“NO OTHER CHOICE”: Ο ΠΑΡΚ ΤΣΑΝ-ΓΟΥΚ ΠΑΕΙ ΓΙΑ ΧΡΥΣΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΜΕ ΤΑΙΝΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΑ
Ο μεγάλος κορεάτης auteur αφιερώνει στον Κώστα Γαβρά τη νέα του ταινία, για έναν απεγνωσμένο άντρα που κυριολεκτικά σκοτώνει τον ανταγωνισμό του για μια θέση εργασίας.
Σημειώναμε στο πρίβιου για το φετινό φεστιβάλ Βενετίας την παραδοξότητα του να είναι ριμέικ οι δύο πιο πολυαναμενόμενες ταινίες του φετινού Διαγωνιστικό, άπό σκηνοθέτες του βεληνεκούς Λάνθιμου και Παρκ Τσαν-γουκ.
Για τη “Βουγονία” του Λάνθιμου τα είπαμε αναλυτικά χθες, αλλά ο κορεάτης δημιουργός του “Oldboy” και της “Απόφασης Φυγής” τι έφερε στο δικό του;
Ας πούμε απλά πως, από τις ταινίες που έχουν προβληθεί ως τώρα(*), καμία δεν φτάνει κοντά στο “No Other Choice” σε πιθανότητες βράβευσης με Χρυσό Λιοντάρι.
(*Προφανώς αναμένεται ακόμα το “Voice of Hind Rajab” για την δολοφονία μιας μικρής παλαιστίνιας από τις κατοχικές δυνάμεις του Ισραήλ, το οποίο μόλις πρόσθεσε ως executive producers τους Μπραντ Πιτ, Τζόναθαν Γκλέιζερ, Χοακίν Φοίνιξ, Αλφόνσο Κουαρόν και Ρούνι Μάρα.)
“NO OTHER CHOICE”: ΜΙΑ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΑ
Ο Γιου Μαν-σου είναι ένας πετυχημένος οικογενειάρχης που ύστερα από 25 χρόνια στο ίδιο πόστο, χάνει τη δουλειά του όταν η θέση του απαλείφεται (οι ανώτεροί του δεν είχαν άλλη επιλογή) με αποτέλεσμα ό,τι είχε χτίσει ο ίδιος κι η οικογένειά του να απειλούνται με γκρέμισμα. Τα σκυλιά πρέπει να δοθούν, το σπίτι πρέπει να πουληθεί, και η συνδρομή στο Netflix πρέπει να κοπεί.(*) Δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
(*Όταν ακούγεται ο ήχος του σήματος του Netflix καθώς ο απογοητευμένος γιος φεύγει από το τραπέζι με το tablet του, το σινεμά πέθανε στα γέλια. Ένα απλά τέλειο αστείο, που δείχνει πόσο σωστή συναίσθηση της Στιγμής διαθέτει ο Παρκ.)
Μες στην απόγνωση και το αδιέξοδο μιας επί σειράς μηνών άκαρπης αναζήτησης δουλειάς, ο Γιου Μαν-σου θα περάσει από συνέντευξη για μια καλή θέση σε εταιρεία παραγωγής χαρτιού, όμως ξέρει πολύ καλά πως δεν είναι ο επικρατέστερος για πρόσληψη. Η αποστολή του λοιπόν γίνεται άμεσα ξεκάθαρη: Θα πρέπει να δολοφονήσει τους άλλους υποψηφίους. Δεν έχει άλλη επιλογή.
Εκεί ξεκινά μια παλαβή διαδρομή αίματος και θανάτου, γυρισμένη από τον Παρκ Τσαν-γουκ σα να ήταν επεισόδιο κυριακάτικου καρτούν. Ο Γιου είναι αβέβαιος για τα πάντα, είναι ατζαμής και ερασιτέχνης – μέχρι που δεν είναι – κι όλη του η διαδρομή αποτυπώνεται με μεγάλες δόσεις ευρύτατου χιούμορ. Δε μιλάμε εδώ για πνευματώδη σάτιρα, μιλάμε για γκάφες, για σλάπστικ, μέχρι και αστεία με κλανιές υπάρχουν. Είναι μια μαύρη σάτιρα της απόγνωσης, μέσα ένα παραμορφωτικό βλέμμα απύθμενης γελοιότητας: Όταν μια κατάσταση είναι τόσο θλιβερή, που δεν έχεις τι άλλο να κάνεις παρά να σκάσεις στα γέλια.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αυτή η ιστορία, βασισμένη στο βιβλίο “The Ax” του Ντόναλντ Γουέστλεϊκ, γυρίζεται στον κινηματογράφο. Η προηγούμενη διασκευή έγινε πριν 20 σχεδόν χρόνια δια χειρός Κώστα Γαβρά στο πολύ καλό “Τσεκούρι”, ίσως την καλύτερη ταινία των τελευταίων δεκαετιών της φιλμογραφίας του έλληνα σκηνοθέτη. Ο τόνος ήταν κι εκεί κωμικός και σατιρικός, αναζητώντας διέξοδο και βαλβίδα αποσυμπίεσης μέσα από έναν χιουμοριστικό παραλογισμού του απόλυτου σκοταδιού.
Ο Παρκ από την πλευρά του, ως αγνός μαξιμαλιστής εξάλλου, τα στρίβει όλα στο άκρο της βαλβίδας. Το σασπένς των σκηνών βίας, το καρτουνίστικο χιούμορ που διαρκώς συγκρούεται με την αγωνία, η διαρκής ευρηματικότητα σε match cuts ανάμεσα σε σκηνές και οι γωνίες λήψης/οπτικής, αλλά και μια ειρωνικά απεγνωσμένη ματιά στον σύγχρονο κόσμο – εκεί όπου τα αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης του φυσικού κόσμου συνυπάρχουν με την τελευταία λέξης μιας τεχνολογίας που απομονώνει τον άνθρωπο από το περιβάλλον του. (Η τελευταία σεκάνς είναι απλά φανταστική.)
Πρωταγωνιστεί ο Λι Μπιουνγκ-χουν, με τον οποίο ο Παρκ είχε δουλέψει στο πρώτο σπουδαίο φιλμ της καριέρας του, το μιλιταριστικό μυστήριο φόνου “Joint Security Area” πριν από ακριβώς 25 χρόνια. Ο Λι έγινε ευρύτερα γνωστός στη Δύση παίζοντας τον μεγάλο κακό του “Squid Game”, μια επιβλητική παρουσία γεμάτη απειλή αλλά και μελαγχολία. Ότι μπορούσε με τέτοια φυσικότητα να παίξει και κάτι σαν τον Γιοσέμιτι Σαμ μέσα σε μια μαύρη αντι-καπιταλιστική σάτιρα είναι μια νέα εξέλιξη που δεν είχαμε απαραιτήτως δει να έρχεται. Αλλά δίνει στο φιλμ την άγκυρά του, είναι ένας πρωταγωνιστής που διαρκώς αλλάζει, το βλέμμα, το στήσιμο του σώματός του. Μέσα από αυτόν περνά η ηθική θέση του φιλμ, ο τρόμος, η ορμητικότητα, και φυσικά το χιούμορ.
Ο Παρκ, που συνυπογράφει το σενάριο με τους Λι Κιούνγκ-μι, Λι Τζα-χάι και τον καναδό Ντον ΜακΚέλαρ (με τον οποίον συνεργάστηκαν στην σειρά “The Sympathizer”), παραδίδει μια σκοτεινή οπτική της καπιταλιστικής εργασίας αποτυπώνοντας σε μάξιμουμ βαθμό την ιδέα των εργαζομένων που ωθούνται σε μια ατέρμονη μεταξύ τους σύγκρουση ώστε ποτέ να μην αντιδράσουν συλλογικά απέναντι στα αφεντικά.
Οι πάντες στο φιλμ λένε διαρκώς πως «δεν υπάρχει άλλη επιλογή» και το λένε σε διαφορετικά context και για διαφορετικά πράγματα: Έχουμε χτίσει ένα σύμπλεγμα αδιεξόδων όπου καταργείται στην πράξη η ελεύθερη βούληση. Είναι μια ιδέα με βαθιές ρίζες στην κοινωνική θεωρία και το πολιτικό σινεμά, του οποίου εξάλλου πάντα μεγάλο κεφάλαιο ήταν ο Κώστας Γαβράς – είναι απρόσμενα συγκινητική η αναγραφή «αφιερώνεται στον Κώστα Γαβρά» με το που πέφτουν οι τίτλοι τέλους.
Οι παρατηρήσεις του φιλμ δεν είναι πάντα οι πιο πολυεπίπεδες και το πρώτο μισό σίγουρα σήκωνε τριμάρισμα, αλλά όταν μπούμε για τα καλά στη δράση και πιάσει ρυθμό ο Παρκ, το αποτέλεσμα είναι κάπως αναντίρρητο. (Με έξτρα πόντους για μια ουσιαστική αλλαγή στο φινάλε σε σχέση με τις προηγούμενες εκδοχές της ιστορίας που την κάνει ένα τσικ πιο μεστή από όλες τις οπτικές.) Το φιλμ είναι μεγάλη ευκαιρία για την επιτροπή να δώσει Χρυσό Λιοντάρι σε έναν από τους μεγάλους auteurs του 21ου αιώνα, με την ίδια την ταινία να αναμένεται να παίξει μέχρι και στα Όσκαρ, κι ας μην πρόκειται για top tier στιγμή του.
“ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ”: ENA #ΜΕ_ΤΟΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΌ ΘΡΙΛΕΡ ΧΩΡΙΣ ΞΕΚΑΘΑΡΗ ΗΡΩΙΔΑ
Στο μεταξύ το “Μετά το Κυνήγι” του Λούκα Γκουαντανίνο αποδεικνύεται ο πιο διχαστικός τίτλος του φεστιβάλ ως τώρα. Αυθεντικά διχαστικός όμως, όχι από αυτά που λέμε έτσι ευγενικά κάτι που δεν αρέσει σε κανέναν. Ένα έργο στρυφνό και δύστροπο που έρχεται το θάρρος να μην έχει στα αλήθεια κεντρικό ηρωικό χαρακτήρα, αφήνοντας (καλώς ή κακώς) τους θεατές μετέωρους.
Ο Γκουαντανίνο, σταθερά παραγωγικότατος μια χρονιά μετά το διπλό χτύπημα των “Challengers” και “Queer” επιστρέφει με άλλη μια σερί ταινία που μοιάζει να μην έχει κοινά στοιχεία με όσες προηγήθηκαν. Προερχόμενος από ένα πεδίο θεωρητικής προσέγγισης του σινεμά, ο ιταλός σκηνοθέτης συχνά φαίνεται να αναπτύσσει ιδέες επειδή θέλει να εξερευνήσει την κινηματογραφική τους αποτύπωση. Σαν θεωρητικές ασκήσεις που άλλοτε λειτουργούν, άλλοτε όχι, κι άλλοτε… ό,τι είναι αυτό που συμβαίνει με το “Μετά το Κυνήγι”.
Η νέα του λοιπόν ταινία, ένα #meToo δράμα που θολώνει πολύ τα ηθικά όρια στις πράξεις των χαρακτήρων του, ακολουθεί μια καθηγήτρια κολλεγίου η οποία κυνηγά μια μόνιμη έδρα. Θα πρέπει όμως να αντιμετωπίσει κατάματα το δικό τη παρελθόν όταν ένας πολύ κοντινός της συνάδελφος, θα κατηγορηθεί από μια από τις αγαπημένες τους φοιτήτριες για σεξουαλική παρενόχληση.
Θα περίμενε κανείς το φιλμ να εξελιχθεί ως ψυχολογικό θρίλερ, με αποκαλύψεις, με μυστικά, με ένταση και εξελίξεις. Αντ’αυτού, ο Γκουαντανίνο στήνει την ταινία ακριβώς με τη δομή και την αισθητική ενός τέτοιου θρίλερ, με αγωνιώδη μουσική από τους Άττικους Ρος και Τρεντ Ρέζνορ, με απειλητικά καδραρίσματα, με μοτίβα που επαναλαμβάνονται σαν αντίστροφη μέτρηση προς την καταστροφή… αλλά αφήνοντας στην καρδιά της μια τριπλέτα χαρακτήρων που αιωρούνται, σε ηθική αβεβαιότητα.
Το φιλμ ανοίγει με τη γραμματοσειρά που έκανε διάσημη μέσα από τις ταινίες του ο Γούντι Άλεν. Η μουσική είναι παρόμοια, το στήσιμο των τίτλων αρχής πανομοιότυπο. Ακόμα και το setting, οι χαρακτήρες, οι προβληματισμοί τους, ο τρόπος που φιλοσοφούν παραπέμπει στο σινεμά του Άλεν – όμως είναι σαν ο Γκουαντανίνο να αναρωτήθηκε πώς θα έμοιαζε μια τέτοια ταινία, αν ήταν γυρισμένη σαν κάποιο θρίλερ παράνοιας δια χειρός Χίτσκοκ. Όπου τα πάντα είναι πιο επιθετικά και σκοτεινά. (Κι εκτός αυτού, είναι –όπως είπε κι ο σκηνοθέτης στη συνέντευξη τύπου– μια αναφορά σε μια διάσημη #meToo υπόθεση μέσα σε μια #meToo ταινία.)
Η προσέγγιση αυτή δεν έχει ενδιαφέρον μόνο σε θεωρητικό επίπεδο: Έχουμε συνηθίσει το σινεμά των τελευταίων χρόνων να δίνει εξαιρετικά καθαρές και σαφείς αποτυπώσεις δύσβατων προσωπικών αδιεξόδων όταν μιλάμε για καθοριστικά ηθικά ζητήματα όπως είναι το #meToo, όμως ο Γκουαντανίνο θέλει να τους μπλέξει σε ένα λαβύρινθο όπου κι οι ίδιοι κι ίδιες δεν αναγνωρίζουν τι ακριβώς είναι σωστό, τι έχουν κάνει, τι είναι αυτό που τελικά θέλουν.
Στην καρδιά του φιλμ είναι η μεγαλύτερης ηλικίας καθηγήτρια που παίζει μια αλαβάστρινα ψυχρή Τζούλια Ρόμπερτς (για κοπλιμέντο το λέμε) και η πολύ πιο νεαρή φοιτήτρια της Άιο Αντεμπίρι που μοιάζει να αλλάζει ύφος, διάθεση, προσωπικότητα – γιατί είναι, φυσικά, νέα. Τα ίδια ζητήματα οι δυο τους τα αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο, όχι επειδή έχουν υπόγειους σκοπούς, αλλά επειδή έχουν μεγαλώσει μέσα σε διαφορετικές εκδοχές πατριαρχικής καταπίεσης.
Είναι διαφορετικό το background τους, οι αναφορές τους, τα περιβάλλοντά τους, αλλά και η οικονομική κατάσταση και το προνόμιό τους. Η σύγκρουσή τους θα είναι δυσάρεστη και επίπονη, αλλά το να αλλάζεις κάτι στον εαυτό σου ποτέ δεν είναι smooth. (Ο Γκουαντανίνο επιλέγει η Μάγκι να είναι και προνομιούχα, και μαύρη γυναίκα, και κουήρ άτομο – δίχως ποτέ να την αποτυπώνει ως σαφή, rootable ηρωίδα.)
Ανάμεσά τους ένας βέβαιος για όλα Άντριου Γκάρφιλντ, παίζει τον κατηγορούμενο, πολύ πετυχημένα, με έναν τρόπο που κρύβει και εστέτ γοητεία και απειλή – κάτι που κάνει την απειλή ακόμα πιο τρομακτική φυσικά. Κι ο Μάικλ Στούλμπαργκ ως Φροντιστικός (Αλλά Και Θυμωμένος) Σύζυγος Που Μαγειρεύει, στέκεται δίπλα στην Άλμα της Τζούλια Ρόμπερτς ως ό,τι πιο κοντινό σε ηθική πυξίδα έχει αυτή η τόσο σκοτεινή και δύσβατη ταινία.
Στο τέλος, ο Γκουαντανίνο καταφέρνει να στήσει αποτελεσματικά ένα αντι-θρίλερ που διαρκώς δραπετεύει από τις προσδοκίες του θεατή, και που δεν είναι απλή άσκηση ύφους παρά την τεχνική μαεστρία με την οποία το έχει δημιουργήσει. Αρνούμενος να δώσει λυσάρι στον θεατή (με εξαίρεση ίσως τον μέτριο κι αχρείαστο επίλογο), αρνούμενος να στέψει κάποια ηρωίδα ή ήρωα ως Φωνή Του Δημιουργού, ο Γκουαντανίνο απλώς μας δίνει πρώτο τραπέζι πίστα σε μια μεγάλη σύγκρουση, μέσα από την οποία ζητά από το κάθε ένα άτομο που παρακολουθεί, να ερμηνεύσει αυτό που είδε.
«Δεν κάναμε αυτή την ταινία ως μανιφέστο για να αναζωπυρώσουμε παλιομοδίτικες ηθικές αρχές», τόνισε ο σκηνοθέτης κατά την συνέντευξη τύπου όπου πολλοί δημοσιογράφοι εξέφρασαν την αντίθεσή τους απέναντι στο φιλμ. «Δεν κάνουμε κάποια δήλωση», συμπλήρωσε η Τζούλια Ρόμπερτς υπερασπιζόμενη την ταινία. «Μοιραζόμαστε αυτές τις ζωές για μια στιγμή, και μετά θέλουμε οι πάντες να φύγουν από την αίθουσα και να μιλήσουν μεταξύ τους».
«Αυτό, για μένα, είναι το πιο συναρπαστικό κομμάτι, επειδή κάπως χάνουμε την τέχνη της συζήτησης στη ανθρωπότητα αυτή τη στιγμή», κατέληξε η σταρ. Νιώθω πως αυτό, το πέτυχαν: To “Μετά το Κυνήγι” είναι από τις σπάνιες ταινίες που πραγματικά δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να την περιγράψεις πέρα από το πόσο περίεργη και ενδιαφέρουσα είναι. (ΟΚ, και δυσοίωνη.)
Εγώ σε αυτήν, είδα ανθρώπους με διαφορετικά μεγαλώματα και διαφορετικά εργαλεία, να αντιμετωπίζουν το τραύμα τους με διαφορετικούς τρόπους, άσχημα, επιθετικά, αβέβαια, χαοτικά – πριν μπορέσουν να προχωρήσουν με ένα νέο σχήμα του εαυτού τους. Η συζήτηση πάντως γύρω από την ταινία, δε θα είναι ποτέ αδιάφορη.
Η ταινία “No Other Choice” θα κυκλοφορήσει τη νέα σεζόν από την AMA Films. Η ταινία “Μετά το Κυνήγι” θα κυκλοφορήσει στις 16 Οκτωβρίου από την Feelgood Entertainment.