φύλου, ενώ σε 38 περιστατικά τα θύματα ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 18-30 ετών. Σε 29 περιστατικά στοχοποιήθηκαν άτομα μεταξύ 31-45 ετών και σε 6 περιστατικά άτομα 46 ετών έως και 60 ετών. Σε 2 περιστατικά η ομάδα των θυμάτων ήταν μεικτή ηλικιακά, περιλαμβάνοντας ανηλίκους και ενήλικες (15-20 ετών).

Δράστες

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των θυμάτων, οι πλειοψηφία των δραστών ήταν άνδρες (75 περιστατικά) και Έλληνες (80 περιστατικά). Σε 13 περιστατικά ήταν γυναίκες και σε 7 η επίθεση προήλθε από μεικτές ομάδες ανδρών και γυναικών. Στις υπόλοιπες 5 περιπτώσεις οι δράστες δεν ήταν ορατοί/ αντιληπτοί από τα θύματα. Σε 6 περιστατικά οι δράστες ήταν ή στους δράστες περιλαμβάνονταν ανήλικοι και σε 26 περιστατικά ανήκαν στην ηλικιακή ομάδα 18-30 ετών. Σε 17 περιστατικά οι δράστες ήταν μεταξύ 31-45 ετών, ενώ καταγράφηκαν και 15 περιστατικά με μεγαλύτερους σε ηλικία δράστες (έως και 80 ετών).

Ενώ σε 29 περιστατικά η ηλικία των δραστών δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί, σε 7 περιστατικά, ιδίως περιστατικά όπου η ρατσιστική βία εκφράζεται ενδοοικογενειακά, η ηλικιακή κλίμακα των δραστών ποικίλει.

Ο Φιλίπ Λεκλέρκ, αντιπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, τόνισε, ότι οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης προσφύγων και μεταναστών και ο υπερπληθυσμός στους χώρους διαβίωσης προκαλούν εντάσεις μεταξύ των διαμενόντων και κατ΄ επέκταση των τοπικών κοινωνιών. Η απομόνωση και ο εγκλεισμός τους σε κλειστά κέντρα, που χειροτέρεψε με την πανδημία, επιδεινώνει την κατάσταση, ενώ ο αντιπρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), Γιάννης Ιωαννίδης, εξήγησε πως η αλληλεπίδραση με τον κοινωνικό ιστό διευκολύνει τη συνύπαρξη των ντόπιων-αλλοδαπών, όπως φαίνεται και από παραδείγματα στη Σάμο.

Η πρόεδρος της ΕΕΔΑ, Μαρία Γαβουνέλη, επισήμανε πως απουσιάζει ένα συνεκτικό πρόγραμμα της Πολιτείας για την καταπολέμηση της ρατσιστικής βίας. Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας δημιουργήθηκε το 2011 από την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα. Η παραπάνω έκθεση αποτελεί την ένατη στη σειρά, στην οποία αναλύονται τα ποσοτικά και ποιοτικά αποτελέσματα της καταγραφής περιστατικών ρατσιστικής βίας και εγκλημάτων μίσους από τις 46 οργανώσεις που συμμετέχουν στο Δίκτυο.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα