Στο Brexit αντανακλώνται τα αδιέξοδα Λονδίνου και Βρυξελλών

Στο Brexit αντανακλώνται τα αδιέξοδα Λονδίνου και Βρυξελλών
Φωτό αρχείου: Brexit AP

Επί τρία περίπου χρόνια, βλέπουμε να εκτυλίσσεται ένα πολιτικό δράμα που θα μπορούσε να προταθεί για βραβείο Όσκαρ. Τα τρία βασικά ζητήματα από εδώ και πέρα με το νέο δημοψήφισμα, να είναι ενδεχόμενο ανοιχτό.

Ελάχιστοι είναι εκείνοι που εκτιμούν πλέον ότι θα υπάρξει συμφωνία για το Brexit πριν την καταληκτική ημερομηνία της 29ης Μαρτίου. Ακόμα λιγότεροι είναι εκείνοι που εκτιμούν ότι θα γίνει το Brexit εντός χρονοδιαγράμματος, και ότι δεν θα ζητηθεί περισσότερος χρόνος από πλευράς Μεγάλης Βρετανίας για να επιτευχθεί μια συμφωνία.

Επί της ουσίας, για τρία περίπου χρόνια, βλέπουμε να εκτυλίσσεται ένα πολιτικό δράμα που θα μπορούσε να προταθεί για βραβείο Όσκαρ. Από τη μία πλευρά η Κομισιόν, και συνολικά η ΕΕ, που από την πρώτη στιγμή «φόρτωσαν» τη βρετανική ηγεσία με μια σειρά λογαριασμούς που θα κληθεί να πληρώσει η βρετανική κοινωνία εάν και εφόσον προχωρήσει το Brexit. Από την άλλη η κυβέρνηση Κάμερον και στη συνέχεια η κυβέρνηση Μέι, υποτίθεται πως έθεσαν ως προτεραιότητα τα συμφέροντα των Βρετανών, αλλά επί της ουσίας επιδίωξαν να διασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση.

Το Brexit και το σχετικό δημοψήφισμα του 2016 ήταν μια μεθοδευμένη προσπάθεια από ακραία συντηρητικούς και ακροδεξιούς κύκλους, και στην ΕΕ και στη Μεγάλη Βρετανία, που επιθυμούσαν και επιθυμούν τη διάλυση της ΕΕ και της κοινής αγοράς. Η Μεγάλη Βρετανία ήταν απλώς η αρχή, καθώς παραδοσιακά από τη δεκαετία του 1970 το Λονδίνο είχε «ελαστικές» σχέσεις με τις Βρυξέλλες, κατορθώνοντας να διασφαλίσει μια προνομιακή σχέση εντός του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, που άφηνε περιθώριο στην εκάστοτε βρετανική πολιτική ηγεσία να αναπτύσσει και πολιτικές στο εσωτερικό της που δεν ήταν πάντοτε σε πλήρη αρμονία με το στενή έννοια του «ευρωπαϊκού κεκτημένου». Η Μεγάλη Βρετανία, για να το θέσουμε αλλιώς, ήταν μέχρι και το 2016 ένα «ιδιαίτερο», «ξεχωριστό» τέκνο στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Με τις τρέχουσες λοιπόν εξελίξεις, εξετάζεται το σενάριο να μην υπάρξει Brexit, αλλά αντίθετα να επιστρέψει η Μεγάλη Βρετανία στους κόλπους της ΕΕ, ίσως μέσα από ένα νέο δημοψήφισμα που θα απονομιμοποιεί το προηγούμενο και θα φέρνει τη χώρα πίσω στην πρότερη κατάσταση, πριν την εκκίνηση των διαδικασιών για το Brexit. Ωστόσο, και σε αυτό το σενάριο υπάρχουν κάποια ζητήματα και εμπόδια που μοιάζουν ανυπέρβλητα προς το παρόν.

Το πρώτο ζήτημα είναι ποιο κόμμα θα αναλάβει την πρωτοβουλία να ζητήσει ένα νέο δημοψήφισμα, τη στιγμή που κάτι τέτοιο θα ακύρωνε το μέχρι τώρα πολιτικό κεφάλαιο που επενδύθηκε για τις διαπραγματεύσεις του Brexit, θα έθετε υπό αμφισβήτηση την ετυμηγορία του βρετανικού λαού στο πρώτο δημοψήφισμα και θα αποδείκνυε ότι και οι δύο παραδοσιακά μεγάλες πολιτικές παρατάξεις, οι Συντηρητικοί και οι Εργατικοί, δεν μπορούν να φέρουν μια συμφωνία εξόδου που θα υποστηρίζει και θα προστατεύει τα συμφέροντα του βρετανικού λαού. Με λίγα λόγια, ένα δεύτερο δημοψήφισμα και μια συνολική διαπραγματευτική υποχώρηση της βρετανικής πλευράς, παρόλο που ίσως έδινε μια διέξοδο στο παρόν αδιέξοδο, θα ήταν μια εκκωφαντική ομολογία πολιτικής ήττας και για τα δύο μεγάλα κόμματα, και μια μεγάλη νίκη των ακραίων ευρωσκεπτικιστών τύπου Φάρατζ, που σήμερα είναι εξαφανισμένοι από το πολιτικό προσκήνιο. Οι τελευταίοι θα έκαναν σημαία τους ότι τα δύο μεγάλα κόμματα υποχώρησαν μπροστά στις πιέσεις των Βρυξελλών και ότι δεν μπορούν να αντιπροσωπεύσουν αποτελεσματικά την ετυμηγορία και τα συμφέροντα του βρετανικού λαού, φέρνοντας και πάλι την κοινωνία απέναντι στα ίδια αδιέξοδα.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι σε περίπτωση που η βρετανική πλευρά πετύχει επιμήκυνση των διαπραγματεύσεων για το Brexit για ένα ακόμη δίμηνο, θα πρέπει τα βρετανικά κόμματα να συμμετάσχουν στις ευρωεκλογές. Κι εάν συμβεί κάτι τέτοιο, σε περίπτωση που προχωρήσει το Brexit μετά το Μάιο, οι εκλεγμένοι ευυρωβουλευτές θα παραχωρήσουν τη θέση τους και θα γίνει αναδιανομή των εδρών της Μεγάλης Βρετανίας; Από την πλευρά των ευρωπαϊκών θεσμών, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα προέκρινε μια παράταση του Brexit μέχρι και το 2021, χωρίς ωστόσο να έχει δημοσίως αιτιολογήσει με βάση ποιο πλάνο θα στήριζε μια τέτοια εξέλιξη. Θολό το τοπίο και εδώ.

Το τρίτο και τελευταίο ζήτημα αφορά στον αντίκτυπο του Brexit και του πολιτικού δράματος γύρω από αυτό, στα υπόλοιπα κράτη-μέλη, και κυρίως στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Οι περισσότερες μέχρι τώρα έρευνες δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών θα επιθυμούσε η Μεγάλη Βρετανία να παραμείνει στην ΕΕ, χωρίς ωστόσο να κρύβει τον προβληματισμό για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει το Brexit συνολικά στην πορεία της ΕΕ. Όσο για τους Βρετανούς πολίτες, παραμένουν διχασμένοι τόσο για το ίδιο το Brexit, όσο και για το ενδεχόμενο ενός νέου δημοψηφίσματος. Κανείς, προς το παρόν, δεν θέλει να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος, συντονιστής του Ευρωπαϊκού Προοδευτικού Φόρουμ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα