Vouliwatch: Απόφαση-σοκ του Δικαστηρίου της Ε.Ε. περιορίζει την πρόσβαση του κοινού στο Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων

Vouliwatch: Απόφαση-σοκ του Δικαστηρίου της Ε.Ε. περιορίζει την πρόσβαση του κοινού στο Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων
ISTOCK

Χωρίς Δημόσια Πρόσβαση το Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων. Το Vouliwatch αναλύει τι σημαίνει η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κήρυξε, στις 22 Νοεμβρίου 2022, άκυρη τη διάταξη της 5ης Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες που απαιτεί από τις χώρες της ΕΕ να παρέχουν δημόσια πρόσβαση σε μητρώα πραγματικής ιδιοκτησίας.

Σε μια απόφαση που προκάλεσε σοκ στην ευρωπαϊκή κοινότητα για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την προώθηση της διαφάνειας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η 5η Οδηγία για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (AMLD5, 2018) είναι πολύ χαλαρά διατυπωμένη και προβλέπει υπερβολικά ευρεία πρόσβαση του κοινού στα μητρώα χωρίς να αιτιολογείται επαρκώς η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα της παρέμβασης στα δικαιώματα ιδιωτικής ζωής και προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πραγματικών δικαιούχων.

ADVERTISING

Τι είναι το Μητρώο Πραγματικής Ιδιοκτησίας ή Πραγματικών Δικαιούχων

Ουσιαστικά πρόκειται για ένα ψηφιακό, κεντρικό μητρώο όπου καταγράφονται υποχρεωτικά οι πραγματικοί δικαιούχοι των εταιριών καθώς και σχετικές μεταβολές. Στο μητρώο έχουν πρόσβαση οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές και βασικός στόχος του είναι η καταπολέμηση/ πρόληψη του οικονομικού εγκλήματος.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, υπολογίζεται ότι στο 70% των περιπτώσεων διαφθοράς γίνεται χρήση ανωνύμων εταιριών. Από το 2016 μέχρι το 2020 έχουν επανεισπραχθεί πάνω από 1 δις δολάρια από κράτη που έκαναν χρήση λειτουργικών μητρώων πραγματικών δικαιούχων*.

(*στοιχεία από τον διεθνή οργανισμό Open Ownership).

Η απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε.

Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι στόχος των Οδηγιών για την Αντιμετώπιση του Ξεπλύματος Μαύρου Χρήματος (εφεξής AMLDs) είναι η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ότι «η δημιουργία ενός περιβάλλοντος εχθρικού προς τους εγκληματίες και η βελτίωση της συνολικής διαφάνειας του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα» (παράγραφος 55). Αναφέρει, επίσης, ότι η επίτευξη αυτού του στόχου θα μπορούσε να δικαιολογήσει «ακόμη και σοβαρές παρεμβάσεις» στο δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και στο δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων (παρ. 56).

Επιπλέον, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ, 2016), το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η παροχή δημόσιας πρόσβασης στην πραγματική κυριότητα είναι πράγματι «κατάλληλη» για την «πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, δεδομένου ότι ο δημόσιος χαρακτήρας της πρόσβασης αυτής και η επακόλουθη αυξημένη διαφάνεια συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που είναι λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιηθεί για τέτοιους σκοπούς» (σκέψη 67).

Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ωστόσο, είναι ότι, δεδομένου ότι η γενική πρόσβαση του κοινού δεν είναι ούτε απολύτως αναγκαία (παρ. 76) ούτε αναλογική (παρ. 82), αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων και, ως εκ τούτου, οι εν λόγω διατάξεις είναι άκυρες.

Επαναφορά του έννομου συμφέροντος;

Το Δικαστήριο εξετάζει, επίσης, το ζήτημα του έννομου συμφέροντος για την πρόσβαση σε δεδομένα πραγματικής ιδιοκτησίας, προϋπόθεση για την πρόσβαση σύμφωνα με την AMLD4, η οποία αργότερα καταργήθηκε από την AMLD5. Στα επιχειρήματά της στην υπόθεση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε εξηγήσει ότι είναι δύσκολο να οριστεί τι είναι έννομο συμφέρον, αλλά το Δικαστήριο αντιτείνει σε αυτό αναφέροντας ότι το γεγονός ότι αυτό είναι δύσκολο να οριστεί «δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον νομοθέτη της ΕΕ που προβλέπει την πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες αυτές» (παρ. 72).

Το Δικαστήριο σημειώνει την αναφορά -στο προοίμιο της AMLD5- στον Τύπο και στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και αναφέρει ότι «τόσο ο Τύπος όσο και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που συνδέονται με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας έχουν έννομο συμφέρον να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες για την πραγματική ιδιοκτησία» (σκέψη 74).

Αυτό υποδηλώνει ότι οι ερευνητές δημοσιογράφοι και οι οργανώσεις καταπολέμησης της διαφθοράς θα εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα της πραγματικής ιδιοκτησίας, αν και το πόσο αποτελεσματικό είναι αυτό στην πράξη είναι κάτι που πρέπει ακόμη να επεξεργαστεί ως ενδιάμεση λύση.

Ανησυχητικό είναι ότι, σε ένα σημείο, το Δικαστήριο θέτει ακόμη και αμφιβολίες για τον ρόλο των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και του Τύπου στην καταπολέμηση της διαφθοράς, προσθέτοντας ότι «παραμένει γεγονός ότι ... η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αποτελεί κατά προτεραιότητα θέμα των δημόσιων αρχών και οντοτήτων, όπως τα πιστωτικά ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία, λόγω των δραστηριοτήτων τους, υπόκεινται σε ειδικές υποχρεώσεις στο θέμα αυτό» (παρ. 83).

Η διαφάνεια δεν αρκεί

Ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα από την απόφαση του Δικαστηρίου είναι ότι υποστηρίζει ότι το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα και οι υποχρεώσεις διαφάνειας της ΕΕ στις Συνθήκες συνδέονται με τη χρηστή διακυβέρνηση και τη συμμετοχή του κοινού, η οποία απαιτεί διαφάνεια των δραστηριοτήτων των δημόσιων φορέων και όχι των ιδιωτών.

Αναγνωρίζοντας το γενικό συμφέρον για τη διαφάνεια, το Δικαστήριο αναφέρει ότι «πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της διαφάνειας καθιστά δυνατή την εξασφάλιση καλύτερης συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία και την εξασφάλιση μεγαλύτερης νομιμότητας, αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας της διοίκησης έναντι των πολιτών σε ένα δημοκρατικό σύστημα» (παρ. 60), ενώ στην προκειμένη περίπτωση «το επίμαχο μέτρο επιδιώκει να καταστήσει διαθέσιμα στο ευρύ κοινό στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα των ιδιωτών πραγματικών δικαιούχων και τη φύση και την έκταση των πραγματικών συμφερόντων τους που κατέχουν σε εταιρείες ή άλλα νομικά πρόσωπα» και έτσι καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η αρχή της διαφάνειας ... δεν μπορεί να θεωρηθεί στόχος γενικού συμφέροντος ικανός να δικαιολογήσει την παρέμβαση, στα θεμελιώδη δικαιώματα που εγγυώνται τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη [τα δικαιώματα στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων]».

Ενώ, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, ότι το να είσαι ο πραγματικός δικαιούχος μιας εταιρείας είναι κάτι που αποτελεί μέρος της δημόσιας σφαίρας, αυτό δεν είναι ένα επιχείρημα που το Δικαστήριο εξετάζει στην παρούσα υπόθεση.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα

Θυμίζουμε ότι το Vouliwatch ήταν ο πρώτος οργανισμός που προώθησε την ιδέα ενός Ανοιχτού Κεντρικού Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων, κατά τα διεθνή πρότυπα, έχοντας καταθέσει σχετικές προτάσεις στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας για την κατάρτιση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τη Διαφθορά αλλά και με αναφορές σε διεθνείς ομιλίες όπως, η Εβδομάδα Ανοικτής Διακυβέρνησης της Open Government Partnership.

Τελικά, κυρώθηκε η Ευρωπαϊκή Οδηγία για το «μαύρο χρήμα», εν μέρει το 2018 (νόμο 4557/2018) και πλήρως τον Σεπτέμβριο 2020 με τον 4734/2020. Στις 3 Μαρτίου του 2020 κηρύχθηκε η έναρξη της διαδικασίας υποχρεωτικής εγγραφής μέσω της γενικής γραμματείας πληροφοριακών συστημάτων δημόσιας διοίκησης.

Σε αυτό το μητρώο οι εταιρίες είναι υποχρεωμένες να παραθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία του/των πραγματικών δικαιούχων τους.

Γιατί είναι προβληματικό το Ελληνικό Μητρώο;

Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που διέπει το μητρώο, τα φυσικά πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης μόνο ως προς τις πληροφορίες που αφορούν το ονοματεπώνυμο, την υπηκοότητα και το είδος και την έκταση των δικαιωμάτων που κατέχουν οι πραγματικοί δικαιούχοι. Για την πρόσβαση και σε επιπρόσθετες πληροφορίες που επιτρέπουν την πληρέστερη ταυτοποίηση του πραγματικού δικαιούχου:

Σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία*

*Η Ευρωπαϊκή Οδηγία αναφέρει, στο άρθρο 30, ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα -εφόσον το επιθυμούν- να παρέχουν πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση στα στοιχεία του μητρώου. Επομένως, η περιορισμένη πρόσβαση, με όρους, είναι συνειδητή επιλογή των Ελληνικών κυβερνήσεων.

  1. επιβάλλεται ειδικό τέλος ύψους πέντε (5) ευρώ για 1 αναζήτηση και σωρευτικά
  2. απαιτείται απόδειξη ειδικού έννομου συμφέροντος που διαπιστώνεται κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας.
  3. Η πρόσβαση πραγματοποιείται μόνο με κωδικούς TAXIS, γεγονός που αποκλείει / δυσχεραίνει σημαντικά την πρόσβαση όσων ενδιαφερόμενων δεν διαμένουν στην Ελλάδα. Δηλαδή, ένας επιχειρηματίας/επενδυτής, δημοσιογράφος ή μία οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών στο εξωτερικό δεν έχει τη δυνατότητα να μελετήσει, ελέγξει τα στοιχεία του Ελληνικού μητρώου.
  4. Η ελληνική πατέντα του «σπιούνου/τσιλιαδόρου»

Η Ελλάδα αποτελεί το μοναδικό κράτος - μέλος της ΕΕ που προβλέπει ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι θα ενημερώνονται κάθε φορά που κάποιο τρίτο φυσικό πρόσωπο αναζητά τα στοιχεία τους στο Μητρώο, οπότε, σε περίπτωση, παράνομων δραστηριοτήτων, είναι μια μορφή προειδοποίησης.

Τι προτείνει το Vouliwatch

1. Ανοιχτό και Προσβάσιμο Μητρώο

Το Mητρώο να είναι ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους, πέραν των αρμοδίων Αρχών, χωρίς περιορισμούς και τέλη. Τα δεδομένα του να είναι διαθέσιμα σε επεξεργάσιμη μορφή και με δομημένο και ευρέως χρησιμοποιούμενο ηλεκτρονικό μορφότυπο (πχ JSON). Ένα αληθινά ανοιχτό Μητρώο σε τρίτα πρόσωπα (δημοσιογράφους, πολίτες, την ΚτΠ, ερευνητές καθώς και εταιρίες -ελληνικές και μη), τηρώντας τις αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων, μπορεί να:

  • Ενισχύσει σημαντικά τη διαφάνεια καθώς και τη δυνατότητα ελέγχου από ανεξάρτητους φορείς και ερευνητικούς δημοσιογράφους. Και αυτό με τη σειρά του θα ενισχύσει σημαντικά τη προσπάθεια εντοπισμού παράνομων οικονομικών δραστηριοτήτων.
  • Ενισχύσει και βελτιώσει τη λειτουργικότητα του Μητρώου, καθώς θα εντοπίζονται πιο εύκολα ενδεχόμενες παραλείψεις, λάθη και δυσλειτουργίες στο σύστημα.
  • Ενδυναμώσει τη χρησιμότητα του Μητρώου, καθώς θα διευρύνει τη βάση χρηστών του.
  • Μειώσει το κόστος και την πολυπλοκότητα των οικονομικών ελέγχων και της διαχείρισης κίνδυνων για τον ιδιωτικό τομέα, μέσω της προσβασιμότητας των δεδομένων. Κατ’ επέκταση, ενισχύεται ο ανταγωνισμός και η προσέλκυση επενδύσεων.
  • Διευκολύνει την ανάλυση των δεδομένων καθώς και τη συνδεσιμότητά τους με άλλες βάσεις δεδομένων, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην αποκάλυψη διεθνών δικτύων παράνομων ροών χρημάτων και στον εντοπισμό πιθανών περιπτώσεων διαφθοράς διεθνούς επιπέδου.

2. Να εμφανίζονται διακριτά τα πολιτικά πρόσωπα

Τέλος, προτείνουμε τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα που ενδεχομένως βρίσκονται στις βάσεις δεδομένων του Μητρώου να είναι διακριτά / σαφώς αναγνωρίσιμα.

Με τον τρόπο αυτό, θα μειωθούν αισθητά οι περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων και θα ενισχυθεί η διαφάνεια στις οικονομικές δραστηριότητες των πολιτικών προσώπων, αποτρέποντας -για παράδειγμα- περιπτώσεις πλουτισμού λόγω πολιτικής θέσης/εξουσία ή αναθέσεις δημοσίων έργων σε εταιρίες που ανήκουν σε πολιτικούς.

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Ευρωπαϊκή Ένωση, Δικαιοσύνη
SHARE:

24Media Network