SITUATIONSHIP: ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΝΟΜΑ Η ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΠΕΡΙΠΛΟΚΟ;
Τα situationships, μια δυναμική ανάμεσα σε φλερτ και σχέση, φέρνουν έντονα συναισθήματα αλλά και αβεβαιότητα, αφήνοντας πολλούς να αναρωτιούνται τι σημαίνει τελικά «μαζί».
Στην εποχή των social media, των dating apps και της συνεχούς συνδεσιμότητας, οι σχέσεις μοιάζουν πιο περίπλοκες και ρευστές από ποτέ. Ο παραδοσιακός ορισμός της «σχέσης» μοιάζει να χάνει τη βαρύτητα που είχε, καθώς οι νέοι εξερευνούν διαφορετικούς τρόπους σύνδεσης που δεν χωρούν εύκολα σε προκαθορισμένες ταμπέλες. Ανάμεσα στο «φλερτ», στη «γνωριμία» και στη «σχέση», υπάρχει μια γκρίζα ζώνη που ολοένα και περισσότεροι περιγράφουν ως κάτι ενδιάμεσο, σχεδόν αόριστο, αλλά έντονα συναισθηματικό: το λεγόμενο situationship.
Δεν είναι ακριβώς σχέση, δεν είναι μόνο περιστασιακό σεξ, ούτε φιλία. Είναι κάτι που κινείται στο όριο των όρων, μια μορφή σχέσης χωρίς σαφή ονομασία ή συμβατικούς κανόνες, που όμως μπορεί να φέρει μεγάλη οικειότητα και έντονα συναισθήματα. Για κάποιους, είναι μια απελευθερωτική εμπειρία, ένας χώρος χωρίς πιέσεις, όπου η ελευθερία και η προσωπική αυτονομία έχουν προτεραιότητα. Για άλλους, όμως, η αβεβαιότητα που συνοδεύει αυτή την ασαφή δυναμική γίνεται πηγή ανασφάλειας, άγχους και σύγχυσης.
Ο όρος situationship περιγράφει ουσιαστικά μια κατάσταση όπου δύο άνθρωποι μοιράζονται χρόνο, συναισθήματα και συχνά σεξουαλικές στιγμές, χωρίς όμως να έχουν συμφωνήσει ξεκάθαρα τι είναι αυτό που τους συνδέει. Η απουσία ταμπέλας και δεσμεύσεων μπορεί να κάνει τη σχέση ταυτόχρονα γοητευτική και επικίνδυνα ασαφή. Οι ειδικοί στις σχέσεις σημειώνουν πως η δυναμική αυτή μπορεί να είναι ευεργετική, όταν και οι δύο πλευρές κατανοούν και αποδέχονται τους όρους της, αλλά συχνά οδηγεί σε παρεξηγήσεις, ειδικά όταν οι προσδοκίες δεν είναι αμοιβαίες.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το φαινόμενο, μιλήσαμε με τέσσερις νέους ανθρώπους που θέλησαν να μοιραστούν τις προσωπικές τους εμπειρίες. Οι ιστορίες τους αποκαλύπτουν πόσο διαφορετικά μπορεί να βιώσει κανείς ένα situationship: από την ευχαρίστηση της ανεπιτήδευτης οικειότητας, μέχρι την αίσθηση αποξένωσης και συναισθηματικής ανασφάλειας όταν οι προσδοκίες και οι συναισθηματικές ανάγκες δεν ταυτίζονται.
Situationships: Ελευθερία ή ταλαιπωρία;
Κλειώ, 24 ετών: Η Κλειώ περιγράφει το πρώτο της πιο έντονο φλερτ που δεν εξελίχθηκε ποτέ σε σχέση. «Τον γνώρισα μέσα από φίλους, εντελώς τυχαία. Στην αρχή μιλούσαμε λίγο, μετά άρχισε να γίνεται πιο συχνή η επικοινωνία. Μου έστελνε καλημέρα, καληνύχτα, κανονίζαμε βόλτες. Ήταν λες και είχα μπει σε μια σχέση, χωρίς να το έχουμε πει».
Όπως λέει, στην αρχή δεν τη φόβιζε αυτή η ασάφεια. «Ήταν καινούργιο, ήμουν αρκετά ενθουσιασμένη. Δεν σκεφτόμουν αν έχει τίτλο ή όχι. Μου αρκούσε ότι περνούσαμε καλά». Στη συνέχεια, όμως, το ερώτημα άρχισε να τη βαραίνει. «Οι φίλες μου με ρωτούσαν “μαζί είστε;”. Δεν ήξερα τι να τους απαντήσω. Έλεγα “βγαίνουμε”, αλλά δεν μου φαινόταν αρκετό».
Η ίδια θυμάται ότι μετά από λίγους μήνες κάτι άρχισε να αλλάζει. «Εκείνος άρχισε να κάνει πίσω. Δεν με έπαιρνε τόσο τηλέφωνο, δεν με έψαχνε. Στην αρχή το δικαιολόγησα, είπα μπορεί να έχει δουλειές, να είναι πιεσμένος. Αλλά σιγά σιγά απομακρυνόταν όλο και περισσότερο».
Όπως εξηγεί, δεν υπήρξε ποτέ ξεκάθαρο τέλος. «Δεν τσακωθήκαμε, δεν έγινε καμία μεγάλη κουβέντα. Απλά έσβησε όλο αυτό. Και αυτό με πλήγωσε περισσότερο. Γιατί δεν ήξερα πώς να το ονομάσω. Δεν μπορούσα να πω ότι “χωρίσαμε”».
Η Κλειώ λέει ότι βίωσε έντονα συναισθήματα, παρόλο που δεν είχε επίσημο τίτλο αυτό που βίωσε. «Βίωσα κάτι που έμοιαζε πάρα πολύ με σχέση, παρόλο που δεν είχε ποτέ έναν “επίσημο τίτλο”. Από τη μία υπήρχε έντονη οικειότητα, τρυφερότητα, ακόμη και στιγμές που πίστευα ότι ήμασταν πραγματικά μαζί. Από την άλλη, ένιωθα συχνά πως πατούσα σε κινούμενη άμμο. Ένιωθα συνεχώς μια μορφή απόρριψης, σαν να μη με επέλεγε ποτέ ολοκληρωτικά. Και τότε έλεγα στον εαυτό μου: “Μα γιατί στεναχωριέσαι; Αφού στην πραγματικότητα δεν ήσασταν καν ζευγάρι”. Αυτό ήταν το πιο μπερδεμένο κομμάτι: να νιώθεις δεμένη, να πονάς σαν να χωρίζεις, χωρίς όμως να υπάρχει κάτι “επίσημο” για να τελειώσει».
Γιάννης, 26 ετών: Ο Γιάννης θυμάται μια εμπειρία που για εκείνον ήταν πιο θετική. «Γνώρισα μια κοπέλα από εφαρμογή γνωριμιών. Μιλήσαμε λίγες μέρες, βρεθήκαμε, υπήρχε χημεία. Μετά άρχισε να γίνεται συνήθεια: καφέδες, βόλτες, βράδια μαζί. Χωρίς όμως ποτέ να συζητήσουμε αν είμαστε ζευγάρι».
Στην αρχή, όπως λέει, αυτό του ταίριαζε απόλυτα. «Ήμουν σε φάση που δεν ήθελα σχέση. Είχα πολλά στο κεφάλι μου, δουλειά, πίεση. Αυτό το “χαλαρό” ήταν ιδανικό. Δεν υπήρχαν απαιτήσεις». Τονίζει μάλιστα πως ένιωθε πιο άνετα που δεν υπήρχε ταμπέλα. «Δεν χρειαζόταν να λογοδοτήσω, ούτε κι εκείνη. Έβγαινε φυσικά».
Ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε με τον καιρό. «Άρχισα να καταλαβαίνω ότι ίσως εκείνη ήθελε κάτι πιο σταθερό. Δεν μου το είπε ξεκάθαρα, αλλά φαινόταν. Από μικρά σχόλια, από ερωτήσεις όπως “εσύ πώς βλέπεις τα πράγματα;”». Όπως λέει, εκείνος δεν είχε διάθεση να απαντήσει. «Δεν ήθελα να μπω σε αυτή τη συζήτηση. Δεν ήμουν έτοιμος».
Σιγά σιγά, η επικοινωνία άρχισε να αραιώνει. «Δεν έγινε κάποιος καβγάς, δεν ειπώθηκε κάτι βαρύ ή οριστικό. Απλώς, μέρα με τη μέρα, σταματήσαμε να ασχολούμαστε τόσο ο ένας με τον άλλον. Και χωρίς να το καταλάβουμε, έμεινε έτσι. Έσβησε μόνο του».
Για εκείνον, η εμπειρία αυτή δεν ήταν αποτυχία αλλά ένα κομμάτι της ζωής του. «Το βλέπω σαν μια φάση. Κάτι που λειτούργησε εκείνη τη στιγμή, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Δεν κράτησε, αλλά δεν το μετανιώνω. Ήξερα πάνω–κάτω τι ήθελα τότε, και το πήρα έτσι όπως ήταν. Δεν χρειάζεται να είναι όλα για πάντα».
Ελένη, 28 ετών: Η Ελένη διηγείται μια εμπειρία που κράτησε αρκετούς μήνες και την άφησε με πολλά ερωτηματικά. «Γνωριστήκαμε στη δουλειά. Στην αρχή ήταν φιλικό, γελούσαμε πολύ, είχαμε ωραίες συζητήσεις, βγαίναμε για ποτό μετά το γραφείο. Κάποια στιγμή ξεκίνησε και κάτι παραπάνω».
Όπως σημειώνει, δεν υπήρξε ποτέ ανοιχτή συζήτηση για το τι είναι αυτό που ζούσαν. «Περνούσαμε βράδια μαζί, πηγαίναμε εκδρομές με φίλους, αλλά ποτέ δεν είπαμε “είμαστε ζευγάρι”». Για εκείνη, αυτό ήταν δύσκολο. «Ένιωθα ότι δένομαι, αλλά δεν ήξερα αν μπορώ να το δείξω. Δεν είχα το δικαίωμα να ζητήσω κάτι παραπάνω».
Στη συνέχεια, η ίδια παραδέχεται ότι ένιωσε πολλές φορές αμηχανία και σύγχυση. «Στη δουλειά, όταν τον έβλεπα να μιλά με άλλες, ζήλευα. Αλλά δεν είχα κανένα δικαίωμα να του πω κάτι. Δεν ήμασταν μαζί, δεν υπήρχε δέσμευση. Κι όμως, μέσα μου, το βίωνα σαν να ήμασταν. Αυτό το κενό ανάμεσα στο “έχουμε κάτι” και στο “δεν έχουμε τίποτα” ήταν που με έπνιγε».
Με τον καιρό, η επαφή άρχισε να μειώνεται αισθητά. Για εκείνη, αυτό αποδείχθηκε το πιο δύσκολο κομμάτι. «Δεν υπήρξε ποτέ μια αρχή κι ένα τέλος. Δεν μπορώ να πω ότι χωρίσαμε, γιατί δεν είχαμε ξεκινήσει ποτέ επίσημα. Και αυτό ήταν βασανιστικό. Ήταν σαν να χάνεις κάτι που ποτέ δεν σου ανήκε πραγματικά».
Όπως εξηγεί, η εμπειρία αυτή της άφησε ένα πολύ ξεκάθαρο μάθημα. «Κατάλαβα πόσο κουραστική και ψυχοφθόρα μπορεί να είναι η ασάφεια. Ήταν σαν να ζω κάτι που υπάρχει μόνο μισό -όχι αρκετό για να το χαρώ, αλλά αρκετό για να πονέσω όταν έφυγε. Και όταν τελείωσε σιωπηλά, δεν ήξερα πώς να το διαχειριστώ. Δεν υπήρχε χώρος για πένθος, γιατί δεν υπήρχε καν “σχέση” να τελειώσει. Κι όμως, εγώ ένιωθα σαν να είχα χάσει πολλά».
Νικόλας, 31 ετών: Ο Νικόλας μιλά για μια εμπειρία μετά από έναν χωρισμό που τον είχε επηρεάσει. «Δεν ήθελα να ξαναμπώ σε σχέση, τουλάχιστον όχι αμέσως. Ήμουν κουρασμένος, φοβόμουν να δεθώ ξανά. Από την άλλη, δεν άντεχα και τη μοναξιά. Χρειαζόμουν έναν άνθρωπο δίπλα μου, αλλά χωρίς όλες εκείνες τις απαιτήσεις που συνήθως κουβαλάει μια “κανονική” σχέση. Γνώρισα μια κοπέλα μέσω κοινών φίλων, βγήκαμε μερικές φορές, και χωρίς να το καταλάβω πολύ, κάπως ξεκίνησε».
Όπως λέει, αυτό που ακολούθησε έμοιαζε με κάτι ενδιάμεσο, ούτε απλή φιλία, ούτε πραγματική σχέση. «Ήταν ξεκάθαρα παραπάνω από φιλία. Υπήρχε οικειότητα, υπήρχε σεξ, περνούσαμε χρόνο μαζί, σχεδόν σαν ζευγάρι. Κι όμως, δεν έγινε ποτέ κουβέντα για το πού πάει αυτό ή αν θα το “ορίσουμε” με κάποιον τίτλο. Στην αρχή, αυτό μου φαινόταν ιδανικό. Με βοηθούσε να περνάω τον χρόνο μου, να νιώθω ότι έχω συντροφιά, χωρίς όμως να μπαίνω στην πίεση της δέσμευσης».
Με τον καιρό, ωστόσο, ο Νικόλας αντιλήφθηκε πως η ισορροπία αυτή δεν θα κρατούσε για πολύ. «Το έβλεπα στον τρόπο που με ρωτούσε, στο πώς προσπαθούσε να με φέρει σε συζητήσεις για το μέλλον. Εγώ δεν ήμουν έτοιμος. Δεν ήθελα να προχωρήσω σε κάτι σοβαρό. Και ήταν πολύ δύσκολο να συνειδητοποιώ ότι βρισκόμασταν σε διαφορετικές φάσεις της ζωής μας».
Μετά από δύο μήνες, το μεταξύ τους τελείωσε. «Σταδιακά, αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Έμεινε μετέωρο, σαν κάτι που υπήρξε αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ίσως, το βίωσα σαν ένα μεταβατικό στάδιο μετά τη σχέση που είχα. Και δεν είμαι περήφανος για αυτό».
Σήμερα, όπως λέει, βλέπει τα πράγματα μέσα από άλλη οπτική. «Τώρα ξέρω ότι, αν μπω σε κάτι ρομαντικό, θα πρέπει να το ξεκαθαρίσω από την αρχή. Να ξέρω πού πατάω, τι θέλω και τι θέλει κι ο άλλος. Δεν έχω πια διάθεση για αμφιβολίες ή παιχνίδια. Τότε, όμως, αυτό ακριβώς μου ταίριαζε: κάτι ασαφές, χωρίς ταμπέλα, που με βοήθησε να γιατρέψω τα κομμάτια μου. Ήταν ένας τρόπος να νιώσω κοντά σε κάποια κοπέλα χωρίς να παραδεχτώ ότι φοβόμουν να ξαναδεθώ. Αυτό είχα ανάγκη τότε, αν και τώρα ξέρω ότι ίσως να μην έπρεπε να γίνει με αυτόν τον τρόπο. Ίσως να ήταν άδικο και για εκείνη. Αλλά μέσα από αυτή την εμπειρία κατάλαβα καλύτερα τον εαυτό μου και το πώς θέλω να σχετίζομαι στο μέλλον».