ΣτΕ: Μόνο οι διάδικοι επωφελούνται των αποφάσεων

ΣτΕ
ΣτΕ EUROKINISSI

Το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Σ.τ.Ε. απέρριψε αίτηση σωματείου συνταξιούχων, το οποίο παραπονέθηκε για την μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκριναν αντισυνταγματικές τις περικοπές και μειώσεις των συντάξεων.

Στην απόρριψη αίτησης σωματείου συνταξιούχων, το οποίο παραπονείται για την μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκριναν αντισυνταγματικές τις περικοπές και μειώσεις των συνταξιοδοτικών παροχών, προχώρησε το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Σ.τ.Ε..

Με την 15/2019 απόφασή του, έκρινε -επικαλούμενο πάγια νομολογία- ότι το εν λόγω σωματείο δεν ήταν διάδικος στις δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι επίμαχες αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ και αφορούσαν τις μειώσεις συντάξεων από 1.1.2012 και 1.1.2013 (αποφάσεις 2287 και 2288/2015). Σύμφωνα με το σκεπτικό της απορριπτικής κρίσης, κατά νόμο, τη διαδικασία συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις αποφάσεις του Σ.τ.Ε. έχουν δικαίωμα να κινήσουν μόνο τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υπήρξαν διάδικοι στις οικείες δίκες.

Στο Συμβούλιο Συμμόρφωσης του ΣτΕ οφειλαν να απολογηθούν ο ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΠ (επικουρικό) έπειτα από προσφυγή του σωματείου συνταξιούχων Θεσσαλονίκης «Η Συσπείρωση», που εκπροσωπούσε συνταξιούχο του ΕΦΚΑ, που είχε δικαιωθεί με την 3037/2018 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στις 23 Ιανουαρίου 2019 το Συμβούλιο συνεδρίασε προκειμένου να διαπιστωθεί αν στην περίπτωση του εν λόγω συνταξιούχου υπήρξε συμμόρφωση ή μη με τις αποφάσεις της Ολομέλειας του υπ’ αριθμ. ‪2287-2290/2015‬.

Το σκεπτικό

Συγκεκριμένα αναφέρει ότι «ως «ενδιαφερόμενος», ο οποίος νομιμοποιείται να επιδιώξει τη διαπίστωση καθυστερήσεως, παραλείψεως ή αρνήσεως ή πλημμελούς συμμορφώσεως προς τα κριθέντα με δικαστική απόφαση, νοείται μόνον εκείνος που διετέλεσε διάδικος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Τρίτοι, αντίθετα, που δεν υπήρξαν διάδικοι στην οικεία δίκη, δεν νομιμοποιούνται σχετικώς· έστω και αν, τελούντες σε όμοιες συνθήκες, επιδιώκουν να «συμμορφωθεί» και ως προς αυτούς η Διοίκηση, με την έννοια του να εφαρμόσει και στην περίπτωσή τους την απόφαση ως νομολογιακό προηγούμενο. Και τούτο, διότι η υπό την έννοια αυτή «συμμόρφωση», τουτέστιν ο θεσμικός σεβασμός της Διοίκησης προς τη νομολογία των δικαστηρίων -και δη των ανωτάτων-, αν και ανάγεται σε προϋπόθεση ουσιώδη για την εμπέδωση του Κράτους Δικαίου, δεν αποτελεί ωστόσο, καθ’ εαυτήν, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας».

Σε άλλο σημείο, επισημαίνουν οι σύμβουλοι της Επικρατείας πως «η απόφαση δεσμεύει μόνον τους διαδίκους της συγκεκριμένης δίκης -τους αρχικούς και τους παρεμβάντες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 1 παρ. 1)· κατά τα λοιπά δε, η σχετική απόφαση, έχοντας εκδοθεί με τον τρόπο και στον χρόνο που προβλέπεται, συμβάλλει κατά τούτο στην επιδιωκόμενη ασφάλεια δικαίου, όχι επεκτείνοντας τη δικονομική της δεσμευτικότητα στις όμοιες εν γένει περιπτώσεις, αλλά συνιστώντας γι’ αυτές, ως προς το γενικότερο ζήτημα που επιλύθηκε, επίκαιρη νομολογία του ανωτάτου δικαστηρίου».

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Δικαιοσύνη
SHARE:

24Media Network