Γιώργος Καπλανίδης

ΕΙΔΑΜΕ ΤΟ “ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ” ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΘΑΝΟΥ- ΕΝΑ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΝΑΛΩΜΑ ΤΟΥ ΠΥΡΟΣ

Είδαμε την παράσταση “Μια νύχτα στην Επίδαυρο” που σκηνοθετεί ο Νίκος Καραθάνος και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

Νυχτερινή φάρσα, μεταφυσικό μιούζικαλ, τρελή κωμωδία; Αυτό αναρωτιούνται στο δελτίο Τύπου της παράστασης οι συντελεστές του “Μια νύχτα στην Επίδαυρο που σκηνοθετεί ο Νίκος Καραθάνος στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Η αλήθεια είναι πως ακόμη κι όταν δει κάποιος την παράσταση, απάντηση σαφή, μάλλον δε θα μπορέσει να δώσει. Σίγουρα δεν συνιστά ένα εύκολο θέαμα και σίγουρα θα διχάσει και θα προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην τα “πετύχει” όλα αυτά, όταν στον συγγραφικό πυρήνα της βρίσκεται η Λένα Κιτσοπούλου, μία καλλιτέχνιδα που δε διστάζει να εκθέσει και να εκτεθεί, που αρέσκεται να προκαλεί, να παίζει με τα άκρα και να ακροβατεί στο κενό. Ο έτερος συγγραφέας του έργου, ο Γιάννης Αστερής, σταθερός πια συνεργάτης του Νίκου Καραθάνου, είναι πιο λυρικός μεν, το ίδιο ρηξικέλευθος δε (το έχουμε δει στους “Όρνιθες” και τον “Προμηθέα Δεσμώτη” του Καραθάνου, αλλά και στις “Νεφέλες” του Δημήτρη Καραντζά).

Γιώργος Καπλανίδης

Η υπόθεση

Μία Νύχτα στην Επίδαυρο, λοιπόν, σκηνοθετεί ο Νίκος Καραθάνος, με έναν εικοσαμελή θίασο ηθοποιών να παίζουν τους… εαυτούς τους πάνω στη σκηνή. Η υπόθεση είναι πολύ απλή. Μετά το τέλος μιας παράστασης στην Επίδαυρο, οι καλλιτέχνες παίζουν μια δεύτερη παράσταση, μεταξύ τους αυτή τη φορά. Αυτοθαυμάζονται, αλληλοαποθεώνονται και μπαίνουν λιμασμένοι στην ταβέρνα (πρόκειται για τη θρυλική πια ταβέρνα του “Λεωνίδα” στο Λυγουριό, όπου από παλαιοτάτων ετών μέχρι και σήμερα, μαζεύονται οι συντελεστές των Επιδαυρίων παραστάσεων). Κι εκεί, ανάμεσα σε μπριζόλες και κολακευτικά ψέματα, αλληλοσπαράζονται σαν αγρίμια. Πάντα με μία επίφαση… καλλιτεχνική και άκρως πολιτισμένη.

Αλληλοσπαραγμός με υπόβαθρο…πολιτιστικό

Στη σκηνή δεσπόζει το κοίλον του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου. Μπροστά στην ορχήστρα, στη θέση της θυμέλης βρίσκεται μία λεκάνη τουαλέτας. Δεξιά μία καντίνα με τίτλο “Τα ‘γρίμια” και από πάνω τους βράχια πάνω στα οποία βρίσκονται οι μουσικοί. Η παράσταση ξεκινά με τους ηθοποιούς να κάνουν τσουλήθρα στις κερκίδες και να κατεβαίνουν κάτω. Εκεί επιδίδονται στην κολακεία. “Εσύ, εσύ, εσύ τα έκανες όλα”, λένε ο ένας στον άλλο και την ίδια στιγμή αποθεώνουν το δικό τους “Εγώ”. Επιδίδονται σε ένα ναρκισσιστικό ντελίριο που τελικά τους εκθέτει και τους ξεγυμνώνει πιο πολύ από ποτέ.

Ο Θανάσης Αλευράς στον ρόλο του ενδυματολόγου δε δέχεται συγχαρητήρια και αντεπιστρέφει τα καλά λόγια στους ηθοποιούς, η Έμιλυ Κολιανδρή με περισσή ευγένεια εκφράζει την υφέρπουσα ανασφάλεια που νιώθει για τη νεότερή της ηθοποιό, την απαστράπτουσα Ζέτα Μακρυπούλια που “τόλμησε” να αποσπάσει ένα παραπάνω χειροκρότημα, ενώ ο Χρήστος Λούλης επιζητεί επιβεβαίωση από την καλλιτεχνική διευθύντρια του φεστιβάλ, Γαλήνη Χατζηπασχάλη. Κι ενώ ο Γιάννης Κότσιφας αποφασίζει να κρεμαστεί (κυριολεκτικά) γιατί η παράσταση κράτησε μισή ώρα παραπάνω και κουράστηκε, οι ηθοποιοί κουβαλούν μέσα στη σκηνή τραπέζια από την ταβέρνα του Λυγουριού, τα στήνουν ατάκτως και εκεί εκθέτουν όλη τη συναισθηματική και ανθρωποφαγική τους βουλιμία φλυαρώντας ακατάπαυστα και ζητώντας την ίδια στιγμή απεγνωσμένα έναν μουσακά από την… ταβερνιάρισσα Χαρούλα Αλεξίου. Και ο κρεμασμένος Γιάννης Κότσιφας εκεί. Σαν τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο. Με τη Ζέτα Μακρυπούλια να τον παρατηρεί και να φρίττει και τους υπόλοιπους να την προτρέπουν να κοιτάξει αλλού και να τον αγνοήσει. Και σαν επίλογος, ο Νίκος Καραθάνος, που ντυμένος ινδιάνος “ξεφυτρώνει” στο κοίλον ξαφνικά και πυροβολεί αδιακρίτως όποιον βρει μπροστά του.

Γιώργος Καπλανίδης

Σκηνοθεσία και ένα χαμένο συγγραφικό όραμα

Ο Νίκος Καραθάνος σκηνοθετεί με τη δική του μοναδική ποιητική ματιά μία τεράστια παρωδική φούσκα μέσα στην οποία καταφέρνει να χωρέσει όλον τον ναρκισισμό και τη ματαιότητα του καλλιτεχνικού κόσμου και συνεκδοχικά της εποχής μας.

Η Λένα Κιτσοπούλου και ο Γιάννης Αστερής σπάνε κάθε κειμενικό κανόνα και πυρπολούν την πολιτική ορθότητα χωρίς να φοβούνται τίποτα απολύτως. Δεν είναι τυχαίο, πως πριν περίπου 2 χρόνια, στη συνέντευξη που είχαμε κάνει με τη Λένα Κιτσοπούλου στην ερώτηση τι θα άλλαζε στο πολιτιστικό τοπίο γύρω της, είχε απαντήσει: “Θα έκανα χαοτικά πράγματα, θα έβαζα μπουρλότα, βαρελότα, θα επέτρεπα το κάπνισμα σε όλα τα θέατρα μέσα, θα εκμεταλλευόμουν το χάος που επικρατεί στ’ αλήθεια, θα το αποδεχόμουν και μέσα από την αληθινή εικόνα θα πέταγα βέλη. Θα εμφανιζόμουνα σαν ινδιάνος πάνω στις κορυφές όλων των βουνών της Αττικής και θα πέταγα βέλη προς το κέντρο. Θα φώτιζα όλο αυτό το γουέστερν. Η τέχνη θα έπρεπε να είναι αντίθετη προς τα κόμματα, προς οτιδήποτε φέρει σημαία, θα έπρεπε να είναι κόντρα στο πολίτικαλ κορέκτ, θα έπρεπε να μας σηκώνει πάνω από το έδαφος, να μας πηγαίνει ταξίδια, θα έπρεπε να χρησιμοποιεί την κατάσταση της χώρας της ως βατήρα για άλματα και όχι ως κινούμενη άμμο για να βουλιάζει μέσα της. Άμα είναι η τέχνη να προσπαθεί για το σωστό και το μέτρο και το περίπου και την τσιγκουνιά και άμα θέλει απλώς να αρέσει, τότε καλύτερα καθόλου. Καλύτερα μόνο ταβερνούλες και τυροκαυτερές και ωραία ηλιοβασιλέματα στα χωριά της καταγωγής μας”.

Νομίζω πως η απάντηση αυτή περιγράφει γλαφυρά περίπου όλα όσα θα θέλαμε να δούμε, αλλά και όσα είδαμε εν είδει πυροτεχνημάτων. Γιατί κάποιες καλές στιγμές υπήρχαν, στιγμές που νιώσαμε πως το κείμενο επικοινωνεί με το σήμερα και με το κοινό. Στο σύνολό της ωστόσο η παράσταση δε βρήκε αποδέκτη, η υπαρξιακή αυτή κραυγή της Κιτσοπούλου έφτανε στο κοινό ξεθυμασμένη, σχεδόν σαν όχληση, καθώς δεν είχε μέσα της την αρμόζουσα οικουμενικότητα. Όλο αυτό το εγχείρημα συνιστά ένα αυτοαναφορικό κολάζ στη Τέχνη του ηθοποιού. Το κείμενο βρίθει εκ των έσω αστεϊσμών (inside jokes) που ναι μεν προκαλούν τον γέλωτα του σχετικού με το θέατρο κοινού, αλλά αφήνουν επιεικώς αδιάφορους τους υπόλοιπους.

Γιώργος Καπλανίδης

Στήσιμο και ερμηνείες

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως η παράσταση αυτή ήταν άριστα στημένη. Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη ήταν εντυπωσιακό, το ίδιο και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη. Η μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου ήταν μαγική κι απόλυτα εναρμονισμένη με τη σκηνοθετική οπτική, ενώ οι φωτισμοί του Φελίς Ρος προσέδωσαν έναν ιδιαίτερα όμορφο τόνο στο συνολικό αποτέλεσμα.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν στην πλειοψηφία τους προσεγμένες. Προεξάρχοντες ο Χρήστος Λούλης που για άλλη μια φορά δεν έκανε καμία απολύτως έκπτωση και μας χάρισε τον καλύτερό του εαυτό, και η Γαλήνη Χατζηπασχάλη που με το χαρακτηριστικό της μπρίο έδινε χρώμα και τόνωνε την παράσταση ακόμη και στις πιο αδύναμες σκηνές της. Η Χάρις Αλεξίου ήταν επίσης εξαιρετική στον ρόλο της ταβερνιάρισσας Βούλας και μας κατέκτησε για άλλη μία φορά με τη στιβαρή της παρουσία. Η Έμιλυ Κολιανδρή στον ρόλο της “βετεράνου” επιδαύριας ηθοποιού είχε απολαυστικές στιγμές. Το ίδιο ισχύει και για τον Θανάση Αλευρά, τον Γιάννη Κότσιφα, την Ιωάννα Μαυρέα και την Έλλη Πασπαλά. Η Ζέτα Μακρυπούλια μάς χάρισε κάποιες καλές στιγμές, αν και έδινε έντονα την εντύπωση πως έπαιζε απλώς τον εαυτό της, ενώ πρώτη φορά είδαμε τον Κώστα Μπερικόπουλο τόσο πολύ υποτονικό. Δεν καταλάβαμε, επίσης, γιατί στην παράσταη συμμετέχει ο εμβληματικός Βασίλης Παπαβασιλείου – ο οποίος μάλιστα δεν παίζει σε όλες τις ημέρες. Λίγα λεπτά πριν το τέλος της παράστασης, τον συνόδευσαν στη σκηνή η Έμιλυ Κολιανδή και η Ζέτα Μακρυπούλια με συνοδεία βροντερών γέλιων και ακολούθως αποχώρησαν…

Συμπέρασμα

Μία παράσταση που συνιστούσε ένα δύσκολο εξαρχής στοίχημα, το οποίο δυστυχώς δεν “βγήκε”, καθώς αναλώθηκε σε έναν κειμενικό ναρκισσισμό άνευ όρων. Και ναι μεν, μπορεί ο σκοπός των συντελεστών να ήταν να αποδομήσουν αυτό το κραταιό εγωπαθές ατομικό και κοινωνικό σύμπαν μας, όμως τελικά κάτι δε λειτούργησε και αυτό δεν έφτασε στο κοινό….

Κτήριο REX | Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη»
Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr και στο 210.7234567 (με χρήση πιστωτικής-χρεωστικής κάρτας)

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα